Το όνομά μου είναι Ερυσίχθων


Γράφει η Limao Qian

Ο Ερυσίχθων ο Θεσσαλός ήταν βασιλιάς, εγγονός του Ποσειδώνα. Στον ύμνο του προς τη θεά Δήμητρα, ο Καλλίμαχος τον παρουσιάζει… εγωιστή, ασεβή, υπερόπτη κι αδίστακτο.
Κάποτε, ο Ερυσίχθων αποφάσισε να χτίσει καινούριο παλάτι στο μέρος όπου απ’ τον καιρό των Πελασγών βρισκόταν ένα άλσος αφιερωμένο στη Δήμητρα. Πήρε μαζί του είκοσι μεγαλόκορμους εργάτες και τους όπλισε με τσεκούρια κι αξίνες.
Ανάμεσα στα δέντρα που τους διέταξε να κόψουν, ήταν και μια λεύκα – ἦς δέ τις αἴγειρος, μέγα δένδρεον αἰθέρι κῦρον, τῷ ἔπι ταὶ νύμφαι ποτὶ τὤνδιον ἑψιόωντο – ένα δέντρο τεράστιο που άγγιζε τον ουρανό και στη σκιά του δροσίζονταν τα μεσημέρια οι νύμφες.
Με την πρώτη τσεκουριά που δέχτηκε το μεγαλόπρεπο δέντρο, η Δήμητρα το αισθάνθηκε στο κορμί της και φώναξε:
«Τίς μοι καλὰ δένδρεα κόπτει;» – ποιος κόβει τα όμορφά μου δέντρα;
Κι εμφανίστηκε μπροστά στον Ερυσίχθονα με με τη μορφή της ιέρειάς της, της Νικίππης.
«Παιδί μου», του είπε, «σταμάτα τους ανθρώπους σου. Μην κάνεις τη θεά να οργιστεί.»
«Φεύγα από μπρος μου, μη φας εσύ την τσεκουριά!» της είπε έξαλλος από οργή ο Ερυσίχθων. «Μ’ αυτά τα ξύλα θα φτιάξω τη στέγη του παλατιού μου.»
Η Δήμητρα οργίστηκε και παρουσιάστηκε με την πραγματική της μορφή κι όλη της τη μεγαλοπρέπεια.
«Εντάξει, παλιόσκυλο», του είπε. «Φτιάξε τη στέγη σου. Φτιάξ’ την να ‘χεις να γλεντάς.»
Δεν έχασε καιρό η Δήμητρα, πήγε και βρήκε την Πείνα που ζούσε στη χώρα των Σκυθών και την έστειλε στον Ερυσίχθονα.
Το βράδυ που κοιμόταν, ο βέβηλος βασιλιάς ονειρεύτηκε ότι πεινούσε. Κι ύστερα ξύπνησε κι η πείνα ήταν ακόμα εκεί, κι όσο περνούσε η ώρα τόσο μεγάλωνε και τόσο περισσότερο τον βασάνιζε.
Ο Ερυσίχθων άρχισε να τρώει χωρίς σταματημό. Κι όσο έτρωγε, τόσο η πείνα του θέριευε και τόσο αδυνάτιζε κι έλιωνε ο ίδιος. Έφαγε όλα τα ζώα των κοπαδιών του, τη δαμάλα που προόριζε η μάνα του για θυσία στην Εστία, το άλογό του, τα μουλάρια της άμαξας, ακόμα και τη γάτα που είχαν για να πιάνει τα ποντίκια. Κι όταν δεν είχε μείνει στο σπίτι του τίποτ’ άλλο να φάει, βγήκε έξω και ζητιάνευε αποφάγια.
Δεν τον λυπήθηκε η Δήμητρα, ούτ’ ο Διόνυσος, ούτε καν ο παππούς του, ο βασιλιάς της θάλασσας.
Ο Ερυσίχθονας πουλά την κόρη του, Μήστρα, χαρακτικό του Γιόχαν Βίλχελμ Μπάουρ.
Κι ο Ερυσίχθων πούλησε την κόρη του, τη Μήστρα, για να μπορέσει ν’ αγοράσει πράγματα να φάει.
Στις «Μεταμορφώσεις», ο Οβίδιος λέει ότι η Μήστρα είχε την ικανότητα ν’ αλλάζει μορφές κι έτσι, κάθε φορά που την πουλούσε ο πατέρας της, αυτή μεταμορφωνόταν σε ζώο, ξέφευγε και γύριζε πίσω για να μπορέσει εκείνος να την ξαναπουλήσει. Ούτε η Μήστρα κατάφερε να σώσει τον Ερυσίχθονα, όμως.
Μη έχοντας τίποτα να φάει πια, στο τέλος έφαγε τις ίδιες του τις σάρκες.
Ο μύθος του Θεσσαλού Ερυσίχθονα – «αυτού που προκαλεί πληγή στη γη» – φαίνεται πως είναι το πρώτο ή ένα από το πρώτα οικολογικά μηνύματα στην ιστορία της ανθρωπότητας: Η πρώιμη συνειδητοποίηση ότι τελικό θύμα της καταστροφής της φύσης από τον άνθρωπο είναι ο άνθρωπος ο ίδιος.

Το διαβάσαμε από το: Το όνομά μου είναι Ερυσίχθων http://thesecretrealtruth.blogspot.com/2017/09/blog-post_9240.html#ixzz4tVekhhJ3

Αδώνια Μυστήρια


adwnia-2011
Το παρόν άρθρο θα αποπειραθεί να αναδείξει τις επιβιώσεις των αρχαίων ελληνικών τελετουργικών δρωμένων του Θεού Αδώνιδος στην σημερινή εποχή. Αλλωστε, η πρόσληψη και η κατανόηση των ταφικών δρωμένων που την περίοδο του Πάσχα επιτελούνται από την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, κατά την γνώμη μας, δεν καθίσταται ολοκληρωμένη εάν δεν συνδέσουμε τα τελέσματα αυτά με την πρωταρχική τους τελετουργική μορφή, που ανάγεται στα αντίστοιχα θρησκευτικά θέσμια των αρχαίων ελληνικών λατρειών.

Η καθιέρωση των διαφόρων μορφών τελετουργιών και εορτών στην ελληνική θρησκεία ήταν σχεδόν πάντοτε συνυφασμένη με το αντίστοιχο μυθολογικό υπόβαθρο. Η ιερά μυθολογική παράδοση διαπνέει και μορφοποιεί όλες τις εκφάνσεις του ελληνικού πολιτισμού, την θρησκεία, την τέχνη, την λογοτεχνία ακόμη και τον φιλοσοφικό λόγο (Burkert,1997).

Ο μύθος ενός θεού

Από τις τρεις βασικές μυθολογικές-γενεαλογικές αποτυπώσεις του θεού Αδώνιδος θα προτιμήσουμε να περιγράψουμε αυτήν που διασώζεται στις περίφημες μεταμορφώσεις του Οβιδίου και τον συνδέει με την παράδοση της Κύπρου, εκεί που, όπως γνωρίζουμε, η λατρεία της θεάς Αφροδίτης και του Αδώνιδος γνώρισε τεράστια διάδοση.

Οταν η Μύρρα, κόρη του Βασιλέα της Πάφου Κινύρα και της Κεχρηίδας, έφθασε σε ηλικία γάμου, ο πατέρας της την ρώτησε ποιον θα ήθελε να παντρευτεί και αυτή απάντησε, με έναν «όμοιο» με εσένα. Ο άνομος έρωτας της κόρης για το πατέρα ήταν τόσο δυσβάσταχτος, που η Μύρρα θέλησε να βάλει τέρμα στην ζωή της. Ομως την σταμάτησε τελευταία στιγμή η παραμάνα της η Ιππολύτη, η οποία της υποσχέθηκε με όρκους ότι, αν δεν προχωρούσε στην πράξη της, θα την βοηθούσε σε ότι και να τις ζητούσε. Οταν η Κεχρηίδα έλειπε στην εορτή των θεσμοφορίων, η Ιππολύτη, μέθυσε τον Κινύρα με διονυσιακό οίνο και η Μύρρα κατάφερε με αυτόν τον τρόπο να συνευρεθεί με τον πατέρα της για δώδεκα ημέρες και νύχτες. Οταν ο Κινύρας συνήλθε από την μέθη θέλησε να δει το πρόσωπο της ερωμένης του και όταν αντιλήφθηκε την πλεκτάνη άρπαξε το ξίφος του να την σκοτώσει. Η Μύρρα ξέφυγε από το μένος του πατέρα της και περιπλανήθηκε για εννέα κύκλους της Σελήνης κυοφορώντας τον καρπό της ερωτικής μίξης μαζί του. Στο τέλος του ένατου κύκλου η Μύρρα απέτεινε ικετευτικό λόγο προς του θεούς λέγοντας: «είναι δίκαιη, δεν το αρνούμαι, η τιμωρία μου, μα σας ζητώ, για να μη μιαίνω μήτε τους ζωντανούς- αν επιζήσω- μήτε τους νεκρούς – αν θα πεθάνω – και από τα δύο βασίλεια να με αποπέμψετε, μεταμορφώστε με έτσι που και ζωή και θάνατο μαζί να μου αρνηθείτε (Οβιδίος,2002).

Τότε το σώμα της Μύρρας άρχισε να μεταμορφώνεται σε δέντρο. Τα πόδια της έγιναν ρίζες, το σώμα της κορμός δέντρου, και τα ικετευτικά απλωμένα στον ουρανό χέρια της, κλαδιά. Μόλις ολοκληρώθηκε η μεταμόρφωση ο φλοιός του δέντρου αποσχίστηκε και εγγενήθη ο πανέμορφος μύρινος Αδωνης!

