Οκτώβριος

images
Έχει 31 ημέρες κι είναι ο πιο κατάλληλος για την καλλιέργεια και τη σπορά των χωραφιών. Ο ελληνικός λαός δίνει και τα ονόματα: Αϊ-Δημήτρης ή Αϊ-Δημητριάτης, Βροχάρης, Σποριάτης ή Σποριάς ή Σπαρτός, Μπρουμάρης (=ομιχλώδης, σκοτεινός) και Παχνιστής (από την πάχνη που πέφτει στους αγρούς). Τον θεωρεί έναν από τους μήνες κατά τους οποίους πρέπει κανείς να πίνει το κρασί ανέρωτο, γιατί τον συμπεριλαμβάνει στην παροιμία: «Όποιος μήνας έχει ΡΟ, δε θέλει στο κρασί νερό». Κατά το ρωμαϊκό ημερολόγιο ήταν ο 8ος μήνας, γι` αυτό κι ονομάστηκε Οκτόμπερ. Ήταν αφιερωμένος στον Άρη και τον παρίσταναν με μορφή κυνηγού, που έχει λαγό στα πόδια του, πουλιά πάνω απ` το κεφάλι του και ένα είδος κάδου κοντά του. Ο μήνας «των χειμαδιών» και ο γυρισμός των παραδοσιακών μαστόρων στις οικογενειακές εστίες.
ΕΡΓΑΣΙΕΣ:
Όργωμα & σπορά σιτηρών, κριθαριού & βρώμης.
Σπορά τριφυλλιού.
Ολοκλήρωση τρύγου και παραγωγή κρασιού.
Μάζεμα φθινοπωρινών φρούτων & πατάτας.
Κάψιμο φυτών, που έδωσαν καρπούς, για να καταστρέψουν τα αυγά των εντόμων.
Κατεβαίνουν οι βοσκοί από τα βουνά στους χαμηλούς κάμπους (τα χειμαδιά).
ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:
«Η ΤΖΑΜΑΛΑ» ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ. Λέξη αραβική που σημαίνει καμήλα, μια προσωποποίηση θηλυκής οντότητας με αόριστη γονιμοποιητική σημασία. Το έθιμο αυτό, γονιμοποιητικό δρώμενο της άροσης και σποράς των αγρών, συνηθιζόταν παλαιότερα στην Θράκη, να γίνεται του Αγ. Δημητρίου στις 26/10 ή σε μια άλλη μέρα, ανάλογα με τον χρόνο σποράς, που εξαρτιόταν από τις κλιματολογικές συνθήκες.
Για την καλή χρονιά σποράς, την παραμονή του Αϊ-Δημητρίου έκαναν την Τζαμάλα. Με ξύλα έκαμναν ένα μεγάλο σκελετό καμήλας, τον τύλιγαν με πανιά και προβιές, έβαζαν ουρά, ένα μακρύ κοντάρι για λαιμό, με κεφάλια αλόγου ή βοδιού με δόντια, το σκέπαζαν με προβιά και το στόλιζαν με χάντρες. Πάνω στην καμήλα έριχναν μακρύ χαλί, κάτω απ’ αυτό έμπαιναν 4 άντρες, περπατούσαν και φαινόταν σα να περπατούσε η τζαμάλα. Πάνω της κάθιζαν ένα ψεύτικο παιδί, που το βαστούσε ο τζαμάλης, με καμπούρα και κουδούνια στη μέση του. Ύστερα από το ηλιοβασίλεμα το γύριζαν στα σπίτια με τραγούδια και γέλια… Όσοι πήγαιναν με τη τζαμάλα φορούσαν παράξενα ρούχα, με στεφάνια κληματαριών στο κεφάλι και με λαγήνια ή με κουβάδες στα χέρια για κρασί ή ούζο. Έξω από κάθε σπίτι φώναζαν: «Ε! κερά! Καλή χρονιά, καλό μπερικέτι (=σοδειά) και πολύχρονη…». Για το έθιμο αυτό, πότε γεννήθηκε, είναι απροσδιόριστο. Μεταφέρονταν από γενεά σε γενεά. Ήταν κάτι παραπάνω από πολιτιστική εκδήλωση. Τηρούνταν με θρησκευτική ευλάβεια.
