Μάγοι και μαγεία στην αρχαία Ελλάδα


Στοιχεία ξένα προς το φωτεινό ελληνικό πνεύμα. Μυστικιστικές ανατολικές επιδράσεις. Γλώσσα άξεστων και ενασχόληση κατωτέρων στρωμάτων. Η οργή τον Ιπποκράτη για τους αγύρτες. Απίστευτο μίσος και φρικτές κατάρες των εξορκιστών.

Η ΑΠΟΘΕΩΣΗ της λογικής και η αίσθηση του μέτρου και της αρμονίας είναι δύο από τα βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Σε αντίθεση με τη μυστηριακή Ανατολή της Αιγύπτου, της Περσίας και της Βαβυλώνας, που ήταν γεμάτη μαγικές πρακτικές, μυστηριακές λατρείες και απόκρυφες δοξασίες, η αρχαία Ελλάδα, όπως έφθασε στον σύγχρονο κόσμο, μέσα από τα κείμενα των αρχαίων συγγραφέων, είναι ο κόσμος του δήμου και της αγοράς, των ελεύθερων πολιτών που συνδιαλέγονται κάτω από το φως του ολόλαμπρου ελληνικού ουρανού, τόσο ξένος με τις τελετές της νύχτας που γίνονταν στην Ανατολή.
Αυτή όμως η αρχαία Ελλάδα της λατρείας του λόγου και της ελεύθερης σκέψης, της ανάπτυξης των επιστημών, της άνθησης της φιλοσοφίας, της ποίησης και της ιστορίας είναι η μία πλευρά που έφθασε σε μας, μέσα από τα κείμενα των μεγάλων Ελλήνων κλασικών συγγραφέων και τις μελέτες των κορυφαίων ελληνιστών από την Αναγέννηση ως τις μέρες μας. Κάτω από αυτήν υπάρχει μια άλλη Ελλάδα ενός κόσμου σκοτεινού και άγριου, των απλών ανθρώπων -συχνά περιθωριακών και απόκληρων της κοινωνίας- που κάνουν ξόρκια και επικλήσεις στους δαίμονες, καταφεύγοντας σε μάγους και μάγισσες, όπως ακριβώς στην αρχαία Αίγυπτο και στη Βαβυλώνα.
Η μελέτη του κόσμου των Ελλήνων μάγων δεν είναι εύκολη υπόθεση. Οι αναφορές στα λογοτεχνικά, ρητορικά και ιστορικά κείμενα της εποχής είναι ελάχιστες, καθώς οι μεγάλες μορφές της αρχαίας ελληνικής διανόησης ούτε είχαν ούτε θα ήθελαν να έχουν την παραμικρή σχέση με τα άτομα των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων που στρέφονταν στο εξωπραγματικό και το υπερφυσικό. Απομένουν τα κείμενα των πινακίδων, με τις πολλές αλλά λακωνικές επιγραφές σε μια γλώσσα άξεστη και ακατέργαστη, τόσο ξένη στην αρμονία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας των μεγάλων συγγραφέων. Τα κείμενα αυτά μας οδηγούν από τον κόσμο των σοφών στον κόσμο των μάγων, από τον δήμο και την αγορά στο βασίλειο των «δαιμόνων», από την Ελλάδα του φωτός στον κόσμο της νύχτας και του σκοταδιού.

Οι μαρτυρίες για τη μαγεία
Για τη διερεύνηση αυτού του σκοτεινού κόσμου της ελληνικής αρχαιότητας, τα μοναδικά μέσα, στα οποία ουσιαστικά
μπορεί να βασιστεί κάποιος είναι οι μαγικοί πάπυροι, οι πινακίδες και τα φυλαχτά. Μαγικοί ονομάστηκαν από τους επιστήμονες όλοι εκείνοι οι πάπυροι που περιέχουν μαγγανείες, μαγικές ρήσεις, ύμνους και τελετουργίες και προέρχονται από την ελληνική ή τη ρωμαϊκή Αίγυπτο. Γραμμένοι στην ιερογλυφική ή την κοινή αλεξανδρινή γραφή της εποχής, χρονολογούνται κυρίως στους πρώτους μετά Χριστόν αιώνες, χωρίς αυτό να σημαίνει πως η ενασχόληση με τη μαγεία δεν απαντάται πριν από την εποχή των Πτολεμαίων ή των Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Πηγές της εποχής αναφέρουν ότι στην αρχαιότητα υπήρχαν πολλές συλλογές μαγικών κειμένων που κατεστράφησαν ηθελημένα. Σύμφωνα με τις Πράξεις των Αποστόλων, στην Έφεσο κάηκαν πολλά βιβλία μαγείας, ενώ, κατά τον Σουητώνιο, δύο χιλιάδες μαγικοί κύλινδροι είχαν την ίδια τύχη, το 13μ.Χ.: ένα ολοκαύτωμα, που έλαβε ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις μετά την επικράτηση της χριστιανικής θρησκείας.
Οι δοξασίες που απηχούν αυτά τα κείμενα έχουν έναν εντελώς σύνθετο χαρακτήρα, αναμειγνύοντας στοιχεία από το ελληνικό πάνθεο με αυτά της αρχαίας αιγυπτιακής θρησκείας, ενώ συχνά αποτελούν ένα αμάλγαμα αρχαίων ελληνικών, αιγυπτιακών, βαβυλωνιακών και ιουδαϊκών παραδόσεων. Σύμβολα και λέξεις εντελώς δυσνόητα, ακατάληπτες εικονογραφήσεις, αριθμοί με απόκρυφο νόημα κάνουν αναφορά σε μια μύηση, η οποία, ακριβώς για να παραμείνει κρυφή, εκφράζεται με μισόλογα.