Αιμομιξία και αρχαία Ελλάδα

Σε αυτό το σημείο θεωρούμε απαραίτητο να αποσαφηνίσουμε το ζήτημα της αιμομιξίας στον μυθολογικό ορίζοντα της ελληνικής θρησκείας. Ως πράξη, βεβαίως, και ήταν απορριπτέα στον ελληνικό κόσμο, γι’ αυτό και τελικά η Μύρρα τιμωρήθηκε. Θα πρέπει όμως να επισημάνουμε ότι οι μυθολογικές περιγραφές υποκρύπτουν πάντοτε και εσωτερικές-μυστηριακές προεκτάσεις που δεν ακολουθούν τις κοινωνικά καθορισμένες ηθικές. Η Μύρρα ήθελε να μιχθεί με ένα ψυχικό μέγεθος εξελικτικά «όμοιο» με το πατέρα της, και εφόσον δεν υπήρχε, τότε αναπόφευκτα η μίξη, δηλαδή η μετάδοση των μυστηριακών θέσμιων θα έπρεπε να συντελεστεί από τον ίδιο τον Κινύρα. Γι’ αυτό το λόγο και η ερωτική συνεύρεση κράτησε δώδεκα ημέρες και νύχτες, και μάλιστα υπό την επίδραση του διονυσιακού οίνου, γεγονός υποδηλώνει την όλη μυστηριακή δομή του μύθου.

Η ανατροφή του Αδωνη

Αμέσως μόλις γεννήθηκε ο Αδωνης τον παρέλαβαν οι νύμφες να τον πρωταναθρέψουν μυστικά εντός ενός ιερού σπηλαίου. Μόλις έφεραν εις πέρας το έργο τους, η Θεά Αφροδίτη πήρε τον Αδωνη από τις νύμφες και τον παρέδωσε στην Περσεφόνη για να ολοκληρώσει την μυστηριακή του ανατροφή, αφού τον τοποθέτησε κρυφά σε μία λάρνακα (ξύλινη κιβωτός από κυπαρισσόδεντρο, Liddell-Scott,2006). Οσο όμως ο νέος πλησίαζε προς την ενηλικίωση του και το φυσικό κάλλος του γίνονταν ανυπέρβλητο, η Αφροδίτη μαγεύτηκε από την ομορφιά του, ενώ και ο Αδωνης ερωτεύτηκε σφόδρα την πολυύμνητη θεά.

Η Περσεφόνη, συνεπαρμένη από την ωραιότητα του Αδώνιδος αρνήθηκε να τον δώσει πίσω και τότε οι θεές αποτάθηκαν στον Κρονίδη Δία να δώσει την λύση. Ο Δίας αποφάσισε, το ένα τρίτο του έτους να παραμένει ο νέος με την Περσεφόνη στον Αδη και το υπόλοιπο διάστημα να επανέρχεται και να ζει με την Αφροδίτη. Το τρίτο του χρόνου θα το αφιέρωνε όπου εκείνος επιθυμούσε. Ο Αδωνης επέλεξε το δικό του χρόνο να τον αφιερώσει στην αγαπημένη του θεά Αφροδίτη, για να χαίρονται περισσότερο χρόνο του ετήσιου κύκλου τον θείο έρωτά τους. Και σε αυτήν την αφήγηση, διαφαίνεται ο μυστηριακός ορίζοντας του μύθου, αφού η απόφαση του Διός είναι όμοια με αυτήν που έδωσε στην θεότητα της Ελευσίνος Περσεφόνη, όταν ο Αδης θέλησε να την κρατήσει κοντά του.

Η Αφροδίτη, ενόσω γεύονταν τον ερωτά της, συμβούλεψε τον Αδωνη, που αρέσκονταν στο κυνήγι, να προσέχει και να μην είναι παράτολμος. Εκείνος δεν την άκουσε, έτσι κάποια στιγμή ο θεός Αρης του έστειλε έναν αγριόχοιρο που του κατάφερε ένα θανατερό πλήγμα στην ηβική του χώρα. Η θεά άκουσε τον γοερό βόγγο του αγαπημένου της και έπεσε επάνω του θρηνώντας για τον χαμό του. Αμέσως μετά παραίνεσε τους ανθρώπους να καθιερώσουν εορτή προς τιμήν του εραστή της, εις αιώνια ανάμνηση του δικού της θρήνου για τον όμορφο θεό, και καθώς περιέρραινε το σώμα του με νέκταρ, από τον ουρανό κατήλθε λευκό σύννεφο και ο Άδωνης αναλήφθηκε με αυτό στα ουράνια δώματα των αθανάτων.

Μια γνώριμη εορτή!

Η εορτή που εγκαθιδρύθηκε ονομάστηκε Αδώνια ή αλλιώς Κήποι Αδώνιδος Τα Αδώνια ήταν μία επιτάφια ιδιωτική-οικιακή εορτή που τελούνταν κάθε χρόνο σε όλες σχεδόν τις ελληνικές πόλεις προς τιμήν του Αδωνη και της Αφροδίτης. Η διάρκεια της εορτής ήταν συνήθως διήμερη, αλλά σε κάποιες πόλεις μπορούσε να διαρκέσει ακόμη και για μία εβδομάδα (Βρεττός, 2002). Τα τελετουργικά αυτά λάμβαναν χώρα κυρίως κατά την εποχή της ανοίξεως και όπως ο μεγάλος Ελληνας λαογράφος Ν. Πολίτης επισημαίνει, αυτά «…ετελούντο δ’ εν Αθήναις και εν άλλαις πόλεσι της Ελλάδος περί τα τέλη Μαρτίου…». Πολλοί μελετητές ισχυρίζονται ότι η λατρεία αυτή εισήχθη στον ελλαδικό χώρο από την πόλη Βύβλο της Συρίας τον 5ο π.Χ αιώνα, που βεβαίως την εποχή εκείνη κατοικούνταν και από ελληνικό πληθυσμό. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν σημαντικές αναφορές ότι η λατρεία του θεού ήταν αναπτυγμένη ήδη από το 600 π.Χ. στον θρησκευτικό κύκλο των γυναικών που πλαισίωναν την Σαπφώ στην Λέσβο (Burkert, 1993).

Η τελετή χωριζόταν σε δύο κύρια μέρη. Η πρώτη μέρα ήταν πένθιμη και ονομάζονταν «αφανισμός». Στο κομμάτι αυτό οι γυναίκες ακολουθούσαν όλα τα καθιερωμένα τελετουργικά της κηδεύσεως του Αδωνη που ονομάζονταν και ως «πρόθεσις» του νεκρού. Κατά την ταφική διαδικασία της προθέσεως, οι μαυροφορεμένες γυναίκες τοποθετούσαν σε νεκρική κλίνη ένα ξύλινο ομοίωμα (ξόανο) του Αδώνιδος και επιτελούσαν, σαν να είχαν ένα νεκρό σώμα, τα ταφικά τελετουργικά. Επλεναν με νερό το ξόανο, μύρωναν το σώμα του Θεού, το έντυναν με το χαρακτηριστικό ύφασμα των νεκρών, το σάβανο και νεκροστόλιζαν με αρωματικά άνθη και κλαδιά αειθαλών δέντρων την κλίνη του. Ο ποιητής Θεόκριτος, που έζησε 3ο αιώνα π.Χ. και ήταν ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της Ελληνιστικής εποχής, περιγράφει με εξαίσιο τρόπο στο 15ο ειδύλλιό του με τίτλο Συρακουσίαι ή Αδωνιασταί την ατμόσφαιρα της εορτής: :

«Εχουν στρώσει αργυρή κλίνη νεκρική για τον όμορφο Θεό. Δίπλα της, βρίσκονται καρποί που δίνουν τα κλαδιά των ιερών δένδρων, και άνθη φυλαγμένα σε πήλινα δοχεία, οι περιώνυμοι κήποι του Αδωνη.

Ο πολυέραστος Αδωνης, αυτός που αγαπούν και στον Αχέροντα ακόμη!

Δέσποινα Αφροδίτη, εσύ είσαι που κρατείς στα χέρια τώρα το ρόδινο σώμα του Αδωνη».

Σημαντικό μέρος στην τελετή διαδραμάτιζαν οι λεγόμενοι «Κήποι Αδώνιδος». Οι γυναίκες εννέα ημέρες πριν την εορτή, τοποθετούσαν μέσα σε αγγεία πήλινα σπόρους από φυτά που αναπτύσσονται γρήγορα, συνήθως σίτο, μαρούλι, μάραθο ή και διάφορα άνθη. Τοποθετούσαν τα αγγεία αυτά στις στέγες των σπιτιών ή όπου αλλού αυτά θα δέχονταν την θερμότητα των ηλιακών ακτινών ώστε να μεγαλώσουν γρήγορα. Τα φυτά αυτά συμβόλιζαν την νεότητα και το σφρίγος του νεανία θεού, ενώ αναβλασταίνουν γρήγορα και μαραίνονται απότομα, όπως απότομα και πρόωρα αφανίστηκε και ο Αδωνης.

Θρήνος, επιτάφιος και ανάσταση

Κατόπιν ακολουθούσε ο θρήνος του νεκρού Αδώνιδος. Ο θρήνος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των ελληνικών ταφικών τελετουργιών. Εχουμε την τύχη να διασώζεται αυτούσιος ένας τελετουργικός θρήνος του Αδώνιδος από τον Βίωνα τον Σμυρναίο που έζησε τον 2ο αιώνα π.Χ. Το έργο του «Επιτάφιος Αδώνιδος» αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ποιητικά κείμενα της Ελληνιστικής περιόδου που περιγράφει με αριστουργηματικό λογοτεχνικό τρόπο τον θρήνο της Θέας Αφροδίτης για τον Αδωνη.

Τον Αδωνη θρηνολογώ, τον όμορφο που εχάθη,

«πάει, χάθηκεν ο Άδωνης» οι Έρωτες θρηνούνε.

Στα πορφυρά σου Κύπριδα να μην ξαναπλαγιάσεις,

βάλε τα μαύρα σου, καλή, και να στηθοκοπιέσαι,

σύρε φωνή, ο Αδωνης χάθηκεν, ο καλός σου.