Σε καμιά περίπτωση δεν έβλεπες τους πρωταγωνιστές και στο κενό να σαχλαμαρίζουν. Παιζόταν όπως η αρχαία τραγωδία, Θέση και κίνηση παρόμοια με τους πρωταγωνιστές κρατούσε όλο το χωριό, που συνοδεύει την Τζαμάλα. Παιζόταν με τέτοιο τρόπο, που όλη η φιλοσοφία της Τζαμάλας αντικαθρεφτίζει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Το σενάριο δεν είχε στοιχεία φαντασίας. Ας εξετάσουμε το σενάριο και το ξεκίνημα της Τζαμάλας. Αρχές Οκτωβρίου, μέχρι το τέλος Οκτωβρίου όλο και ψιθυριζόταν: «Πότι θα βρέξει;» Με την πρώτη βροχή να σπείρουν. Και οι σπόροι για την εποχή ήταν, σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, σίκαλη. Όλοι οι σπόροι αυτοί προσφέρονταν να κρατηθούν αποκλειστικά άνθρωποι και ζώα στη ζωή. Και τα ζώα δίνανε στον άνθρωπο για την εποχή όλα τα αγαθά, όπως γάλα, τυρί, το μαλλί τους για ρουχισμό, το δέρμα τους για τσαρούχια, αφού για παπούτσια λόγος δεν γίνεται, και τη δύναμη τους, φυσικά, να οργώνουν τη γης, αφού η μηχανή ήταν ανύπαρκτη.
Να, λοιπόν, πόσο ανάγκη είχαν τη βροχή! Την ημέρα κοίταζαν στον ουρανό. Αυτό το διάστημα, το βράδυ βλέπανε όνειρα για βροχή. Ο σχολιασμός συνεχής: «Πότι θα βρέξει;» Όταν άρχιζε να βρέχει, η χαρά ήταν απερίγραπτη. Μικροί και μεγάλοι χόρευαν μες τη βροχή. Σε καμιά περίπτωση δεν μπαίνανε στις στέγες, φοβούμενοι μήπως παρεξηγηθεί ο θεός και σταματήσει η βροχή. Με το μπάσιμο στις στέγες, ερμηνευόταν και αλλιώς: «Φτάνει τόση βροχή: ΣΤΟΠ».
Την επόμενη ημέρα από τη βροχή δε γινόταν σπορά, αφού το χώμα είναι βαρύ. Φτιάχνανε μικρά αλέτρια στα παιδιά τους, παιχνίδια, όπως τα μεγάλα, με ζυγό και βουκένια. Στη θέση για βόδια ζευόταν δύο παιδιά και το τρίτο παιδί κρατούσε το αλέτρι. Χάραζε πρώτα τετράγωνα το χωράφι, έριχνε σπόρο, κάνοντας το σταυρό του, λέγοντας: «Έλα, χριστέ και Παναγιά». Και άρχιζε να οργώνει, σκεπάζοντας το σπόρο. Ονοματίζει και τα βόδια του, δίνοντας τα ονόματα των βοδιών τους. Όλα αυτά γινόταν στην αυλή του σπιτιού με τα χαμόγελα των γονιών τους.
Όταν τα χωράφια φέρνανε τάβι και άρχιζε ο κόσμος να σπέρνει, η οικογένεια, κάθε πρωί που ξημέρωνε, βλέπανε πρώτα τα χωράφια των παιδιών τους. Πράγματι, μέσα στις οκτώ ημέρες φύτρωνε το ευλογημένο. Εδώ η χαρά δεν περιγράφεται. Το άροτρο έως το 1920 παραμένει το πρωτόγονο σίδηρο. Έχει μόνο στη μύτη το υνί, το λεγόμενο, να σκίζει τη γης.
Οι πάντες σπέρνουν. Υπάρχουν φτωχοί και το περισσότερο χωριό δεν έχουν ζευγάρια. Η αιτία, ο πόλεμος, τα σεφέρ (μπεηλίκι). Οι πάντες, αυτοί που γλίτωσαν από τον πόλεμο, αισθάνονται την υποχρέωση να διακόψουν τη δική τους σπορά, να βοηθήσουν και τα θύματα. Το φιλότιμο και η ανθρωπιά είναι αναλλοίωτα. Ο μοναδικός τους στόχος είναι το πως θα κρατηθεί η κοινωνία τους στη ζωή. Μέσα σε αυτήν την κατάσταση, μαζί με τη σπορά, παρακολουθώντας να βγάζουν όλοι σπόρο στο χωράφι.
Έτσι ερμήνευαν τη σπορά.
Αμέσως στο ίδιο καθήκον επαγόταν η ΤΖΑΜΑΛΑ.
Τη θεωρούσαν προσευχή. Αμέσως σχηματιζόταν επιτροπή. Με σοβαρότητα συνεδρίαζε, εξέταζε ένα-ένα τα σπίτια του χωριού. Εάν έβγαζε σπόρο, αυτό ερμηνευόταν. Έστω και ένα στρέμμα να έσπερνε το κάθε σπίτι, η Τζαμάλα έπρεπε να παίξει. Τότε η επιτροπή, το δεύτερο μέτρο, προσδιορίζει την ημέρα που θα παίξει. Τρίτο, ποιοι θα αποτελούν το θίασο. Εδώ πρόσεχαν πολύ, κάνοντας συζήτηση με όλους. Αυτοί που θα προταθούν, να έχουν την έγκριση από όλο το χωριό. Τα πρόσωπα που θα απαρτίζουν το θίασο, οι πρωταγωνιστές, να είναι δοκιμασμένα άτομα. Αυτό είχε μεγάλη σημασία για την επιτυχία της Τζαμάλας. Παιζόταν ένα σοβαρό δράμα..