magia_03
Φανταστική απεικόνιση αιγυπτιακού ναού. Από την Αίγυπτο προέρχονταν «μαγικοί» πάπυροι, πινακίδες και φυλαχτά που χρονολογούνται κυρίως στους πρώτους μετά Χριστόν αιώνες. (Πηγή: Περιοδικό Ιστορία Εικονογραφημένη, τεύχος 405, άρθρο «Μάγοι και Μαγεία στην αρχαία Ελλάδα», Τζίνα Καλυβιώτου, σελ. 71)

Αν και λιγότερο αποκαλυπτικές από τους παπύρους, οι μαγικές πινακίδες αποτελούν μια εξαιρετικά πολύτιμη πηγή για τον κόσμο της ελληνικής μαγείας. Οι πινακίδες αυτές ήταν ορθογώνια μολυβένια ελάσματα, με χονδροειδή συνήθως χάραξη, τα οποία τυλίγονταν ή διπλώνονταν και ήταν καρφωμένα με ένα ή περισσότερα καρφιά που χρησίμευαν όχι μόνο για το σφράγισμα του σημειώματος αλλά συγχρόνως εξέφραζαν και την επιθυμία του συντάκτη της πινακίδας για την καθυπόταξη του παραλήπτη. Η αρχαία ελληνική λέξη «κατάδεσμος», που χρησιμοποιούνταν για τις μαγικές πινακίδες, σημαίνει δέσιμο και είναι παράγωγο του ρήματος «καταδέω» (δένω γερά), λέξεις οι οποίες εκφράζουν την επιβολή δέσμευσης στον παραλήπτη. Αδέξια χαραγμένες, με πρόχειρη γραφίδα, καρφί ή με μύτη μαχαιριού, οι μαγικές αυτές πινακίδες περιείχαν άτακτες σειρές γραμμάτων που αντιστοιχούσαν σε στερεότυπες φράσεις, επαναλαμβανόμενες και συνταγμένες σε ημιβάρβαρα ελληνικά, οι οποίες πολλές φορές αγγίζουν τα όρια της χυδαιολογίας. Αβίαστα συνάγεται το συμπέρασμα πως οι χαράκτες ήταν άνθρωποι αμόρφωτοι, προερχόμενοι από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, χωρίς το παραμικρό λογοτεχνικό ταλέντο.

Οι μεγάλοι της αρχαίας διανόησης δεν είχαν την παραμικρή σχέση
με άτομα που στρέφονταν στον εξώκοσμο και το υπερφυσικό.
eleysina magia_04

Αριστερά: Η Δήμητρα και η Κόρη (Περσεφόνη), οι δυο μεγάλες ελευσίνιες θεές εικονίζονται στο ανάγλυφο αυτό μαζί με τον Τριπτόλεμο (Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, 440· 430 π.Χ.). (Πηγή: Περιοδικό Ιστορία Εικονογραφημένη, τεύχος 405, άρθρο «Μάγοι και Μαγεία στην αρχαία Ελλάδα», Τζίνα Καλυβιώτου, σελ. 72)
Δεξιά: Η κορυφαία μορφή μάγισσας στην Αρχαία Ελλάδα είναι η Μήδεια. Εδώ εικονίζεται να σφάζει ένα από τα παιδιά της. (Μουσείο Λούβρου, Παρίσι). (Πηγή: Περιοδικό Ιστορία Εικονογραφημένη, τεύχος 405, άρθρο «Μάγοι και Μαγεία στην αρχαία Ελλάδα», Τζίνα Καλυβιώτου, σελ. 73)

Η τρίτη πηγή για τις μαγικές πρακτικές της ελληνικής αρχαιότητας, τα φυλαχτά, ήταν ελάσματα, δαχτυλίδια, κοσμήματα και σφραγίδες, κατασκευασμένα συχνά από χρυσάφι και πολύτιμους λίθους. Οι γιατροί της αρχαιότητας χρησιμοποιούσαν πολύτιμους λίθους για να θεραπεύσουν ορισμένες ασθένειες, ενώ ως όργανα μαγείας, οι λίθοι έφεραν εγχάρακτες επιγραφές με ακατάληπτα σύμβολα και γράμματα και θρησκευτικές ή μυστηριακές παραστάσεις.