Τον Άδωνη θρηνολογώ και οι Ερωτες θρηνούνε

Επειτα ακολουθούσε η λεγόμενη «Εκθεσις» του ομοιώματος του θνήσκοντος Θεού, δηλαδή η περιφορά, η μετάβαση της ταφικής λάρνακας από τον οίκο προς τον χώρο ταφής του. Στην πομπή προπορεύονταν οι άντρες και ακολουθούσαν οι γυναίκες, οι αναμμένοι πυρσοί και τα κεριά προσέδιδαν σε αυτήν την επιβλητική πομπή μια ιδιαίτερα κατανυκτική ατμόσφαιρα. Οι πένθιμοι ύμνοι συνεχίζονταν κατά την διαδρομή με την συνοδεία αυλού που παρήγαγε έναν θρηνητικό ήχο και ονομάζονταν γίγγρα. Οταν έφταναν στον υποτιθέμενο χώρο ταφής, έθαβαν το ομοίωμα και ακολουθούσαν οι καθιερωμένες ταφικές χοές, καθώς και ο τελετουργικός κυκλικός χορός των γυναικών γύρω από τον τάφο.

Η επόμενη ημέρα των Αδωνίων ήταν χαρμοσύνη και ενθουσιαστική και ονομάζονταν «Εύρεσις». Εκεί εόρταζαν την ανάσταση, την αναγέννηση του Αδώνιδος με χορούς και γέλια, και συνέτρωγαν με πλούσια γεύματα που προέρχονταν από τις καθιερωμένες θυσίες.

Τα «Πάσχα» των προχριστιανικών παραδόσεων

Οι πολυθεϊστικές θρησκείες πολλών παραδοσιακών πολιτισμών εμπεριέχουν το αρχέτυπο του θνήσκοντος και αναγεννώμενου θεού. Στην Αίγυπτο ο Οσιρις, στους Βαβυλωνίους ο Ταμμούζ, στην Φρυγία ο Αττης κ.α. Οι μονοθεϊστικές θρησκείες και ειδικότερα ο χριστιανισμός, στις περιοχές που επιβλήθηκε και υπήρχε ήδη ένα τέτοιο αρχέτυπο, περιέβαλε τον δικό της θεό με τις ίδιες σχεδόν θεολογικές και τελετουργικές πρακτικές, γιατί αντιλήφθηκε με το πέρασμα των χρόνων ότι με αυτόν τον τρόπο θα ήταν πιο ευχερή η επικράτησή του.

Κατά την διάρκεια της Ανοιξης και πιο συγκεκριμένα της εαρινής ισημερίας (21 Μαρτίου), όπου και τελούνταν αυτές οι εορτές, ο ήλιος ανέρχεται σταδιακά από το νότιο ημισφαίριο της γης που κυριαρχεί το ψύχος και το σκοτάδι, κατάσταση παρόμοια με το σκότος του Άδη και μετέρχεται προς την επικράτηση του φωτός και της θερμότητος. Η αναγέννηση της φύσεως σηματοδοτεί και την αντίστοιχη αναγέννηση της ανθρώπινης πνευματικότητας (Αρβανάτικης, 2009).

Πιο συγκεκριμένα, στην Ελληνική θρησκευτική παράδοση, ο Αδωνης συμβολίζει την ίδια την ανθρώπινη ψυχή που πεθαίνει και αναγεννιέται συνεχώς, οι συνεχόμενες όμως επαναγεννήσεις του θα εξελίξουν την ψυχή, προσδίδοντάς της το απαραίτητο ψυχικό κάλλος. Τότε θα νομιμοποιείται να ανέλθει στα ανώτερα θεϊκά πεδία. Η ανυπέρβλητη φυσική ωραιότητα του Αδώνιδος αντανακλά σε εξωτερική μορφή το αντίστοιχο εσωτερικό ψυχικό του κάλλος. Αυτό το εσωτερικό κάλλος της ανθρώπινης ψυχής ήταν και το ζητούμενο από τους μετέχοντες της ελληνικής θρησκευτικής παραδόσεως.

Τι μας θυμίζει;

Οπως εύκολα γίνεται αντιληπτό από την περιγραφή της εορτής των Αδωνίων, τα χριστιανικά θρησκευτικά δρώμενα του εορτασμού του Πάσχα από την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία ομοιάζουν σε μεγάλο βαθμό στις τελετουργικές πρακτικές των αρχαίων ελληνικών παραδόσεων. Αυτό βέβαια συμβαίνει γιατί, όπως θα αποδείξουμε, η χριστιανική θρησκεία, αν και προσπάθησε με κάθε τρόπο να εξαλείψει τα ταφικά έθιμα, τελικά αυτά κατάφεραν και όχι μόνο να επιβιώσουν, αλλά παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητα, παρόλο τον ανηλεή πόλεμο που δέχθηκαν.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας καταδίκαζαν ήδη από την πρώιμη χριστιανική περίοδο τα αρχαία ταφικά τελετουργικά δρώμενα, όπως για παράδειγμα τον θρήνο, την περιφορά του νεκρού, ακόμη και τα μνημόσυνα που σήμερα θεωρούμε δεδομένο ότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της χριστιανικής πίστης. Δεν αντιμάχονταν βέβαια τόσο τα ίδια τα έθιμα, όσο την παγανιστική τους καταγωγή, αφού η τήρηση των εθίμων αυτών είχε ως αποτέλεσμα να διατηρούνται εν ισχύ τα τελετουργικά της ελληνικής θρησκείας.

Με το πέρασμα των αιώνων, η προσήλωση του ελληνικού λαού στα έθιμα αυτά ήταν ακλόνητη, γεγονός που εξανάγκασε τους Πατέρες της Εκκλησίας να τα εγκολπώσουν τελικά στην χριστιανική πίστη. Η προσπάθεια όμως αυτή, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Μ. Aλεξίου « …δεν υπήρξε μόνο ασυνείδητη φυσική διεργασία, αλλά ήταν και αποτέλεσμα συνειδητών παρεμβάσεων της Εκκλησίας».

Οι απόπειρες απεμπολής των δρωμένων αυτών βέβαια δεν σταμάτησαν ακόμη και έως τον προηγούμενο αιώνα. Η περιφορά του επιταφίου της Μ. Παρασκευής που πολλοί από τους αναγνώστες του παρόντος άρθρου πιστεύουν ότι αποτελεί αναπόσπαστο και απολύτως καθιερωμένο στην χριστιανική πίστη έθιμο, θα διαπιστώσουν με την παρακάτω ατράνταχτη απόδειξη, ότι στην πραγματικότητα είναι προϊόν… αντιγραφής! Η εγκύκλιος της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος της 12 Μαΐου του 1882, θεωρεί το έθιμο της περιφοράς του επιταφίου ως «άσκοπον και ανεβλαβές», ενώ επικαλείται για την κατάργηση της περιφοράς, τις σχετικές θεολογικές θέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Μπακούρος, 2001). Ακόμη και ο επιτάφιος θρήνος, όπως αναφέρει ο Β. Μπακούρος, «ως τελετή αποτελεί εκκλησιαστική ιεροπραξία που διαμορφώθηκε σταδιακά και το κυριότερο στοίχησε με τις απαιτήσεις της λαϊκής ψυχής».

Είναι άξιο αναφοράς, εν κατακλείδι, να επισημάνουμε ότι, οι σύγχρονοι πολυθεϊστές με την σχετική θρησκευτική ελευθερία των τελευταίων ετών, όχι απλά αναβιώνουν αλλά βιώνουν εκ νέου τα τελετουργικά αυτά δρώμενα προς τιμήν του θεού Αδώνιδος, γεγονός που αποδεικνύει το πόσο βαθιά ριζωμένη είναι η ελληνική κοσμοθέαση στις ψυχές αυτού του λαού.

Who is Who: O Ιωάννης Μπουσίου είναι απόφοιτος στης σχολής Ανθρωπιστικών Σπουδών του Ανοιχτού Πανεπιστημίου Πατρών, με ειδίκευση στον ελληνικό πολιτισμό. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Σημείωση: Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο εβδομαδιαίο περιοδικό του Ελεύθερου Τύπου, τα “Φαινόμενα”.

Βιβλιογραφία

Αρβανιτάκης, Π.(2009), «Αδώνια και Παράδοσις», Ιαχή, 21 Μαρτίου, σελ., 4.
Βρεττός, Λ.(2002), Λεξικό:Τελετών,Εορτών Και Αγώνων Των Αρχαίων Ελλήνων, 2η έκδοση, Αθήνα: Κονιδάρη(1η εκδ 1999).
Βίωνος, Επιτάφιος Αδώνιδος, μτφ. Μπουκάλας, Π., Αθήνα 1991:Αγρά
Θεόκριτος, Μόσχος Και Βίων:Βουκολική Ποίηση Της Ελληνιστικής Περιόδου, εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Μαυρόπουλο, Θ., Αθήνα 2007 : Ζήτρος
Λέτσας, Α.(1989), Μυθολογία Της Γεωργίας:Θρησκεία-Μυθολογία, Ανιμισμός–Μαγείες.-Ταμπού-Τοτεμισμός-Φετιχισμός-Ανθρωπομορφισμός Αθήνα:Τεχνοτυπική (1η έκδ 1949).
Μαρίνης, Π. (2003), Η Ελληνική Θρησκεία, Αθήνα: Νέα Θέσις
Μπακούρος, Κ. Β, Οι Ωραίοι Νεκροί: Επιτάφιος Αδώνιδος Επιτάφιος Θρήνος, Αθήνα 2001: Έσοπτρον.
Οβιδίος Περί Μεταμορφώσεων, ό μετήνεγκεν εκ της λατίνων φωνής εις την ελλάδα Μάξιμος μοναχός ο Πλανούδης,εκδίδουν Μανώλης Παπαθωμόπουλος, Ισαβέλλα Τσαβαρή, Αθήνα 2002:Ακαδημία Αθηνών, Κέντρον Εκδόσεως Έργων Ελλήνων Συγγραφέων.
Πολίτης, Ν.(1966),Λαογραφικά σύμμεικτα,2ηέκδοση Τόμος Γ΄,Αθήνα : Ακαδημία Αθηνών.(1η εκδ 1931)
Alexiou, M. (2002), Ο Τελετουργικός Θρήνος Στην Ελληνική Παράδοση, επιμέλεια αναθεώρησης μετάφραση, Γιατρομανωλάκος Ν. Δημήτρης , Ροΐλος Α. Παναγιώτης, Αθήνα: ΜΙΕΤ.
Burkert, W. (1997), Ελληνική Μυθολογία Και Τελετουργία: Δομή Και Ιστορία, 2η έκδοση, μτφ. Ανδρεάδη Η., Αθήνα :MIET.(1η εκδ 1993).
Burkert, W. (1993), Αρχαία Ελληνική Θρησκεία: Αρχαϊκή και Κλασική Εποχή, μτφ. Μπεζαντάκος Π. Ν, Αβαγιανού A., Αθήνα: Καρδαμίτσα,(1η εκδ 1977).
Scott, R.- Liddell, G. H.(2006), Λεξικόν Της Ελληνικής Γλώσσας, 2η έκδοση., Τ΄5ος , Αθήνα: Πελεκάνος (1η εκδ 1901).
West, M.L. (2004), Αρχαία Ελληνική Μουσική, 2ηεκδοση, μτφ. Κομνηνός Σ., Αθήνα: Παπαδήμα.(1η εκδ 1999).

metafysiko.gr

Η σελήνη στην Μυθολογία μας


Hughes_Radiant-Moon_m
Το όνομά της ετυμολογείται από το σέλας (φως). Στην Ελληνική μυθολογία και Ελληνική Εθνική Θρησκεία η Σελήνη, ή Μήν (από τη σεληνιακή μηνολόγηση) ή Πασιφάη (στη Λακωνία), είναι τιτανική οντότητα, Κατά την Θεογονία του Ησιόδου η Σελήνη είναι κόρη του Υπερίωνα και της Θείας και αδελφή της Ηούς (Αυγής), και του Ηλίου, ο οποίος τη φωτίζει αιώνια λόγω της αδελφότητάς τους.