Αφού γινόταν η επιλογή των ατόμων και η ημερομηνία, ο τόπος της συγκέντρωσης οριζόταν πάντα στην άκρη του χωριού και έξω από το χωριό. Διαφορετικά δε γινόταν, αφού εσώκλειστος χώρος δεν υπήρχε για την εποχή. Και εάν τον είχε, ήταν δύσκολο να χωρέσει ένα χωριό μικρούς και μεγάλους, συν αυτά στη μέση. Χρειαζόταν μεγάλη αλάνα για να γίνει η πρόβα. Και γι’ αυτό, επέλεγαν υπαίθριος χώρος.
Η συγκέντρωση του κόσμου γινόταν την ώρα που σκοτείνιαζε. Οι απαιτούμενες ενδυμασίες, κουδούνια μεγάλα, όπλο κλπ, όπως ανέφερα παραπάνω, χρειαζόταν την έγκριση 100% των κατοίκων. Τυχόν παρεξήγηση δεν επιτρεπόταν σε καμιά περίπτωση. Εάν γίνει και παιχτεί δεύτερος θίασος Τζαμάλα, αυτό είχε επιχειρηθεί στο παρελθόν, πολύ παλιά και είχε γίνει φόνος, μεγάλο κακό. Θεωρούνταν γελοιοποίηση της λειτουργίας.
Το έθιμο της Τζαμάλας πρέπει να έρχεται σίγουρα από τα βάθη των αιώνων. Αυτό φαίνεται από όλες τις θέσεις και αντιδράσεις, όταν ανακάλυψαν το σίδηρο και βάλανε το δόρυ στο τόξο, όπως και το υνί, τη μύτη στο άροτρο, δίνοντας τη δυνατότητα να σκίζει το χώμα, σκεπάζοντας πολύ σπόρο. Και βλέποντας οι άνθρωποι την παραγωγή, με τη χαρά τους άρχιζαν να πανηγυρίζουν.
Ακόμα και τα ενδύματα που φοράνε, δέρματα, προβιές και γούνες από ζώα.
Ο θίασος αποτελούνταν και παιζόταν από τρία άτομα, ήταν οι πρωταγωνιστές.
Πρώτος, ένα νέος υψηλός, λεβέντης. Αυτός φορούσε τη γούνα στο κεφάλι, καπέλο με δέρμα, στα πόδια τσαρούχια, στη μέση κουδούνια κρεμασμένα, ο λεγόμενος Τζαμαλάρης.
Δεύτερο πρόσωπο, πάλι νέος, κοντότερος άνδρας. Ντύνεται, προσποιείται τη γυναίκα.
Ο εγωισμός του και η ζήλια δεν τον αφήνουν. Το επαναλαμβάνει με πιο άγριες διαθέσεις. Στις δύο – τρεις το ίδιο επαναλήψεις, αφού η Γκαντίνα του γυρίζει την πλάτη, τότε επεμβαίνει ο Τζαμαλάρης. Τον απωθεί, σπρώχνοντάς τον με δύναμη. Παρά λίγο να πέσει. Ο κόσμος φωνάζει «ο. ο ..Γκια Τζαμάλα, Γκια».
Τώρα ο γέρος γίνεται κάτι άλλο, ρεζίλι. Χάνει τον έλεγχό του, κατεβάζει το όπλο του από την πλάτη. Το ανοίγει, όμως δεν έχει σφαίρες να σκοτώσει τον Τζαμαλάρη. Οι νέοι χορεύουν αδιάκοπα. Ο γέρος καμπουριαστά πλησιάζει προς τους νοικοκυραίους, λέγοντάς τους με άγρια και δυνατή φωνή, προτάσσοντας τους το όπλο: «Βάλτε μέσα στο όπλο μου σφαίρα, βάλτε». Αυτοί απαντούν: «Δεν έχομι». Αυτός φωνάζει: «Βάλτε σφαίρα».
Στην επιμονή του γέρου βγάζει ο νοικοκύρης από την τσέπη του επιδειχτικά μια σφαίρα, τη βάζει μέσα στο όπλο. Όπως το κρατά ο γέρος και με αργά βήματα, κορδωμένος, σαν να έλεγε: «Τώρα εγώ θα σας δείξω», παίρνει θέση γονατιστός και σκοπεύει.