Οι ξένες επιρροές
Στα κείμενα και στις επιγραφές των μαγικών παπύρων και πινακίδων είναι ολοφάνερες οι επιδράσεις από την αιγυπτιακή και τη χαλδαϊκή μαγεία, ενώ δεν λείπουν και στοιχεία συνδεόμενα με την ιουδαϊκή παράδοση. Για τον αρχαίο κόσμο, η Αίγυπτος θεωρούνταν πηγή κάθε απόκρυφης διδασκαλίας, ενώ η αιγυπτιακή θρησκεία ήταν διαποτισμένη από πλήθος μυστικιστικά και μαγικά στοιχεία. Σύμφωνα με έναν πανάρχαιο μύθο που αναφέρεται και από τον Πλάτωνα, στον «Φαίδρο», ο Αιγύπτιος θεός Θωτ, μαζί με τη γραφή και όλους τους κλάδους των επιστημών και των τεχνών ανακάλυψε και τη μαγεία, ενώ ο ίδιος θεωρείται ο
πρώτος μάγος, καθώς γνώριζε να προφέρει τις μαγικές φράσεις με τον απαιτούμενο τόνο.
Οι ελληνικοί μαγικοί πάπυροι βρίθουν αναφορών στις δοξασίες και στις θρησκευτικές πρακτικές των Αιγυπτίων, ενώ αναφέρονται συνεχώς σε αιγυπτιακές θεότητες, όπως τον Άμμωνα, τον Άνουβι, τον Σέραπι, τον Χνουμ, τον Φθα και τον Θωτ. Πολύ συνηθισμένη είναι και η αναφορά σε αιγυπτιακούς μύθους, με χαρακτηριστικό παράδειγμα διάφορες μαγγανείες που περιλαμβάνουν το πνίξιμο μικρών ζώων και συνδέονται ρητά με τον μύθο του Όσιρι που πνίγηκε από τον Σηθ και εγκαταλείφθηκε μέσα σε ένα φέρετρο, στο έλεος των κυμάτων.

Οι μαγικές πινακίδες ήταν μολυβένια ελάσματα,
με χονδροειδή χάραξη καρφωμένα με καρφιά.

Εκτός από την Αίγυπτο, τεράστιες ήταν και οι επιρροές από την αρχαία Βαβυλώνα. Στην αρχαία Ελλάδα, οτιδήποτε είχε σχέση με μαγεία, αστρολογία ή μαντική θεωρούνταν τέχνη καθαρά χαλδαϊκή. Ιερείς, μάγοι και αστρολόγοι, καταγόμενοι από τη Βαβυλώνα ή παριστάνοντας μερικές φορές τους Χαλδαίους συνδέονταν με την καλλιέργεια των απόκρυφων επιστημών.
Αλλά και ο ιουδαϊσμός έφερε τις δικές του εκφράσεις και επικλήσεις, οι οποίες είναι διάχυτες στα συνδεόμενα με τη μαγεία ελληνικά κείμενα της αρχαιότητας. Ονόματα, τα οποία εξαιρετικά συχνά συναντώνται στους ελληνικούς μαγικούς παπύρους, είναι το «Μπαζύμ» (μια αραμαϊκή έκφραση που σημαίνει «εν ονόματι του»), το «Ελοαίος» που είναι το όνομα του θεού των Εβραίων και το «Αδωνάι», το οποίο προέρχεται από την Παλαιά Διαθήκη και σημαίνει «ο Θεός μου».
Στους ελληνικούς μαγικούς παπύρους, τα ονόματα του Ορφέα και του Απόλλωνα συνυπάρχουν με αυτά του Φθα, του Ζωροάστρη και του Μωυσή. Υπάρχει επίσης εξελληνισμός των ονομάτων των ξένων θεών, καθώς ο Άμμων αποκαλείται Ζευς, ο Ώρος Απόλλωνας, η Βαστ Άρτεμις, η Ίσις Σελήνη ή Εκάτη, ο Φθα Ήφαιστος κ.λπ.
Οι μαγικές πινακίδες παρουσιάζουν επίσης ένα μείγμα ελληνικών και εξωτικών στοιχείων, αλλά χαρακτηρίζονται από περισσότερη ομοιογένεια. Και στις πινακίδες υπάρχει βέβαια πληθώρα θεοτήτων, όμως το πάνθεο είναι λιγότερο σύνθετο από εκείνο των μαγικών παπύρων. Στην Ασία, για παράδειγμα, γίνεται επίκληση στη Δήμητρα, στην Κόρη και στον Πλούτωνα. Στη Συρία αναφέρονται η Ανάγκη, η Γαία και το Άγιο Πνεύμα. Στην Αίγυπτο, η Γαία, η Εκάτη, ο Ερμής, η Κόρη, η Περσεφόνη και ο Πλούτων, ενώ στην κυρίως Ελλάδα, όπως στην Αχαΐα, περιοχή όπου έχουν βρεθεί πολλές μαγικές πινακίδες, οι ελληνικές θεότητες, όπως ο Ερμής, η Περσεφόνη και ο Πλούτων συνυπάρχουν με τον Σηθ, τον Όσιρι και τον Άνουβι.
Στα φυλαχτά, κυρίως στους εγχάρακτους λίθους, κυριαρχεί η ανάμειξη στοιχείων καθαρά ελληνικών με στοιχεία αιγυπτιακά. Ελληνικές θεότητες, όπως ο Ασκληπιός, η Εκάτη, ή Νέμεσις και ο Κρόνος συνυπάρχουν με μορφές από το αιγυπτιακό πάνθεο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ένα μεγάλο κομμάτι από ίασπι. Στη μία όψη του υπάρχει τριπλή παράσταση της Εκάτης, ενώ στην άλλη διακρίνονται επτά μορφές, δύο από τις οποίες ταυτίζονται με τον Άννουβι και τον Σέραπι.
Είναι προφανές ότι στην περίπτωση της μαγείας δεν υπήρχαν κλειστά σύνορα, καθώς οι μαγικές πρακτικές διαχέονταν από τόπο σε τόπο, σε μια ευρύτατη περιοχή, η οποία εξαπλωνόταν από τις παρυφές του περσικού κράτους ως τη Δυτική Μεσόγειο και από τον Εύξεινο, στον Βορρά ως την Αίγυπτο και την Παλαιστίνη, με αποτέλεσμα τα ελληνικά στοιχεία να μπολιάζονται και να επηρεάζονται καθοριστικά από τη μυστικιστική Ανατολή.