Απεικονίζεται συνήθως ως θηλυκή μορφή με μία ημισέληνο ως στέμμα και έφιππη ή οδηγώντας άρμα με φτερωτούς ίππους. Άλλοτε οι περιγραφές την θέλουν να οδηγεί μια αγέλη βοών και το ημισεληνιακό της στέμμα συσχετισμένο με τα κέρατα του ταύρου. Διασχίζει κυκλοτερώς τον ουρανό όμοια με τον αδελφό της, πάνω σε άρμα που σέρνουν δύο ημίονοι, ίπποι ή ταύροι, κατά το ένα μέρος τους λευκοί και κατά το άλλο μαύροι, αλληγορία του ότι μόνο η μία πλευρά της σεληνιακής επιφάνειας φωτίζεται από το ηλιακό φως.

Σύμφωνα με διάφορες τοπικές παραδόσεις, έσμιξε με τον Αέρα με τον οποίο και γέννησε μία μόνο θυγατέρα, τη Δρόσο, με τον Θεό Δία (σύμφωνα με την αττική παράδοση) από τον οποίο γέννησε την Πανδία (εκ του παν-δίος, δηλ. πανθειοτάτη), με τον Θεό Πάνα (σύμφωνα με την αρκαδική λατρεία της επί του Λυκαίου όρους), με τον θνητό Ενδυμίωνα με τον οποίο γέννησε 50 κόρες, όσοι και οι σεληνιακοί μήνες της κάθε Ολυμπιάδας και, τέλος, με τον αδελφό της Ήλιο (μια παράδοση της ύστερης αρχαιότητας που διασώζει ο Κόιντος ο Σμυρναίος).

Στο θεολογικό και συμβολικό επίπεδο, η Θεά Σελήνη αποτελεί τη θηλυκή αρχή της δημιουργίας του Κόσμου, καθώς και την πόρτα προς την απόκρυφη φύση της ανθρωπότητος και του Σύμπαντος, προς εκείνο δηλαδή που μένει άφατο στην συνηθισμένη θέαση της Φύσεως. Υπό αυτή την έννοια θεωρείται ότι στοιχειώνει άμεσα το φαντασιακό και το υποσυνείδητο.
Αποτελεί επίσης η Σελήνη τη σελασφόρο εικόνα του κυκλικού χρόνου, είναι δηλαδή μία μικρογραφία της ροής του παντός. Οι άπειρες νέες σελήνες συμβολίζουν τα άπειρα χρονικά σημεία του κάθε πέρατος που αυτομάτως σηματοδοτεί μία νέα αρχή. Η σκοτεινή σελήνη επιτρέπει σε όλες τις ενέργειες να κατακαθίσουν και να ηρεμήσουν. Το Σύμπαν απεκδύεται το πολλοστό νεκρό παλαιό και ξεκινάει ξανά, φορώντας επάνω του το επίσης πολλοστό επόμενο νέο. Ο ίδιος κύκλος με τα ανθρώπινα γυναικεία έμμηνα και ο ίδιος συμβολισμός.

Οι άπειρες πανσέληνοι από την άλλη, συμβολίζουν τα άπειρα χρονικά σημεία της κορύφωσης των ενεργειών στο συμπαντικό μάξιμουμ. Στην αθηναϊκή της λατρεία τής προσέφεραν σπονδές καθαρού ύδατος και μικρούς άρτους σε σχήμα ημισελήνου (σελήνιοι πλακούντες). Ιερό χρώμα της το ασημένιο και το λευκό, και ιερό της μέταλλο ο άργυρος.
Είναι η πρώτη και η μόνη σεληνιακή Θεά στην αρχαιότερη ποίηση. Τα επίθετα που της αποδίδονται είναι Αίγλη, Πασιφάη, Μήνη και Φοίβη. Με την εξέλιξη της μυθολογίας και άλλες Θεές συσχετίσθηκαν με τη Σελήνη, όπως η Εκάτη, η Άρτεμις, και η Ήρα.

diaforetiko.gr : H selhnh sthn ellhnikh mythologia 2 Η Σελήνη στην Ελληνική Μυθολογία
πηγή: http://www.apocalypsejohn.com/

Ο μύθος του Θησέα

thiseas_rock αλλά που να βρεθούν σήμερα ήρωες…
γράφει ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ
ΟΜΟΤΙΜΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ Τ.Ε.Ι.
konkoul.blogspot.gr

θα βρεθεί ένας σύγχρονος Θησέας στην Ελλάδα να σώσει τους Έλληνες;;;

ο μύθος: μια φορά και ένα καιρό, τα παλιά τα χρόνια, οι Αθηναίοι είχαν υποχρέωση να πληρώνουν ποινή, χρέος θανάτου, στους Κρήτες, στον Μίνωα, επειδή είχαν σκοτώσει το γυιό του. Κάθε 9 χρόνια έστελναν 7 νέους και 7 νέες για να τους φάει το τέρας, ο Μινώταυρος, στα βάθη ενός κτίσματος, του λαβύρινθου, που όποιος έμπαινε δεν μπορούσε να βγει. Ο Θησέας, πρίγκιπας της Αθήνας, (ημίθεος ο ίδιος), αποφάσισε να πολεμήσει και να σκοτώσει το θηρίο, (τον Μινώταυρο), να σώσει τους Έλληνες- Αθηναίους και να τους απαλλάξει από το ατελείωτο χρέος θανάτου που τους είχε επιβληθεί (ιδιαίτερα για τους νέους)… γι αυτό μπήκε στον λαβύρινθο με την βοήθεια της Αριάδνης και ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟ ΘΗΡΙΟ ΠΟΥ ΕΤΡΩΓΕ τους ΕΛΛΗΝΕΣ. Όταν γύρισε στην Αθήνα, τιμήθηκε από τους συμπατριώτες του και ανακηρύχθηκε Βασιλιάς και ο πιο τιμημένος ήρωας μετά το Ηρακλή…

Να λοιπόν που οι μύθοι, όπως και η Ιστορία, επαναλαμβάνονται! Οι Έλληνες, ο Ελληνικός λαός σήμερα, καταδικασμένος από τους κατακτητές του, παραδομένος από τους ηγέτες του, προσφέρει κάθε μέρα σταγόνα-σταγόνα την ψυχή του σε μια αόρατη δύναμη, τις αγορές, που τον καταδίκασαν μαζί με τους «φίλους»μας σε μια διαρκή εξευτελιστική υποβάθμιση της ποιότητας ζωής του.
Η Ελλάδα, αλλά κυρίως ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ είναι ένα ζωντανό «πειραματόζωο» πάνω στο οποίο δοκιμάζονται σύγχρονες μέθοδοι διάλυσης κοινωνικών δομών, Εθνικών θεσμών και Πίστεων… Η θεωρία του σοκ σε εφαρμογή…
Στην θέση αυτή την «κατάντησαν» οι εκλεγμένοι άρχοντες Κυβερνήτες που αρχικά προγραμματισμένα, προσχεδιασμένα, μεθοδευμένα, συστηματικά, με πρωτοπόρο τον ΓΑΠ και εκτελεστή τον ΓΣΠ παρέδωσαν την Ελλάδα ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ στα νύχια των δήθεν δανειστών αλλά στην πραγματικότητα των κατακτητών ΔΥΝΑΣΤΩΝ , στα νύχια των κατοχικών δυνάμεων που επέβαλαν εξαθλίωση… και μακροχρόνια κατοχή, όχι με τα όπλα αλλά με τα δάνεια. Η συνεχιστές δοσίλογοι ανταγωνίζονται ποιος είναι πιο πιστά αφοσιωμένος στις εντολές των κατακτητών.
Θα απογειωθούμε το 2013 λέει ο Πρωθυπουργός… στο πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του και σε πρόσφατη συγκέντρωση Βουλευτών του μεταθέτει την απογείωση για μετά τον Σεπτέμβριο… αλλά να δεθούμε καλά μην πέσουμε!!!
Επικοινωνιακά κόλπα θα μου πείτε αλλά να ,απογειώθηκε η ανεργία των νέων…ΠΡΩΤΟΙ στην Ευρώπη με ποσοστό 62% και στη γενική απεργία σε 27% με βέβαιο στόχο το 33%. Αληθινή απογείωση επικίνδυνης πτήσης θανάτου.
Μια μικρή πόλη αυτοκτονίες!!! κάθε χρόνο…(πάνω από 3500) και πόσες δεν ανακοινώνονται, άλλωστε το ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο (που έληξε για πολλοστή φορά η θητεία του και ανανεώθηκε πάλι) ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΕ (λογοκριτικά) την ανακοίνωση ειδήσεων και εικόνων που δείχνουν την απόλυτη εξαθλίωση των πολιτών…στα κρυφά είναι καλύτερα!!!
Ποιος θα σκοτώσει ο τέρας της Παγκοσμιοποίησης που πετυχαίνει μεθοδικά και προγραμματισμένα να επιβάλλει στους λαούς έλεγχο εξουσιών και στις Κοινωνίες την απόλυτη διάλυση … την κατάργηση της Εθνικής κυριαρχίας, την αρπαγή του Εθνικού πλούτου, την απαξίωση της Γης και την καταστροφή του περιβάλλοντος;;;