Η Γκαντίνα μπαίνει μπροστά στον Τζαμαλάρη, κάνει προστατευτικό τείχος να τον προφυλάξει από τη σφαίρα. Ο γέρος με διάφορες κινήσεις και ελιγμούς προσπαθεί να ξεγελάσει την Γκαντίνα. Και το πετυχαίνει, κερδίζοντας παιδιού βολές. Πατά τη σκανδάλη. Το όπλο δεν παίρνει φωτιά.
Ο γέρος εξοργίζεται. Κατάλαβε ότι ο νοικοκύρης του έβαλε άδεια σφαίρα μέσα στο όπλο του. Και στην επιμονή του, για δεύτερη φορά εντονότερα, του βάζει πάλι σφαίρα. Επαναλαμβάνονται ίδιες οι κινήσεις, όπως και στην πρώτη φορά.
Τώρα, με αυτόν τον πυροβολισμό ο νέος πέφτει κάτω νεκρός.
Η γκάιντα σταματά να παίζει. Φωνή δεν ακούγεται. Νεκρική σιγή. Η Γκαντίνα σπαράζει από κλάματα επάνω στο πτώμα του συντρόφου της. Ο Γέρος παίρνει βαθιά ανάσα και με αργά βήματα, κορδωμένος, προχωρεί. Αρπάζει την Γκαντίνα με ορμή, με δύναμη από το μπράτσο. Την έσυρε έως έξω από την αλάνα, σπρώχνοντας την με δύναμη στο περιθώριο.
Γυρίζει πίσω, φέρνει βόλτα, τριγυρίζει γύρω από το πτώμα του Τζαμαλάρη, βλέποντάς τον με επιφύλαξη εάν είναι ζωντανός ή πεθαμένος. Τον σκουντά με το πόδι, μήπως κουνηθεί. Και αφού πείθεται ότι είναι νεκρός, τότες τον αρπάζει από το πόδι και με το ένα χέρι τραβά το μαχαίρι το από το ζωνάρι.
Γυρίζει το κεφάλι του προς τους νοικοκυραίους και με ζωηρή φωνή ρωτά: «Θα του γδάρω το τομάρι του. Πώς το θέλετε, προβιά να γίνει ή τουλούμι να βάλετε τυρί;» Ο νοικοκύρης με τη γυναίκα του ανταλλάσσανε γνώμη πώς το θέλουν. Επικράτησε η γνώμη της γυναίκας και αποκρίνονται φωναχτά: «Προβιά το θέλουμε, να καθόμαστε». Και τον γδέρνει. Πάλι ο γέρος τους ξαναρωτά εάν έχουν σκυλιά ή όχι. Απάντηση ήταν: «Έχουμε». Και οπότε ο γέρος φωνάζει τα σκυλιά, λέγοντας: «ω. ω. ω καραμάν».
Δεν πρόλαβε, όμως, να τον σβαρνίσει από το πόδι. Πετιέται ο νέος, ανασταίνεται, αρπάζει το γέρο σαν σκουπίδι, τον απωθεί, κλωτσώντας τον έξω από την αλάνα. Άρχισαν ζητωκραυγές, η γκάϊντα να παίζει.
Παρουσιάζεται η Γκαντίνα, δίπλα στον Τζαμαλάρη και χορεύοντας, ξεκινούν για το επόμενο σπίτι. Τότε και ο νοικοκύρης, όπως σταματά χαρούμενος με τη γυναίκα του, περνούν από μπροστά οι παραλήπτες, που παίρvουv το δικαίωμα σέρνοντας το γαϊδούρι που κουβαλά το σιτάρι, λέγοντας: «Και το χρόνο με υγεία».
Είναι αλήθεια πόσο σωστή είναι η φιλοσοφία της Τζαμάλας. Εξετάζοντας τα πλάνα του θιάσου, πως είναι δυνατόν ο γέρος να σκοτώνει το νέο και αυτός να ανασταίνεται; Δείχνει καθαρά ότι το νέο, η πρόοδος, η εξέλιξη δεν πεθαίνει. Συνεχίζοντας η Τζαμάλα το γύρο στο χωριό, τύχαινε σε σπίτι που ο νοικοκύρης δεν έβγαζε σπόρο για διάφορους λόγους, η Τζαμάλα σε καμιά περίπτωση δεν έπαιζε. Υπήρχε σεβασμός, με την έννοια ότι δε θα ‘ταν καλό στην παραγωγή. Παρόλα αυτά, η Τζαμάλα έφερνε ένα γύρο μες την αυλή. Με την είδηση: «δεν έσπειρε», οι πάντες αποχωρούσαν με σεβασμό.