Η μαγεία στην αρχαία ελληνική διανόηση
Μυστική και εντελώς προσωπική υπόθεση, η μαγεία στην αρχαιότητα δεν μπορούσε να είναι θέμα δημόσιας συζήτησης. Οι αναφορές στη μαγεία, των ποιητών, των ρητόρων, των φιλοσόφων και των ιστορικών, αν και απελπιστικά λίγες, μας βοηθούν πάντως να κατανοήσουμε κάπως αυτόν τον σκοτεινό και άγριο κόσμο, που είναι τόσο ξένος με έναν πολιτισμό φημισμένο για τον ορθολογισμό του.
Είναι οι ποιητές, οι οποίοι λόγω της μεγαλύτερης ελευθερίας έκφρασης στα έργα τους, δίνουν τις περισσότερες πληροφορίες για τη μαγεία στην αρχαία Ελλάδα. Το γεγονός ότι στα έργα των αρχαίων Ελλήνων ποιητών δεν αναφέρονται μάγοι, αλλά μόνο μάγισσες, αποδεικνύει πως στην αρχαία Ελλάδα η μαγεία ήταν ουσιαστικά γυναικεία υπόθεση. Η Αγαμήδη, κόρη ή σύζυγος του Μούλιου, ο οποίος σκοτώθηκε από τον Νέστορα, όπως αναφέρεται στην «Ιλιάδα», ήταν ειδική στα μαγιοβότανα, ενώ στην «Οδύσσεια» εμφανίζονται δύο κορυφαίες μορφές μαγισσών, η Κίρκη και η Καλυψώ. Η Κίρκη, μπορεί να μεταμορφώνει τους ανθρώπους σε ζώα, όπως συνέβη και με τους συντρόφους του Οδυσσέα, ενώ η Καλυψώ, που η ιδιότητα της ως μάγισσας δεν δηλώνεται ευθέως, όπως της Κίρκης, αλλά απλώς υπονοείται, έχει την ικανότητα να εξουσιάζει τους ανέμους.
Η κορυφαία ίσως μορφή μάγισσας στην αρχαία ελληνική ποίηση είναι η Μήδεια, όπως παρουσιάζεται στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη αλλά και στον τέταρτο «Πυθιόνικο» του Πινδάρου. Η Μήδεια, η οποία κατέχει την τέχνη των μαγικών βοτάνων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ως δηλητήρια, είναι το πρότυπο της μοχθηρής, εκδικητικής μάγισσας, η οποία διαπράττει πλήθος φόνων: σκοτώνει τον αδελφό της Άψυρτο, τον βασιλιά της Ιωλκού, Πελία, ακόμη και τα ίδια τα παιδιά της, για να εκδικηθεί τον άπιστο σύζυγο της Ιάσονα, ενώ προσπάθησε να δηλητηριάσει και τον Θησέα, γιο του βασιλιά της Αθήνας, Αιγέα.