olympia.gr

Η νέα αρπαγή της Ευρώπης


Ο μύθος γνωρίζει πλήθος παραλλαγές, αλλά, γενικά, έχει ως εξής: η πανέμορφη Ευρώπη, βρισκόταν σε ένα λιβάδι με τις φίλες της, όταν τη συνάντησε ο Δίας. Μόλις την είδε, την ερωτεύτηκε παράφορα. Για να την πλησιάσει, μεταμορφώθηκε σε ένα ρωμαλέο λευκό ταύρο και πήγε δίπλα της. Εκείνη, γοητευμένη από το υπέροχο και δυνατό ζώο, αποφάσισε πρώτα να το χαϊδέψει και, στη συνέχεια να το ιππεύσει. Ε, ο ταύρος – Δίας δεν ήθελε και πολύ: άρχισε να τρέχει για να την πάρει μακριά κι εκείνη φώναζε κι έκλαιγε, αλλά δεν πηδούσε, από φόβο μη σκοτωθεί. Κι έτσι, έφτασε στην Κρήτη, όπου, μια μέρα γέννησε τον Μίνωα, καρπό του έρωτα του Δία, ο οποίος, εν τω μεταξύ, την είχε βαρεθεί κι είχε επιστρέψει στον Ολυμπο, αφού πρώτα την πάντρεψε με τον τοπικό βασιλιά για να την αποκαταστήσει…
Δεν είναι φοβερό το πώς μοιάζει να εκπληρώνεται ξαφνικά ο μύθος από τον οποίο η Ευρώπη πήρε το όνομά της; Σήμερα ξεκινά η αντίστροφη μέτρηση που, σε λιγότερο από ένα μήνα, στις 25 Μαρτίου, θα μας οδηγήσει, κατά πάσα πιθανότητα, επί της ουσίας, σε μια νέα Ευρώπη. Υπό την έννοια μιας ευρωζώνης με νέους κανόνες, αυτούς που θα φέρει το Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας.
Πρόκειται για μια Ευρώπη που ουδείς γνωρίζει ακριβώς ποια θα είναι και, η οποία, ούτε ιδρύθηκε από τους ιδρυτές – πατέρες της, ούτε αναπτύχθηκε στα ενδιάμεσα χρόνια, ούτε φυσικά ψηφίστηκε ποτέ από τους λαούς της, για να εξελιχθεί σε αυτό που τώρα φαίνεται να διαμορφώνεται. Μια Ευρώπη που υποφέρει άλλωστε και από θεμελιώδεις διαρθρωτικές ανισορροπίες, όπως την απουσία της Βρετανίας, προϋπόθεση η οποία έχει συμβάλλει καθοριστικά στο επιθετικό χτίσιμο της γερμανικής ηγεμονίας τα τελευταία χρόνια.
Αυτή τη στιγμή, λιγότερο από ένα μήνα πριν τις μεγάλες αποφάσεις, ουδείς ξέρει τι ακριβώς θα γίνει με την ευρωζώνη. Χθες, ο «πρόεδρος» της Ευρώπης κατέθεσε άλλη από τη γερμανική πρόταση, προκειμένου να δει μπας και μπορεί να σταματήσει λίγο τον γερμανικό ταύρο που τρέχει και δεν καταλαβαίνει τίποτα γύρω του…
Είναι φοβερό: στις καγκελαρίες γίνονται διαπραγματεύσεις που θα αλλάξουν το μέλλον εκατομμυρίων ανθρώπων και, στην πραγματικότητα, γίνονται ερήμην τους. Δεν ξέρουν τι συμβαίνει, δεν μαθαίνουν το πώς και το γιατί, δεν έχουν δώσει εντολή, ούτε τους τη ζήτησε κανείς. Και ζουν στις πιο προηγμένες δημοκρατίες του κόσμου! Αυτό κι αν είναι αρπαγή και της Ευρώπης και της δημοκρατίας… Τέτοιας θεμελιώδους σημασίας αλλαγές, αν τις επιχειρούσαν λ.χ. στην Αμερική χωρίς την εκπεφρασμένη λαϊκή βούληση, θα γινόταν σεισμός…
Ουδείς γνωρίζει λοιπόν σήμερα πού θα καταλήξει η «διαπραγμάτευση», αν μπορεί να ονομαστεί έτσι η προετοιμασία της Συνόδου. Γιατί ο… γερμανικός Δίας, δεν σηκώνει διαπραγματεύσεις. Εχει ήδη αποφασίσει ότι με κάθε κόστος, φτάνοντας στα άκρα, θα αρπάξει την Ευρώπη και θα της γεννήσει ένα νέο Σύμφωνο που θα οδηγήσει σε ένα κοινό νόμισμα που θα ταιριάζει μόνον στις δικές του, ή σε ελάχιστων χωρών τις πραγματικές προδιαγραφές. Ενα Σύμφωνο μιας υποχρεωτικά μονίμως πλεονασματικής ευρωζώνης με συνταγματικά, ενδεχομένως, κατοχυρωμένα τα μηδενικά ελλείμματα. Κι όποιος αντέξει…
Η όμορφη Ευρώπη, κλαίει τώρα στην πλάτη του ταύρου που τρέχει αφήνοντας σκόνη πίσω του. Αλλά δεν πρόσεχε, ήθελε παιγνίδια με τον ταύρο…
Να κατέβει, δεν μπορεί, από το γερμανικό σχέδιο – την περιμένει ο όλεθρος. Να συνεχίσει, δεν θέλει κι αν μπορούσε δεν θα τό κανε, γιατί το σχέδιο να την πάρει πάνω στα βουνά των πλεονασμάτων, δεν της είναι καθόλου μα καθόλου ευχάριστο και ξέρει ότι δεν μπορεί να το αντέξει…
Εχει απελπιστεί, αλλά δεν μιλάει. Τι να πει στον αρχηγό των θεών που, στην αρχή, της καλάρεσε κι όλας;
Φυσικά, δεν λέει κουβέντα. Το μόνο που επλίζει, είναι να μην πέσει από την πλάτη του Δία, να περάσει ο καιρός και να ρθει η ώρα που εκείνος πια θα τη βαρεθεί και θα την παρατήσει για να ανέβει στον Ολυμπο. Ε, θα της βρει κι ένα καλό παιδί από σπίτι, που θα το χει και το κάτι τις του…


Αναδημοσιευση Απο Βημα

rc-cafe.blogspot

Μύθος του Αισώπου για τους αλλαζόνες ηγέτες


Ένας αετός κυνηγούσε κάποτε έναν λαγό με τόσο μεγάλη ταχύτητα και επιδεξιότητα που όλα έδειχναν ότι το άτυχο ζώο δεν θα αργούσε να πέσει στα νύχια του. Κατατρομαγμένος, απελπισμένος και κουρασμένος από το τρέξιμο ο λαγός συνάντησε ξαφνικά στον δρόμο του ένα μικροσκοπικό σκαθάρι και προσπέφτοντας στα πόδια του είπε:

«Σε παρακαλώ, προστάτεψέ με από τον αετό και……
βοήθησέ με να γλιτώσω τη ζωή μου.»

Το σκαθάρι λυπήθηκε τον λαγό, του έδωσε θάρρος και υποσχέθηκε ότι θα του συμπαρασταθεί. Πράγματι, όταν ο αετός πλησίασε το θήραμά του το σκαθάρι μπήκε ανάμεσα σε αυτόν και το λαγό και του φώναξε:

«Αυτό το πλάσμα είναι υπό την προστασία μου. Άσε το να ζήσει και ψάξε κάπου αλλού για την τροφή σου.»

Ο αετός όμως ακούγοντας τα γενναία λόγια του σκαθαριού και βλέποντας το μικρό μέγεθός του, γέλασε αυτάρεσκα, έκανε μια χαψιά το λαγό και πέταξε μακριά, αδιαφορώντας για τις διαμαρτυρίες του μικροσκοπικού εντόμου.

Το σκαθάρι όμως πήρε πολύ βαριά αυτή την προσβολή. Ανέβηκε λοιπόν στην απόκρημνη φωλιά όπου προστάτευε τα αυγά του αετός και τα έσπρωξε όλα στον γκρεμό για να σπάσουν. Από τότε ο αετός δεν κατάφερε να ξαναποκτήσει παιδιά γιατί, όσο καλά και αν προστάτευε τη φωλιά του, κάθε φορά που γεννούσε αυγά και απομακρυνόταν για να βρει τροφή, το σκαθάρι ανέβαινε πετώντας μέχρι εκεί και του τα έσπαγε όλα.

Απελπισμένος, ο αετός απευθύνθηκε στο Δία του οποίου ήταν το σύμβολο και ζήτησε την προστασία του. Ο Δίας λοιπόν πήρε τα αυγά του αετού στην αγκαλιά του και υποσχέθηκε να τα προστατεύει μέχρι αυτά να εκκολαφθούν και να προσέχουν πλέον μόνα τους τον εαυτό τους.

Το σκαθάρι όμως δεν πτοήθηκε ούτε από τον νέο γιγαντιαίο και ισχυρό προστάτη των αυγών. Μάζεψε μια μικρή μπάλα κοπριά, πέταξε μέχρι τον Όλυμπο και την έριξε πάνω στο μπράτσο του Δία. Εκνευρισμένος τότε εκείνος έπιασε τον βόλο αυτής της βρωμιάς με το άλλο του χέρι και τον πέταξε μακριά. Πάνω στη βιασύνη του όμως, ξέχασε τα αυγά του αετού που κρατούσε και αυτά έπεσαν κάτω, σπάζοντας για άλλη μια φορά.

Αυτός ο μύθος ειπώθηκε από τον Αίσωπο πριν από πολλούς αιώνες. Η υπεροψία των πλούσιων και ισχυρών όμως που νομίζουν ότι η δύναμή τους και μόνο αρκεί για να υποτάξει τον φτωχό και τον αδύνατο εξακολουθεί να ματώνει αθώους και από τις δύο πλευρές.