Στην αντίθετη περίπτωση, όταν ο νοικοκύρης έβγαζε σπόρο και δε δεχόταν να παίξει η Τζαμάλα προσωπικά, σε καμία περίπτωση δεν τολμούσε να πει ότι: «Εγώ, φερειπείν, δε θέλω να παίξει η Τζαμάλα στο σπίτι μου».
Αντιδρούσε διαφορετικά. Δήθεν ότι δεν είναι κανείς στο σπίτι. Σώνει και καλά ότι απουσίαζαν. Ήταν δύσκολα να αρνηθεί κανείς, γιατί είχε να αντιμετωπίσει την οργή όλου του κόσμου.
Και δεύτερο, είχε να εισπράξει ταπεινωτικές ενέργειες, όπως πρώτον: ανατροπή του κάρου του επάνω στη σορό, στην κοπριά ή στη σορό τα πουρνάρια, που χρησίμευαν για καψόξυλα στο φούρνο. Και αυτό ήταν δύσκολο να το κατεβάσει, γιατί ήταν αναποδογυρισμένο οι τέσσερις ρόδες προς τα πάνω, σατιρίζοντας δήθεν, έχουν κάνει αερόμυλο.
Αυτή η πράξη της ανατροπής του κάρου γινόταν μεγάλη πλάκα, γέλια. Όπως το κάρο είναι αναποδογυρισμένο στη σορό επάνω, άλλοι γύριζαν τις ρόδες φωνάζοντας: «Άντε χωριανοί, ο μύλος βγάζει ψιλό αλεύρι, ελάτι να αλέσιτι». Γέλια πολλά και την επόμενη ημέρα ακόμα γελούν σχολιάζοντας.
Με το τέλος της Τζαμάλας το σιτάρι το πουλάν. Τα λεφτά που παίρνουν την πρώτη Κυριακή ορίζουν γλέντι στην πλατεία του χωριού. Χορός, τραγούδια, ευχές, καλή χρονιά, καλή σοδιά και το χρόνο με υγεία.
Την Τζαμάλα οι παλιοί την πήγαιναν και την έπαιζαν στην πατρίδα και σε διπλανά χωριά, ακόμα και στα τούρκικα. Ντύνονταν Τζαμάλα μέχρι και ηλικιωμένοι πενηντάρηδες. Άλλοι μάζευαν «το δίκιο», στάρι που τους έδιναν οι νοικοκυραίοι για το παίξιμο παν στο γαϊδούρι.
Κατά την τελετουργική περιφορά της, μάλιστα, τραγουδούσαν το ακόλουθο ελληνοτουρκικό τραγούδι, που διεκτραγωδεί την ασθένειά της και την άσχημη κατάσταση στην οποία βρίσκεται:
Βερίριμ σαμανί, γεμές (της δίνω άχυρο, δεν τρώγει)
Μπεν τσεκέριμ, ο γκελμές (την τραβώ, δεν έρχεται)
Τζαμάλα, τζαμάλα, χούντισι (εμπρός)
Ντι -ντίλι, μάντιλι, ντι -ντίλι,
τση τζαμάλας το παιδί
έβγαλε κακό στο φτι (ή έκαμε κακό στο φτι)
και γυρεύ’ να παντρευτεί!
Μπεν τσεκέριμ γετελέ (εγώ τραβάω στο κρεβάτι)
μπου γκιντίορ χεντεγιά (αυτή πηγαίνει στο χαντάκι)
Τζμάλα, τζαμάλα, χούντσισί (εμπρός)
Αφού έκαμναν το γύρο του χωριού έπαιρναν τα όργανα και διασκέδαζαν στο καφενείο ως το πρωί.
Σήμερα το έθιμο συνηθίζεται σε πολλά μέρη της πατρίδας μας, κυρίως τις Απόκριες.
ΓΙΟΡΤΕΣ:
12 ΟΚΤΩΒΡΗ (1944). Η απελευθέρωση της Αθήνας από τους Γερμανούς.
ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (26/10). Η γιορτή αυτή θεωρείται ορόσημο του χειμώνα και συνδυάζεται με του Αγ.Γεωργίου στις 23 Απριλίου. Στο γεωργικό καλαντάρι οι 2 αυτές γιορτές αποτελούν τις χρονικές τομές που χωρίζουν το έτος σε 2 ίσα μέρη, στο χειμερινό και το θερινό εξάμηνο αντίστοιχα.
28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ (1940). Η επέτειος του «ΟΧΙ» στο φασισμό.
ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:
«Οκτώβρη και δεν έσπειρες, οκτώ σακιά δε γέμισες».
«Οκτώβρη και δεν έσπειρες, τρία καλά δεν έκαμες».
«Όποιος σπέρνει τον Οκτώβρη, έχει οκτώ σειρές στ’ αλώνι».
«Τον Σεπτέμβρη τα σταφύλια, τον Οκτώβρη τα κουδούνια».