Οι ελληνικοί πάπυροι βρίθουν αναφορών στις δοξασίες και στις
θρησκευτικές πρακτικές των Αιγυπτίων.

Η Σιμαίθα, η οποία αναφέρεται σε ένα από τα ειδύλλια του Κώου ποιητή του 3ου αιώνα π.Χ. Θεόκριτου, είναι επίσης μάγισσα, η οποία χρησιμοποιεί την τέχνη της για να ξανακερδίσει την καρδιά του Δέλφη, του εραστή της που την έχει εγκαταλείψει, πριν από 12 μέρες. «Τώρα τα μάγια βάζω μπρος για να τον δέσω. Κι αν με πικραίνει έτσι δα, στ’ αλήθεια, μα τις Μοίρες, του Άδη την πόρτα σίγουρα θα χτυπήσει. Τέτοια μες στο σακούλι μου φαρμάκια έχω κρυμμένα, που ένας ξένος μου τα ‘μαθε από την Ασσυρία», λέει η πληγωμένη νεαρή γυναίκα, η οποία προτίθεται να χρησιμοποιήσει την τέχνη της, ακόμη και για να σκοτώσει τον άπιστο εραστή.
Για το θέμα της μαγείας, οι μεγάλοι ιστορικοί της αρχαιότητας αποδείχθηκαν λακωνικοί, αν όχι εντελώς σιωπηλοί. Ο Ηρόδοτος κάνει εκτενή αναφορά στους μάγους του περσικού βασιλείου, αλλά δεν αναφέρει τίποτε για Έλληνες μάγους, ενώ ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει τον μύθο της Μήδειας, κόρης της Εκάτης, που διδάχθηκε την τέχνη της σύνθεσης των θανατηφόρων δηλητηρίων από τη μητέρα της, ενώ θεωρεί μάγους και τους Ιδαίους Δακτύλους, πρώτους κατοίκους της Κρήτης, οι οποίοι έφθασαν στο νησί από τη Φρυγία.

Πλάτων και μάγοι
Η ελληνική φιλοσοφική σκέψη, βασισμένη στη λατρεία της λογικής, φαίνεται φυσικά εντελώς α συμβατή με τη μαγεία. Παρ’ όλα αυτά, οι Έλληνες φιλόσοφοι ασχολήθηκαν με τις μαγικές πρακτικές, καταδικάζοντας τες βέβαια απερίφραστα, τις περισσότερες φορές. Κατά τον Ντοντς, ο Πλάτων διασταύρωσε γόνιμα την παράδοση του ελληνικού ορθολογισμού με μαγικές-θρησκευτικές ιδέες που οι πιο απομακρυσμένες ρίζες τους ανήκουν στον βόρειο σαμανιστικό πολιτισμό.
Τον 4ο αιώνα π.Χ., εποχή που έζησε ο Πλάτων, το ορθολογιστικό πνεύμα του 5ου αιώνα είχε αρχίσει να υποχωρεί και οι μαγικές-μυστηριακές λατρείες γνώριζαν μεγάλη διάδοση. Η λατρεία του Ασκληπιού είχε γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής, ενώ συγχρόνως διαδίδονταν οι οργιαστικές λατρείες της Κυβέλης, του Άττι και του Άδωνι. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Πλάτων νιώθει να έλκεται αλλά και να απωθείται συγχρόνως από τον χώρο της μαγείας. Αποδέχεται τις ταφικές τελετές που επιδιώκουν να προκαλέσουν την παρέμβαση των νεκρών στις υποθέσεις των ζωντανών, αλλά συγχρόνως καταδικάζει τη χρήση των φίλτρων και τις μαγγανείες. Γνωρίζοντας τον αισχρό χαρακτήρα της μαγείας, ο Πλάτων καταδικάζει τους μάγους σε πολλά κείμενα του. Στην «Πολιτεία» του αναφέρει: «Εξάλλου, αγύρτες και μάντεις πηγαίνουν στ’ αρχοντικά των πλουσίων, τους πείθουν πως έχουν από τους θεούς κάποια δύναμη, που την παίρνουν με θυσίες και γητέματα να θεραπεύουν κάθε άδικη πράξη που έκαμαν αυτοί, οι πλούσιοι ή οι προγονοί τους. Και αν θέλει κανείς να τιμωρήσει κανέναν εχθρό του με μικρή δαπάνη, μπορούν να βλάψουν τον δίκαιο και τον άδικο, γιατί, καθώς λένε, κατορθώνουν να πείθουν τους θεούς να τους εξυπηρετούν».