Γιώργος Επιτήδειος
ksipnistere.blogspot

Μύθοι

dakria neraidas 2010.jpg

Οι αρχαίοι μύθοι είτε είναι Ελληνικοί είτε άλλων πολιτισμών, σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, αποκαλύπτουν οτι η ανθρώπινη ιστορία δεν ακολούθησε μία γραμμική πορεία από έναν πρωτόγωνο πολιτισμό σε ένα πιό εξελιγμένο αλλά μία σπειροειδή πορεία από έναν πανάρχαιο εξελιγμένο πολιτισμό σε μία συνεχόμενη παρακμή κα μετά παλί άρχισε η άνοδος. Ο Ησίοδος καταγράφει στο Έργα και Ημέραι οτι οι θεοί δημιούργησαν πρώτα το Χρυσό γένος των ανθρώπων. Τούτο το γένος ήταν το πιό σοφό και προηγμένο απ’ όλα και εν συνεχεία ακολούθησαν σε μία συνεχή παρακμή τα επόμενα γένη, φτάνοντας στο κατώτερο το Σιδηρούν. Ο Ουρανός ήταν κατά την αρχαία παράδοση ήταν ο πρώτος βασιλέας ο οποίος δημιούργησε ένα παγκόσμιο κράτος. Ανάλογες καταγραφές έχουμε και στις αρχαίες παραδόσεις των Κινέζων και των Ινδών. Αυτός ο πολιτισμός παρέμεινε στην μνήμη των ανθρώπων και μετά την καταστροφή του από κάποιον παγκόσμιο πόλεμο και από ένα μεγάλο κατακλυσμό. Δυστηχώς δεν έχει φτάσει σε εμάς λεπτομερής καταγραφή της ιστορίας εκείνου του πολιτισμού. Οι κύριες πηγές ήταν η μεγάλη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας και της Κωνσταντινούπολης οι οποίες καταστράφηκαν. Έφτασαν σε μας σποραδικές αναφορές οι οποίες μαζί με κάποια παράδοξα αρχαιολογικά ευρήματα μας μετέφεραν αχνά τον παλμό εκείνου του πολιτισμόυ. Στην μυθολογία αναφέρονται τα φοβερά όπλα των θεών, στα ιπτάμενα άρματά τους, τα αυτόματα μηχανήματα, στις μαγικές δυνάμεις που έφτιαχναν πελώρια τέρατα ή γκρέμιζαν ανίκητα τείχη. Αυτή η φαντασία είναι σχεδόν ταυτόσημη σε διάφορους λαούς. Ένας μύθος των Ελευσινίων Μυστηρίων μας λέει οτι η θεά Δήμητρα μετά από μία περιπλάνηση με το ιπτάμενο πύρινο άρμα της που εσύρετο από φτερωτούς δράκοντες προσγειώθηκε στην «αγέλαστο πέτρα» στην Ελευσίνα. Έπειτα παρέδωσε αυτό το άρμα στον Τριπτόλεμο ο οποίος έφυγε πετώντας και απουσίασε πολλά χρόνια με σκοπό να διδάξει και σε άλλους λαούς την τέχνη της σποράς και του θερισμού. Η Κινέζικη παράδοση μας λέει «Πριν έρθουν οι ουράνιοι βασιλείς, οι άνθρωποι ζούσαν σαν τα ζώα και δεν ήξεραν τον πατέρα τους. Όταν ήρθε ο ΦουΧι με την βοήθεια μιάς πολύ μορφωμένης βασίλισσας, έμαθε στον λαό τον γάμο, την μουσική, τα γράμματα. Τους έμαθε επίσης τις τέχνες του ψαρέματος και της καλλιέργειας της γης. Ο Αισχύλος επιμένει στην χρήση (στο θέατρο) φτερωτών αρμάτων, ιπτάμενων ανθρώπων και ζώων αλλά και περιέργων ενδυμάτων, όπως οι περίφημοι κοθόρνοι. Πιθανώς ο Αισχύλος θέλησε να αποκαλύψει με συμβολισμούς στους θεατές του κάποια μυστικά και αυτό εξηγεί και τις διώξεις του από το ιερατείο της εποχής και ίσως την ανεξιχνίαστη δολοφονία του. Από ένα πλήθος ιστορικών μαρτυριών καταλήγουμε στο συμπέρασμα οτι η πανάρχαια επιστημονική γνώση που επιβίωσε μετά τον κατακλυσμό, έμεινε καλά κρυμμένη μέσα στα ιερατεία από τους ιερείς και τους μυημένους στα αρχαία μυστήρια.

Μύθος Σπηλαίου-Πλάτωνας

 

Ένα πολύ σπουδαίο απόσπασμα, απο την ΠΟΛΙΤΕΙΑ του Πλάτωνα. Προτείνουμε σε όσους δεν το εχουν διαβάσει να μην το προσπεράσουν. Μέσα σε λίγες γραμμές, «λεει» πολλά ακόμα και για την κατάσταση που ζούμε σήμερα…

 

ΠΛΑΤΩΝ «ΠΟΛΙΤΕΙΑ»

Μετά από αυτά όμως Γλαύκωνα, είπα, φαντάσου την ανθρώπινη φύση ως προς την παιδεία και την απαιδευσία, σαν μια εικόνα που παριστάνει μια τέτοια κατάσταση. Δες λοιπόν με τη φαντασία σου ανθρώπους που κατοικούν μέσα σε μια σπηλιά κάτω από τη γη, που να έχει την είσοδό της ψηλά στην οροφή, προς το φως, σε όλο το μήκος της σπηλιάς μέσα της να είναι άνθρωποι αλυσοδεμένοι από την παιδική ηλικία στα πόδια και στον αυχένα, έτσι ώστε να είναι καρφωμένοι στο ίδιο σημείο και να μπορούν να βλέπουν μόνο μπροστά τους και να μην είναι σε θέση, εξαιτίας των δεσμών, να στρέφουν τα κεφάλια τους ολόγυρα. Κι οι ανταύγειες της φωτιάς που καίει πίσω τους να είναι πάνω και μακριά από αυτούς. Και ανάμεσα στη φωτιά και στους δεσμώτες, προς τα πάνω, να υπάρχει ένας δρόμος που στο πλάι του να είναι χτισμένο ένα τοιχάκι, όπως τα παραπετάσματα που τοποθετούν οι θαυματοποιοί μπροστά από τους ανθρώπους, και πάνω απ’ αυτά τους επιδεικνύουν τα ταχυδακτυλουργικά τους.

Βλέπω, είπε.

Φαντάσου λοιπόν κοντά σε τούτο το τοιχάκι, ανθρώπους να μεταφέρουν αντικείμενα κάθε είδους, που προεξέχουν από το τοιχάκι, καθώς και ανδριάντες και κάποια άλλα αγάλματα ζώων, πέτρινα και ξύλινα και κατασκευασμένα με κάθε είδους υλικό, και, όπως είναι φυσικό, από αυτούς που τα μεταφέρουν άλλοι μιλούν και άλλοι μένουν σιωπηλοί.

Παράδοξη εικόνα περιγράφεις, και παράδοξους συνάμα δεσμώτες, είπε.

Μα είναι όμοιοι με μας, είπα εγώ και πρώτα και κύρια, νομίζεις πως αυτοί έχουν δει κάτι άλλο από τους εαυτούς τους και τους υπόλοιπους που είναι μαζί, εκτός από τις σκιές που δημιουργεί η φωτιά, και που αντανακλούν ακριβώς απέναντί τους στον τοίχο της σπηλιάς;

Μα πως είναι δυνατόν, είπε, αφού είναι αναγκασμένοι να κρατάνε ακίνητα τα κεφάλια τους εφ’ όρου ζωής;

Κι από αυτά που μεταφέρονται ; Δεν θα έχουν δει ακριβώς το ίδιο;

Τι άλλο;

Κι αν θα μπορούσαν να συνομιλούν μεταξύ τους, δεν νομίζεις πως σ’ αυτά που βλέπουν θεωρούν πως αναφέρονται οι ονομασίες που δίνουν;

Αναγκαστικά.

Τι θα συνέβαινε, αν το δεσμωτήριο τους έστελνε αντίλαλο από τον απέναντι τοίχο, κάθε φορά που κάποιος από τους περαστικούς μιλούσε, νομίζεις πως θα θεωρούσαν πως αυτός που μιλάει είναι τίποτε άλλο από τη φευγαλέα σκιά;

Μα το Δία, όχι βέβαια, είπε.

Και σε κάθε περίπτωση, είπα εγώ, αυτοί δεν θα θεωρούν τίποτα άλλο σαν αληθινό, παρά τις σκιές των αντικειμένων.

Απόλυτη ανάγκη, είπε.

Σκέψου όμως, είπα εγώ, ποια θα μπορούσε να είναι η λύτρωσή τους και η θεραπεία τους και από τα δεσμά κι από την αφροσύνη, αν τους συνέβαιναν τα εξής: Αν κάθε φορά, δηλαδή, που θα λυνόταν κάποιος και θ’ αναγκαζόταν ξαφνικά να σταθεί και να βαδίσει και να γυρίσει τον αυχένα του και να δει προς το φως, κι όλ’ αυτά θα τα έκανε με μεγάλους πόνους και μέσα από τα λαμπυρίσματα δεν θα μπορούσε να διακρίνει εκείνα, που μέχρι τότε έβλεπε τις σκιές τους, τι νομίζεις πως θ’ απαντούσε αυτός, αν κάποιος του έλεγε πως τότε έβλεπε φλυαρίες, ενώ τώρα είναι κάπως πιο κοντά στο ον και πως έχει στραφεί προς όντα που πραγματικά και βλέπει με σωστότερο τρόπο, και αν του έδειχνε το καθένα από αυτά που περνούσαν, ρωτώντας τον τι είναι και αναγκάζοντάς τον ν’ αποκριθεί, δεν νομίζεις πως αυτός θ’ απορούσε και θα νόμιζε πως αυτά που έβλεπε τότε ήταν πιο αληθινά από τα τωρινά που του δείχνουν;

Και πολύ μάλιστα, είπε.