«Αϊ Δημητράκη μου, Μικρό καλοκαιράκι μου».
«Αν βρέξει ο Οκτώβρης και χορτάσει η γη, πούλησ’ το σιτάρι σου και αγόρασε βόδια».
«Αν δε βρέξει, ας ψιχαλίσει, πάντα κάτι θα δροσίσει».
«Αν δε βρέξει, πως θα ξαστερώσει;»
«Αν δε χορτάσει ο Οκτώβριος τη γη, πούλησε τα βόδια σου και αγόρασε σιτάρι».
«Άσπορος μη μείνεις, άθερος δε μένεις».
«Βαθιά τ’ αυλάκια να φουντώσουνε τα στάχυα».
«Δεύτερο αλέτρι, δεύτερο δεμάτι».
«Μακριά βροντή, κοντά βροχή».
«Ο καλός ο νοικοκύρης, ο λαγός και το περδίκι, όταν βρέχει χαίρονται».
«Οκτώβρη και δεν έσπειρες καρπό πολύ δεν παίρνεις».
«Οκτώβρης και δεν έσπειρες, σιτάρι λίγο θα ‘χεις».
«Οκτώβρη και δεν έσπειρες λίγο ψωμί θα πάρεις».
«Οκτώβρης βροχερός, Οκτώβρης καρπερός».
«Οκτώβρης-Οκτωβροχάκης το μικρό καλοκαιράκι».
«Τ’ άη – Δημητριού, τι είσαι ‘σύ και τι ΄μαι εγώ λέει το νιο κρασί στο παλιό».
«Τ’ Αϊ Λουκά σπείρε τα κουκιά».
«Τα σταφύλια τρυγημένα και τα σκόρδα φυτεμένα».

users.sch.gr

Advertisements

Σεπτέμβριος


αρχείο λήψης

Ο ένατος μήνας του έτους. Έχει 30 ημέρες και είναι ο πρώτος μήνας του φθινοπώρου. Το όνομά του το οφείλει στο λατινικό αριθμητικό septum (= επτά) και ήταν ο έβδομος μήνας του ρωμαϊκού ημερολογίου. Ονομαζόταν και «χρονογράφος», γιατί επικρατούσε η πίστη ότι κατά τον μήνα αυτό ο χάρος «γράφει» εκείνους που πρόκειται να πεθάνουν κατά τη διάρκεια του χρόνου.
Οι αγροτικές εργασίες έδωσαν κι άλλες ονομασίες στο μήνα αυτό, όπως Σταυριάτης ή Σταυρίτης και Σταυρός, Πετμεζάς, Χινόπωρος, Ορτυκολόγος (λόγω του περάσματος των ορτυκιών που αποδημούν), Τρυγομηνάς ή Τρυγητής (λόγω τρύγου) κ.ά. Θεωρείται επίσης ο μήνας των μεγάλων παζαριών (εμποροπανηγύρεις).
ΕΡΓΑΣΙΕΣ:
Τρύγος.
Όργωμα χωραφιών, για αν σπείρουν πρώιμα δημητριακά (σιτάρι, κριθάρι, σίκαλη), ή διάφορα όσπρια (φακή, κουκιά, μπιζέλια κ.λ.π.)
Φύτεμα αειθαλών δέντρων & φραουλών.
Σπέρνουν ραδίκια, σπανάκια, αντίδια, μαρούλια, κάρδαμο, ρόκα, μαϊντανό, αντράκλα, ραπανάκια, λάχανα & κουνουπίδια.
Συνεχίζεται το μάζεμα του καπνού.
Απολυμαίνουν τα κοτέτσια.
Πάχυνση βοδιών & χοίρων.
ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:
1η Σεπτεμβρίου (εορτή του αγίου Συμεών του Στυλίτη): Οι έγκυες γυναίκες απείχαν από κάθε εργασία, για να μην γεννηθεί το παιδί τους με το σημάδι του αγίου (Συμεών/ σημαδεύω). Την ίδια μέρα γιορταζόταν η «Αρχιχρονιά», ένα έθιμο, κατάλοιπο των βυζαντινών χρόνων, καθώς οι βυζαντινοί τον είχαν ως πρώτο μήνα του επίσημου ημερολογίου.