Η αντίθεση ανάμεσα στον ορθολογισμό που χαρακτήριζε την αρχαία ελληνική διανόηση και στο εξωπραγματικό στοιχείο του κόσμου της μαγείας φαίνεται καθαρά στη σκληρή επίθεση του κορυφαίου γιατρού της αρχαιότητας, Ιπποκράτη, εναντίον των μαγικών πρακτικών, κυρίως αυτών που χρησιμοποιούνταν για τη θεραπεία της επιληψίας, της ιερής νόσου των αρχαίων, μιας αρρώστιας, που κατά τον Ιπποκράτη δεν χρειάζεται ούτε αγιοποίηση ούτε απατεώνες: «Όσοι πρώτοι θεώρησαν αυτή τη νόσο ιερή, ήταν κατά τη γνώμη μου ό,τι είναι σήμερα οι μάγοι, οι εξαγνιστές, οι αγύρτες, οι απατεώνες. Χρησιμοποιώντας σαν μανδύα και σαν πρόσχημα το θείο, οι άνθρωποι αυτοί, για να μη γίνει φανερή η αμάθεια τους, ισχυρίζονταν ότι αυτή η νόσος είναι ιερή. Με την επινόηση κατάλληλων επιχειρημάτων, καθιέρωσαν μια θεραπεία χρησιμοποιώντας εξαγνισμούς και μαγικά μέσα και απαγορεύοντας τα λουτρά και πολλά φαγητά, ακατάλληλα για άρρωστους ανθρώπους».

Γυναίκες μάγισσες
Η αρνητικότατη στάση των αρχαίων Ελλήνων διανοητών απέναντι στον κόσμο της μαγείας είναι απόλυτα φυσιολογική. Ο ορθολογισμός της κλασικής αρχαιότητας δεν μπορούσε να συμβαδίζει με πρωτόγονες πρακτικές. Τα φυσικά φαινόμενα δεν θεωρούνταν θεϊκές εκδηλώσεις, οι αρρώστιες και τα δεινά των ανθρώπων δεν οφείλονταν στην εκδικητικότητα των θεών. Η θεώρηση του κόσμου μέσα από το πρίσμα της λογικής και η προσπάθεια καθιέρωσης μιας ηθικής, θεμελιωμένης σε ανθρώπινες αρχές, δεν θα μπορούσαν ποτέ να συνυπάρξουν με τα μάγια και τα ξόρκια, στα οποία όμως κατέφευγαν μαζικά οι απλοί, αμόρφωτοι άνθρωποι.
Βασικό χαρακτηριστικό της μαγείας, ανεξάρτητα από περιοχή, γλώσσα ή λαό, είναι η προσφυγή σ’ αυτήν των φτωχών και των απόκληρων της κοινωνίας, καθώς επίσης και των γυναικών, εκείνου του τμήματος του πληθυσμού που ζούσε στην αφάνεια, περιορι σμένο στις οικιακές ενασχολήσεις, αποκλεισμένο από την πολιτική και την κοινωνική ζωή.
Ειδικά στην περίπτωση της αρχαίας Ελλάδας, η αρχαία ελληνική πόλη, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση την αρχαία Αθήνα, όσο και αν εξιδανικεύθηκε ως πρότυπο πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ήταν μια κοινωνία θεμελιωμένη στους αποκλεισμούς. Αποκλεισμό των γυναικών, των μετοίκων, των δούλων, αποκλεισμό ακόμη και των εφήβων. Σύμφωνα με έρευνες, στην Αθήνα, το 432 π.Χ. στις παραμονές του Πελοποννησιακού Πολέμου, σε ένα σύνολο πληθυσμού της τάξης των 120-150 χιλιάδων ατόμων, οι ελεύθεροι πολίτες ήταν μόλις 25 με 30 χιλιάδες, ουσιαστικά μια προνομιούχος μειοψηφία, η οποία είχε αναλάβει αποκλειστικά τον έλεγχο των κρατικών υποθέσεων.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η μαγεία αποτελούσε το καταφύγιο των άλλων, των πολλών, εκείνης της σιωπηλής πλειοψηφίας, που δεν είχε πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα. Δεν είναι τυχαίο, που στα μεγάλα έργα της αρχαίας ελληνικής ποίησης, στον Όμηρο και στους τραγικούς, δεν απαντώνται μάγοι αλλά μάγισσες, η Κίρκη, η Καλυψώ, η Μήδεια. Αποκλεισμένες ακόμη και από την επίσημη θρησκεία, αφού στην αρχαία ελληνική πόλη οι θρησκευτικές τελετές ήταν κοινωνικές εκδηλώσεις, τελούμενες σχεδόν αποκλειστικά από άνδρες, οι γυναίκες κατέφευγαν στη μαγεία, ο κόσμος της οποίας ήταν η κοινωνία αντεστραμμένη, αφού στον κόσμο αυτό κυβερνούσαν οι γυναίκες, αυτές ακριβώς που δεν διέθεταν πολιτικά δικαιώματα στην κοινωνία της πόλης.