Κι αν λοιπόν τον ανάγκαζε να βλέπει προς το ίδιο το φως, δεν θα πονούσαν τα μάτια του και δεν θα έφευγε για να ξαναγυρίσει σ’ εκείνα που μπορεί να δει καλά, και δεν θα νόμιζε πως εκείνα στην πραγματικότητα είναι πιο ευκρινή από αυτά που του δείχνουν;

Έτσι, είπε.

Και αν, είπα εγώ, τον τραβούσε κανείς με τη βία από εκεί, μέσα από ένα δρόμο κακοτράχαλο κι ανηφορικό, και δεν τον άφηνε, πριν τον τραβήξει έξω στο φως του ήλιου, δεν θα υπέφερε τάχα και δεν θα αγανακτούσε όταν τον έπαιρναν, κι αφού θα έφτανε στο φως, δεν θα πλημμύριζαν τα μάτια του από τη λάμψη και δεν θα του ήταν αδύνατο να δει ακόμα κι ένα απ’ αυτά που τώρα ονομάζονται αληθινά;

Όχι βέβαια, δεν θα μπορούσε έτσι ξαφνικά, είπε.

Έχω την εντύπωση πως θα χρειαζόταν να συνηθίσει, αν σκοπεύει να δει τα πράγματα που είναι πάνω. Και στην αρχή θα μπορούσε πολύ εύκολα να διακρίνει καλά τις σκιές, και μετά απ’ αυτό, πάνω στην επιφάνεια του νερού τα είδωλα των ανθρώπων και των άλλων πραγμάτων, και κατόπιν αυτά τα ίδια. Και μετά από αυτά, τ’ αντικείμενα που είναι στον ουρανό και τον ίδιο τον ουρανό θα μπορούσε να δει ευκολότερα τη νύχτα, βλέποντας το φως των άστρων και της σελήνης, παρά στη διάρκεια της μέρας, τον ήλιο και το ηλιόφως.

Πως όχι;

Τελευταίο θα μπορούσε νομίζω να δει τον ήλιο, όχι στην επιφάνεια του νερού ούτε σε κάποια διαφορετική θέση τα είδωλά του, αλλά θα μπορούσε να δει καλά τον ήλιο καθαυτό στο δικό του τόπο και να παρατηρήσει προσεκτικά τι είδους είναι.

Κατ’ ανάγκη, είπε.

Και μετά θα συλλογιζόταν τότε για κείνον, πως αυτός είναι που ρυθμίζει τις εποχές και τους χρόνους και που κανονίζει τα πάντα στον ορατό κόσμο, καθώς και ο αίτιος, κατά κάποιο τρόπο, όλων εκείνων που έβλεπαν αυτοί.

Είναι φανερό, είπε, πως αυτά θα συμπεράνει ύστερα από τα προηγούμενα.

Τι λες λοιπόν; Όταν αναλογίζεται την πρώτη του κατοικία και την εκεί σοφία που είχε αυτός και οι τότε συνδεσμώτες του, δεν νομίζεις πως θα καλοτυχίζει τον εαυτό του για τούτη την αλλαγή και θα οικτίρει τους άλλους;

Και πολύ μάλιστα.

Κι αν υπήρχαν μεταξύ τους τότε κάποιες τιμές και έπαινοι και βραβεία γι’ αυτόν που θα μπορούσε να διακρίνει πιο καθαρά αυτά που περνούσαν μπροστά από τα μάτια του και γι’ αυτόν που θα μπορούσε να θυμηθεί περισσότερο ποια συνήθως περνούσαν πρώτα, ποια μετά και ποια ταυτόχρονα, και έτσι θα μπορεί να προβλέπει τι θα έρθει στο μέλλον, νομίζεις πως αυτός θα κατεχόταν από σφοδρή επιθυμία και θα ζήλευε τους τιμημένους από κείνους και τους μεταξύ εκείνων κυρίαρχους ή θα είχε πάθει αυτό που λέει ο Όμηρος, και πολύ θα επιθυμούσε «να ήταν ζωντανός στη γη κι ας δούλευε για άλλον, που είναι ο φτωχότερος» και θα προτιμούσε να έχει πάθει τα πάντα, παρά να νομίζει εκείνα που νόμιζε και να ζει έτσι εκεί;

Έτσι νομίζω τουλάχιστον, είπε, πως θα προτιμούσε να πάθει οτιδήποτε παρά να ζει έτσι.

Και τώρα βάλε στο μυαλό σου το εξής, είπα εγώ. Αν κατέβει αυτός πάλι και καθίσει στον ίδιο θρόνο, δεν θα ξαναγεμίσουν τάχα τα μάτια του σκοτάδι, αφού ήρθε ξαφνικά από τον ήλιο;

Και πολύ μάλιστα, είπε.

Αν χρειαζόταν ν’ ανταγωνιστεί αυτός με κείνους τους παντοτινούς δεσμώτες, λέγοντας την άποψή του σχετικά με τις σκιές, καθόσον χρόνο η όρασή του είναι αμβλεία, πριν προσαρμοστούν τα μάτια του, και για να συνηθίσουν δεν θα χρειαζόταν και τόσο μικρός χρόνος, άραγε δεν θα προκαλούσε περιπαιχτικά γέλια και δεν θα έλεγαν γι’ αυτόν πως με το ν’ ανεβεί επάνω, γύρισε με καταστραμμένα τα μάτια του και πως δεν αξίζει ούτε να προσπαθήσουν καν να πάνε επάνω; Και αυτόν που θα επιχειρήσει να τους λύσει και να τους ανεβάσει, αν τους δινόταν κάπως η ευκαιρία να τον πιάσουν και να τον σκοτώσουν, δεν θα τον σκότωναν;

Αναμφίβολα, είπε.

Αυτή την εικόνα λοιπόν, φίλε μου Γλαύκωνα, είπα εγώ, πρέπει να την προσαρμόσεις σε όλα όσα είπαμε πρωτύτερα και να παρομοιάσεις τον ορατό κόσμο με την κατοικία του δεσμωτηρίου, και τη φωτιά που αντιφέγγιζε μέσα σ’ αυτή με τη δύναμη του ηλιακού φωτός. Αν όμως παρομοιάσεις την ανάβαση και τη θέα των αντικειμένων, που βρίσκονται στον επάνω κόσμο, με την άνοδο της ψυχής στον νοητό κόσμο, δεν θα σφάλεις ως προς τη δική μου άποψη, αφού επιθυμείς να την ακούσεις. Κι ο θεός τουλάχιστον ξέρει αν τυχαίνει να είναι αληθινή. Εμένα λοιπόν έτσι μου φαίνεται. Πως στην περιοχή του γνωστού η ιδέα του αγαθού είναι τελευταία και μετά βίας διακρίνεται, όταν όμως τη διακρίνει κανείς δεν μπορεί να μην συλλογιστεί πως αυτή είναι η αιτία για όλα γενικά τα σωστά και καλά πράγματα, γεννώντας μέσα στον ορατό κόσμο το φως και τον κύριο του φωτός, και γιατί μέσα στον νοητό κόσμο αυτή είναι που διευθύνει και παρέχει την αλήθεια και τον νου και πως πρέπει να την ατενίσει οπωσδήποτε αυτός που εννοεί να ενεργήσει φρόνιμα και στην ιδιωτική και στη δημόσια ζωή.

ΒΙΒΛΙΟ ΕΒΔΟΜΟ – Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟΥ

Ο Μύθος του Σπηλαίου

  
 
Ένα πολύ σπουδαίο απόσπασμα, απο την ΠΟΛΙΤΕΙΑ του Πλάτωνα. Προτείνουμε σε όσους δεν το εχουν διαβάσει να μην το προσπεράσουν. Μέσα σε λίγες γραμμές, «λεει» πολλά ακόμα και για την κατάσταση που ζούμε σήμερα… 

ΠΛΑΤΩΝ «ΠΟΛΙΤΕΙΑ»ΒΙΒΛΙΟ ΕΒΔΟΜΟ – Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟΥ

Μετά από αυτά όμως Γλαύκωνα, είπα, φαντάσου την ανθρώπινη φύση ως προς την παιδεία και την απαιδευσία, σαν μια εικόνα που παριστάνει μια τέτοια κατάσταση. Δες λοιπόν με τη φαντασία σου ανθρώπους που κατοικούν μέσα σε μια σπηλιά κάτω από τη γη, που να έχει την είσοδό της ψηλά στην οροφή, προς το φως, σε όλο το μήκος της σπηλιάς μέσα της να είναι άνθρωποι αλυσοδεμένοι από την παιδική ηλικία στα πόδια και στον αυχένα, έτσι ώστε να είναι καρφωμένοι στο ίδιο σημείο και να μπορούν να βλέπουν μόνο μπροστά τους και να μην είναι σε θέση, εξαιτίας των δεσμών, να στρέφουν τα κεφάλια τους ολόγυρα. Κι οι ανταύγειες της φωτιάς που καίει πίσω τους να είναι πάνω και μακριά από αυτούς. Και ανάμεσα στη φωτιά και στους δεσμώτες, προς τα πάνω, να υπάρχει ένας δρόμος που στο πλάι του να είναι χτισμένο ένα τοιχάκι, όπως τα παραπετάσματα που τοποθετούν οι θαυματοποιοί μπροστά από τους ανθρώπους, και πάνω απ’ αυτά τους επιδεικνύουν τα ταχυδακτυλουργικά τους.

Βλέπω, είπε.

Φαντάσου λοιπόν κοντά σε τούτο το τοιχάκι, ανθρώπους να μεταφέρουν αντικείμενα κάθε είδους, που προεξέχουν από το τοιχάκι, καθώς και ανδριάντες και κάποια άλλα αγάλματα ζώων, πέτρινα και ξύλινα και κατασκευασμένα με κάθε είδους υλικό, και, όπως είναι φυσικό, από αυτούς που τα μεταφέρουν άλλοι μιλούν και άλλοι μένουν σιωπηλοί.

Παράδοξη εικόνα περιγράφεις, και παράδοξους συνάμα δεσμώτες, είπε.