I. Στη Χώρα της ΚΩ, το βράδυ της 31ης Αυγούστου, δηλ. της τελευταίας ημέρας του μήνα, αστρονομούν, όπως λένε, δηλ. αφήνουν κάτω από τ’ άστρα ένα μεγάλο καρπούζι, με πολλά σπόρια, ένα ρόδι, μια σκελίδα σκόρδο, ένα κυδώνι, ένα φύλλο από τον «πλάτανο του Ιπποκράτη» κι ένα τσαμπί σταφύλι. Το πρωί της «Αρχιχρονιάς» γυναίκες και παιδιά σηκώνονται πριν βγει ο ήλιος και κατεβαίνουν στην παραλία παίρνοντας μαζί, τους «αστρονομημένους» αυτούς καρπούς που φύλαγαν για ένα χρόνο στο εικονοστάσι, τους πετούν στη θάλασσα και βουτάνε στο νερό τους καινούργιους. Βρέχουν το πρόσωπό τους, μαζεύουν θαλασσινό νερό από σαράντα κύματα και βότσαλα από την ακρογιαλιά. Στο δρόμο για το σπίτι σταματούν στον «πλάτανο» και αγκαλιάζουν τον κορμό του για να πάρουν τα χρόνια του και τη δύναμή του.
Στο σπίτι πια κρεμούν την καινούρια «Αρχιχρονιά» στο εικονοστάσι, σα σύμβολο αφθονίας για την καινούρια χρονιά. Ρίχνουν λίγα βότσαλα στα μπαούλα, να μην τρώνε οι ποντικοί τα ρούχα, βάζουν λίγα στις τσέπες τους «για το καλό», σκορπίζουν μερικά στην αυλή και ραντίζουν το σπίτι με θαλασσινό νερό για την γλωσσοφαγιά.
II. Στη ΡΟΔΟ, τη μέρα αυτή κρεμούν στο μεσιά – το μεσαίο χοντρό δοκάρι, που βαστάζει τη στέγη – τη δική τους «Αρχιχρονιά»: ένα άσπρο σακουλάκι γεμάτο στάχυα και σιτάρι. Γύρω απ’ αυτό δένουν μια αρμαθιά καρύδια, ένα κρεμμύδι, ένα σκόρδο, ένα κεχρί, καρπό βαμβακιού κι ένα τσαμπί σταφύλι. Αν δεν κάνουν την «Αρχιχρονιά», δεν αρχίζουν καμιά αγροτική εργασία. Την «Αρχιχρονιά» αυτή την ξεκρεμούν από το μεσιά την Πρωτοχρονιά το πρωί. Τα καρύδια και το τσαμπί που γίνεται σταφίδα το τρώνε, ενώ το σιτάρι, το σκόρδο και το κρεμμύδι τα φυλάγουν για να τα ρίξουν μέσα στο σπόρο, όταν θα αρχίσουν τη σπορά. Το θεωρούν καλό ν’ ανακατευτούν με το σπόρο οι καρποί της «Αρχιχρονιάς».
III. Στο άλλο άκρο της Ελλάδας, στη ΣΩΖΟΠΟΛΗ ΘΡΑΚΗΣ, οι κάτοικοι, το πρωί της 1ης Σεπτεμβρίου, ράντιζαν ο καθένας με αγιασμό το σπίτι του, τα αμπέλια του και τα δίχτυα του, για να ευλογηθούν και να δώσουν πολλά σταφύλια και πολλά ψάρια αντίστοιχα.
Ένας δάσκαλος, πριν αρκετά χρόνια, στα Χάσια Κοζάνης, διηγείται τι συνέβαινε την πρώτη μέρα που άνοιγαν τα σχολεία:
Στα σχολεία των χωριών τούτων, όταν ανοίξει το σχολείο, έρχονται οι μαθητές, φιλούν το χέρι του δασκάλου. Τους καταγράφει. Έπειτα αρχίζουν με τη σειρά και φέρνουν οι μαθητές μια πίτα, ένα ψωμί, κρασί.
Όταν όμως θα αλλάξουν τα βιβλία ή τις τάξεις, τότε ο κάθε μαθητής θα παρουσιάσει τα νέα βιβλία του στο δάσκαλο να τα ράψει κι ο δάσκαλος τα ράφτει όλα τα βιβλία και τα φυλάγει επάνω στον πάγκο. Οι μαθητές φέρνουν τότε ένα δώρο στο διδάσκαλο, μαντίλι ή τσιράπια ή κότα ή αρνί, ό,τι θέλει ο καθένας, στους δε μαθητές φέρνουν μύγδαλα ή καρύδια ή ζαχαρωτά. Όλοι φέρνουν μικροί και μεγάλοι.