Ανατολίτες αποκρυφιστές
Εκτός από τις γυναίκες, στο περιθώριο της πολιτικής και κοινωνικής ζωής βρίσκονταν και δύο άλλες κατηγορίες του πληθυσμού, οι μέτοικοι, οι ξένοι δηλαδή που ζούσαν στην Αθήνα, και οι δούλοι. Προερχόμενοι συχνά από την Ανατολή, πολλοί μέτοικοι ήταν εξοικειωμένοι με τις απόκρυφες λατρείες, οπότε τα μάγια και τα ξόρκια αποτελούσαν γι’ αυτούς ένα μέσο για την οικονομική τους επιβίωση. Περισσότερο όμως από όλους, τη μαγεία χρησιμοποιούσαν οι δούλοι. Άνθρωποι χωρίς το παραμικρό πολιτικό και κοινωνικό δικαίωμα, οι δούλοι βρίσκονταν κυριολεκτικά στο έλεος του αφέντη τους. Η προσφυγή στις επικλήσεις δαιμόνων και θεοτήτων ήταν γι’ αυτούς τους απόκληρους της κοινωνίας ένας τρόπος να αντιμετωπίσουν τις τραγικές συχνά συνθήκες της ζωής τους.
Ξόρκια του έρωτα, τα οποία αποσκοπούν να εμπνεύσουν τον έρωτα κάποιου προσώπου γι’ αυτόν που κάνει το ξόρκι, επικλήσεις για την αντιμετώπιση κάποιας αρρώστιας αλλά και ξόρκια του μίσους με κατάρες ακόμη και για τον θάνατο ενός εχθρού είναι τα κείμενα που αναγράφονται στους παπύρους και στις πινακίδες, ενώ στους εγχάρακτους λίθους οι επιγραφές συνοδεύονται από συμβολικές παραστάσεις, εξαιρετικά δυσνόητες μερικές φορές ως προς το πραγματικό τους νόημα.
Μερικά παραδείγματα μιλούν από μόνα τους για τα ακραία μερικές φορές συναισθήματα έρωτα, πάθους, αγωνίας και μίσους που αποπνέουν τα κείμενα των μαγικών παπύρων και πινακίδων. Σ’ έναν ελληνικό πάπυρο που βρέθηκε στην πόλη Χαουάραχ της Αιγύπτου καταγράφεται ένα ξόρκι με τον σαφή στόχο να προκαλέσει σε κάποιον Ευτυχή, γιο της Ζωσίμης, έρωτα για μια γυναίκα της οποίας το όνομα δεν διαβάζεται. «Όπως ο Τυφώνας είναι εχθρός του Ήλιου, έτσι να καεί και η ψυχή του Ευτυχούς, γιου της Ζωσίμης, από έρωτα για την… κόρη της… Διούς. Ο Αβράσαξ να κάψει την καρδιά και την ψυχή του Ευτυχούς, από έρωτα γι’ αυτόν, τον Ευτυχή, τον γιο της Ζωσίμης, αμέσως, γρήγορα, γρήγορα, αυτή τη στιγμή, σήμερα κιόλας. Ο Αδωνάι να κάψει την ψυχή του Ευτυχούς, καθώς και την καρδιά του, από έρωτα για την…, την κόρη της…, αμέσως, γρήγορα, αυτή τη στιγμή, σήμερα κιόλας». Η αναφορά ξένων θεοτήτων και δαιμόνων σε ένα ελληνικό κείμενο είναι χαρακτηριστική για τις επιδράσεις από την Ανατολή στα ελληνικά μαγικά κείμενα, ενώ η αδέξια και ακατέργαστη γλώσσα, γεμάτη στερεότυπες εκφράσεις αποδεικνύει ότι ο μάγος, στον οποίο απευθύνθηκε η ερωτευμένη γυναίκα, δεν ήταν καθόλου μορφωμένος.
magia_07

Μαγικό φυλακτό ελληνορωμαϊκής εποχής με εγχάρακτη παράσταση της αιγυπτιακής θεάς Ίσιδος (Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας). (Πηγή: Περιοδικό Ιστορία Εικονογραφημένη, τεύχος 405, άρθρο «Μάγοι και Μαγεία στην αρχαία Ελλάδα», Τζίνα Καλυβιώτου, σελ. 77)

Από τα ξόρκια του μίσους, τα πιο συνηθισμένα ήταν αυτά που αποσκοπούσαν να χωρίσουν ανήθικα ή παράνομα ζευγάρια. Στην κατηγορία αυτή ανήκει μια πινακίδα που βρέθηκε μαζί με 12 άλλες, στην Κνίδο της Καρίας και χρονολογούνται ανάμεσα στο 300 και το 100 π.Χ. Σε μία από αυτές, μια γυναίκα που ονομάζεται Προσόδιος θέλει να επισύρει την οργή της Δήμητρας, της Κόρης και των θεών που τις συνοδεύουν, εναντίον της αντιζήλου που της έκλεψε τον άνδρα, ενώ είχαν αποκτήσει μαζί πολλά παιδιά. «Η Δήμητρα, η Κόρη και οι θεοί που τις συνοδεύουν να φανούν δυσμενείς προς τη γυναίκα που έκλεψε τον άνδρα της Προσοδίου, τον Νάκωνα, από τα παιδιά τους, αλλά οι θείοι νόμοι να ευνοούν κάθε φορά την Προσόδιο και τα παιδιά της».