Μα είναι όμοιοι με μας, είπα εγώ και πρώτα και κύρια, νομίζεις πως αυτοί έχουν δει κάτι άλλο από τους εαυτούς τους και τους υπόλοιπους που είναι μαζί, εκτός από τις σκιές που δημιουργεί η φωτιά, και που αντανακλούν ακριβώς απέναντί τους στον τοίχο της σπηλιάς;

Μα πως είναι δυνατόν, είπε, αφού είναι αναγκασμένοι να κρατάνε ακίνητα τα κεφάλια τους εφ’ όρου ζωής;

Κι από αυτά που μεταφέρονται ; Δεν θα έχουν δει ακριβώς το ίδιο;

Τι άλλο;

Κι αν θα μπορούσαν να συνομιλούν μεταξύ τους, δεν νομίζεις πως σ’ αυτά που βλέπουν θεωρούν πως αναφέρονται οι ονομασίες που δίνουν;

Αναγκαστικά.

Τι θα συνέβαινε, αν το δεσμωτήριο τους έστελνε αντίλαλο από τον απέναντι τοίχο, κάθε φορά που κάποιος από τους περαστικούς μιλούσε, νομίζεις πως θα θεωρούσαν πως αυτός που μιλάει είναι τίποτε άλλο από τη φευγαλέα σκιά;

Μα το Δία, όχι βέβαια, είπε.

Και σε κάθε περίπτωση, είπα εγώ, αυτοί δεν θα θεωρούν τίποτα άλλο σαν αληθινό, παρά τις σκιές των αντικειμένων.

Απόλυτη ανάγκη, είπε.

Σκέψου όμως, είπα εγώ, ποια θα μπορούσε να είναι η λύτρωσή τους και η θεραπεία τους και από τα δεσμά κι από την αφροσύνη, αν τους συνέβαιναν τα εξής: Αν κάθε φορά, δηλαδή, που θα λυνόταν κάποιος και θ’ αναγκαζόταν ξαφνικά να σταθεί και να βαδίσει και να γυρίσει τον αυχένα του και να δει προς το φως, κι όλ’ αυτά θα τα έκανε με μεγάλους πόνους και μέσα από τα λαμπυρίσματα δεν θα μπορούσε να διακρίνει εκείνα, που μέχρι τότε έβλεπε τις σκιές τους, τι νομίζεις πως θ’ απαντούσε αυτός, αν κάποιος του έλεγε πως τότε έβλεπε φλυαρίες, ενώ τώρα είναι κάπως πιο κοντά στο ον και πως έχει στραφεί προς όντα που πραγματικά και βλέπει με σωστότερο τρόπο, και αν του έδειχνε το καθένα από αυτά που περνούσαν, ρωτώντας τον τι είναι και αναγκάζοντάς τον ν’ αποκριθεί, δεν νομίζεις πως αυτός θ’ απορούσε και θα νόμιζε πως αυτά που έβλεπε τότε ήταν πιο αληθινά από τα τωρινά που του δείχνουν;

Και πολύ μάλιστα, είπε.

Κι αν λοιπόν τον ανάγκαζε να βλέπει προς το ίδιο το φως, δεν θα πονούσαν τα μάτια του και δεν θα έφευγε για να ξαναγυρίσει σ’ εκείνα που μπορεί να δει καλά, και δεν θα νόμιζε πως εκείνα στην πραγματικότητα είναι πιο ευκρινή από αυτά που του δείχνουν;

Έτσι, είπε.

Και αν, είπα εγώ, τον τραβούσε κανείς με τη βία από εκεί, μέσα από ένα δρόμο κακοτράχαλο κι ανηφορικό, και δεν τον άφηνε, πριν τον τραβήξει έξω στο φως του ήλιου, δεν θα υπέφερε τάχα και δεν θα αγανακτούσε όταν τον έπαιρναν, κι αφού θα έφτανε στο φως, δεν θα πλημμύριζαν τα μάτια του από τη λάμψη και δεν θα του ήταν αδύνατο να δει ακόμα κι ένα απ’ αυτά που τώρα ονομάζονται αληθινά;

Όχι βέβαια, δεν θα μπορούσε έτσι ξαφνικά, είπε.

Έχω την εντύπωση πως θα χρειαζόταν να συνηθίσει, αν σκοπεύει να δει τα πράγματα που είναι πάνω. Και στην αρχή θα μπορούσε πολύ εύκολα να διακρίνει καλά τις σκιές, και μετά απ’ αυτό, πάνω στην επιφάνεια του νερού τα είδωλα των ανθρώπων και των άλλων πραγμάτων, και κατόπιν αυτά τα ίδια. Και μετά από αυτά, τ’ αντικείμενα που είναι στον ουρανό και τον ίδιο τον ουρανό θα μπορούσε να δει ευκολότερα τη νύχτα, βλέποντας το φως των άστρων και της σελήνης, παρά στη διάρκεια της μέρας, τον ήλιο και το ηλιόφως.

Πως όχι;

Τελευταίο θα μπορούσε νομίζω να δει τον ήλιο, όχι στην επιφάνεια του νερού ούτε σε κάποια διαφορετική θέση τα είδωλά του, αλλά θα μπορούσε να δει καλά τον ήλιο καθαυτό στο δικό του τόπο και να παρατηρήσει προσεκτικά τι είδους είναι.

Κατ’ ανάγκη, είπε.

Και μετά θα συλλογιζόταν τότε για κείνον, πως αυτός είναι που ρυθμίζει τις εποχές και τους χρόνους και που κανονίζει τα πάντα στον ορατό κόσμο, καθώς και ο αίτιος, κατά κάποιο τρόπο, όλων εκείνων που έβλεπαν αυτοί.

Είναι φανερό, είπε, πως αυτά θα συμπεράνει ύστερα από τα προηγούμενα.

Τι λες λοιπόν; Όταν αναλογίζεται την πρώτη του κατοικία και την εκεί σοφία που είχε αυτός και οι τότε συνδεσμώτες του, δεν νομίζεις πως θα καλοτυχίζει τον εαυτό του για τούτη την αλλαγή και θα οικτίρει τους άλλους;

Και πολύ μάλιστα.

Κι αν υπήρχαν μεταξύ τους τότε κάποιες τιμές και έπαινοι και βραβεία γι’ αυτόν που θα μπορούσε να διακρίνει πιο καθαρά αυτά που περνούσαν μπροστά από τα μάτια του και γι’ αυτόν που θα μπορούσε να θυμηθεί περισσότερο ποια συνήθως περνούσαν πρώτα, ποια μετά και ποια ταυτόχρονα, και έτσι θα μπορεί να προβλέπει τι θα έρθει στο μέλλον, νομίζεις πως αυτός θα κατεχόταν από σφοδρή επιθυμία και θα ζήλευε τους τιμημένους από κείνους και τους μεταξύ εκείνων κυρίαρχους ή θα είχε πάθει αυτό που λέει ο Όμηρος, και πολύ θα επιθυμούσε «να ήταν ζωντανός στη γη κι ας δούλευε για άλλον, που είναι ο φτωχότερος» και θα προτιμούσε να έχει πάθει τα πάντα, παρά να νομίζει εκείνα που νόμιζε και να ζει έτσι εκεί;

Έτσι νομίζω τουλάχιστον, είπε, πως θα προτιμούσε να πάθει οτιδήποτε παρά να ζει έτσι.

Και τώρα βάλε στο μυαλό σου το εξής, είπα εγώ. Αν κατέβει αυτός πάλι και καθίσει στον ίδιο θρόνο, δεν θα ξαναγεμίσουν τάχα τα μάτια του σκοτάδι, αφού ήρθε ξαφνικά από τον ήλιο;

Και πολύ μάλιστα, είπε.

Αν χρειαζόταν ν’ ανταγωνιστεί αυτός με κείνους τους παντοτινούς δεσμώτες, λέγοντας την άποψή του σχετικά με τις σκιές, καθόσον χρόνο η όρασή του είναι αμβλεία, πριν προσαρμοστούν τα μάτια του, και για να συνηθίσουν δεν θα χρειαζόταν και τόσο μικρός χρόνος, άραγε δεν θα προκαλούσε περιπαιχτικά γέλια και δεν θα έλεγαν γι’ αυτόν πως με το ν’ ανεβεί επάνω, γύρισε με καταστραμμένα τα μάτια του και πως δεν αξίζει ούτε να προσπαθήσουν καν να πάνε επάνω; Και αυτόν που θα επιχειρήσει να τους λύσει και να τους ανεβάσει, αν τους δινόταν κάπως η ευκαιρία να τον πιάσουν και να τον σκοτώσουν, δεν θα τον σκότωναν;

Αναμφίβολα, είπε.

Αυτή την εικόνα λοιπόν, φίλε μου Γλαύκωνα, είπα εγώ, πρέπει να την προσαρμόσεις σε όλα όσα είπαμε πρωτύτερα και να παρομοιάσεις τον ορατό κόσμο με την κατοικία του δεσμωτηρίου, και τη φωτιά που αντιφέγγιζε μέσα σ’ αυτή με τη δύναμη του ηλιακού φωτός. Αν όμως παρομοιάσεις την ανάβαση και τη θέα των αντικειμένων, που βρίσκονται στον επάνω κόσμο, με την άνοδο της ψυχής στον νοητό κόσμο, δεν θα σφάλεις ως προς τη δική μου άποψη, αφού επιθυμείς να την ακούσεις. Κι ο θεός τουλάχιστον ξέρει αν τυχαίνει να είναι αληθινή. Εμένα λοιπόν έτσι μου φαίνεται. Πως στην περιοχή του γνωστού η ιδέα του αγαθού είναι τελευταία και μετά βίας διακρίνεται, όταν όμως τη διακρίνει κανείς δεν μπορεί να μην συλλογιστεί πως αυτή είναι η αιτία για όλα γενικά τα σωστά και καλά πράγματα, γεννώντας μέσα στον ορατό κόσμο το φως και τον κύριο του φωτός, και γιατί μέσα στον νοητό κόσμο αυτή είναι που διευθύνει και παρέχει την αλήθεια και τον νου και πως πρέπει να την ατενίσει οπωσδήποτε αυτός που εννοεί να ενεργήσει φρόνιμα και στην ιδιωτική και στη δημόσια ζωή.