Γλώσσα ημιμαθών
Σε αυτές τις κατάρες μίσους, οι απειλές του θανάτου αφθονούν, ενώ συχνά η φαντασία του συντάκτη αποδεικνύεται ιδιαίτερα άγρια, όπως συμβαίνει στην περίπτωση μιας ελληνικής επιγραφής που βρέθηκε χαραγμένη σε ένα μολυβένιο έλασμα στην Τεμπέσα της Αλγερίας και χρονολογείται πιθανότατα στον 1ο αιώνα π.Χ. Ο συντάκτης της κατάρας πρέπει να είναι άνδρας, έξαλλος, γιατί απατήθηκε, ή γυναίκα που τη θερίζει η ζήλια, γιατί ο σύζυγος ή ο εραστής της την εγκατέλειψε για κάποια άλλη. «Δένω τη Σατουρνίνα, θα δέσω στο πνεύμα της ένα πικρό κακό, τη δένω μαζί με τους απογόνους της. Να μη γνωρίσει παρά πίκρα και φρίκη, ως τη μέρα που η Σατουρνίνα θα φθάσει στα έσχατα όρια του θανάτου. Καταποντίζω τη Σατουρνίνα στην τρέλα, από αυτή τη στιγμή, τώρα, την κόβω κομμάτια ολόκληρη για την αιωνιότητα, γρήγορα, γρήγορα».
Στα κείμενα αυτά, η γλώσσα είναι άτεχνη και ακατέργαστη, τόσο ξένη προς τα θαυμαστά επίπεδα εκλεπτυσμένης τελειότητας της ελληνικής γλώσσας που γνωρίζουμε από τα έργα των μεγάλων κλασικών. Η ποιότητα της γλώσσας είναι τόσο κακή, ώστε αβίαστα συνάγεται το συμπέρασμα πως οι συντάκτες των κειμένων προέρχονταν από περιβάλλον χαμηλού μορφωτικού επιπέδου και ανήκαν στα στρώματα των σκλάβων, των φτωχών βιοτεχνών και των μικρεμπόρων. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα κείμενα των πινακίδων απαντώνται συχνά οι λέξεις καπηλείον (μαγαζί) και εργαστήριον. Στις περιπτώσεις αυτές, συχνά η κατάρα είχε ως στόχο την εργασία κάποιου ανταγωνιστή.
Καμία σχέση φυσικά με την αρμονία και τη μουσικότητα της γλώσσας στα έργα των μεγάλων τραγικών, με την εκπληκτική ακρίβεια και λιτότητα του Θουκυδίδη, με την περίτεχνη τελειότητα των ρητορικών κειμένων. Στα μαγικά κείμενα της αρχαιότητας μπορεί να μην υπάρχει η υφολογική τελειότητα των μεγάλων κλασικών, υπάρχει όμως πάθος, ένταση και αυθορμητισμός. Είναι η γλώσσα των ανθρώπων του λαού, τη ζωή, τα ενδιαφέροντα και τις ανησυχίες των οποίων δεν μπορούμε να καταλάβουμε, μελετώντας τα ψηφίσματα και τις συνθήκες.
Γι’ αυτούς τους φτωχούς και τους απόκληρους της κοινωνίας, τα μάγια, τα ξόρκια και οι επικλήσεις σε θεούς και δαίμονες που αυτοί είχαν επιλέξει, ήταν μια διέξοδος από τα βάσανα και τις αγωνίες της καθημερινής ζωής, ενώ αποκαλύπτουν μια άλλη Ελλάδα που δεν πρόκειται κανείς να ανακαλύψει, μελετώντας αποκλειστικά τα συγγράμματα των μεγάλων κλασικών.

Βιβλιογραφία
Αντρέ Μπερνάρ: Έλληνες μάγοι.
Οι θρησκείες, Παγκόσμια Μυθολογία (Εκδοτική Αθηνών).

Πηγή: Περιοδικό Ιστορία Εικονογραφημένη, τεύχος 405, άρθρο «Μάγοι και Μαγεία στην αρχαία Ελλάδα», Τζίνα Καλυβιώτου, σσ. 68 – 77
apologitis.com

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s