Τότε οι μαθητές σηκώνονται όρθιοι, έρχονται στην παράδοση, στρώνουν μια βελέντζα ή παλτό καταγής. Σηκώνεται ο δάσκαλος, παίρνει το βιβλίο ενός μαθητή της δευτέρας ή της τρίτης κ.λ.π. τάξης στα χέρια και λέγει: «να αξιώσετε το μαθητή αυτό στην Β ή Γ ή Δ τάξη». Όλοι τότε οι μαθητές σηκώνουν εκείνον το μαθητή με τη βελέντζα καθισμένο μέσα και τον σέρνουν άνω κάτω και φωνάζουν «άξιος», τον ανεβάζουν και τον κατεβάζουν 3 φορές. Κατόπιν εκείνος φιλεί το χέρι του δασκάλου και παίρνει τα βιβλία. Ο δάσκαλος του εύχεται Καλή Πρόοδο και μοιράζει στα παιδιά ό,τι φρούτα έφερε ο μαθητής. Έτσι όλοι οι μαθητές αξιώνονται, όχι την ίδια μέρα, αλλά τις άλλες. Τέλος με τη σειρά φέρουν ο καθένας στο δάσκαλο το κανίσκι του με το ψωμί, πίτα, αυγά, κρασί, ρακή κ.ά.
ΓΙΟΡΤΕΣ:
Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (8/9). Η γέννηση αυτή σηματοδοτεί τη λύση της κατάρας της προπατορικής ενοχής.
Η ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (14/9). Στις εκκλησίες μοιράζεται την ημέρα αυτή βασιλικός, που πηγάζει από την παράδοση, ότι στο μέρος όπου βρέθηκε ο Τίμιος Σταυρός είχε φυτρώσει το αρωματικό αυτό φυτό, γι’ αυτό και ο βασιλικός λέγεται και «σταυρολούλουδο». Με το βασιλικό αυτό από την εκκλησία και με αγιασμό της ημέρας ετοιμαζόταν το νέο προζύμι για όλη τη χρονιά.
Μία γιορτή που αποτελούσε χρονικό σταθμό στις τοπικές αγροτικές & ποιμενικές εργασίες και λαμβανόταν σαν αρχή ή το τέρμα για τις σχετικές συμβάσεις.
ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:
«Τον Σεπτέμβρη τα σταφύλια, τον Οκτώβρη τα κουδούνια».
«Αν βρέξει ο τρυγητής, χαρά στον τυροκόμο».
«Τον τρυγητή τ’ αμπελουργού, πάνε χαλάλι οι κόποι».
«Στον τρυγητή σιτάρι σπείρε και στο πανηγύρι σύρε».
«Του Σεπτέμβρη οι βροχές, πολλά καλά μας φέρνουν».
«Βοηθάει ο Αι- Γιάννης και ο Σταυρός, γιομίζει το αμπάρι κι ο ληνός».
«Θέρος, τρύγος, πόλεμος».
«Μάρτη και Σεπτέμβρη ίσια τα μεσάνυχτα» [=ισημερία]
«Του Σταυρού αρμένιζε και του Σταυρού δένε».
«Του Σταυρού κοίτα και τ’ Αϊ Γιωργιού ξεκίνα».
«Του Σταυρού σταύρωνε και δένε».
«Του Σταυρού σταύρωνε και σπέρνε».

users.sch.gr

Ιούλιος


images
Ο έβδομος μήνας του χρόνου. Έχει 31 ημέρες. Την ονομασία του την καθιέρωσε ο Μάρκος Αντώνιος (το 44 π.Χ.), για να τιμήσει το φίλο του και μεγάλο στρατηγό των Ρωμαίων, Ιούλιο Καίσαρα, που γεννήθηκε αυτόν το μήνα και που, όπως είναι γνωστό δημιούργησε το «Ιουλιανό ημερολόγιο». Αντικατέστησε τον πέμπτο μήνα, τον Κυρινάλη. Ο ελληνικός λαός τον ονομάζει και Αλωνάρη, Αλωνιστή ή Αλωνιάτη ή Αλωνευτή, επειδή κατά τον μήνα αυτόν γίνεται το αλώνισμα του σιταριού.
Ακόμα τον ονομάζει Γυαλιστή ή Γυαλινό (Νάξο & Χίο), επειδή σε ορισμένες περιοχές της χώρας κατά το μήνα αυτό «γυαλίζουν», δηλ. ωριμάζουν τα σταφύλια. Επίσης αναφέρεται σαν Δευτερόλης (σαν 2ος μήνας του καλοκαιριού), Αηλιάς ή Αηλιάτης (20/7, η γιορτή του Προφήτη Ηλία) και Φουσκομηνάς ή Χασκόμηνας (Ρόδος).
ΕΡΓΑΣΙΕΣ:
Αλωνίζουν.
Σκαλίζουν καπνά, καλαμπόκι & πατάτες.
Θερίζουν σιτηρά (ανάλογα την περιοχή).
Στα καπνοχώρια ραματιάζουν, στεγνώνουν του καπνού τα φύλλα.
Ράντισμα & θειάφισμα αμπελιών.
Τρύγος κυψελών απ’ το θυμάρι.
ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:
Του ΑΛΩΝΙΣΜΟΥ: Όσο διαρκεί ο αλωνισμός, «δεν κάνει να αλωνίζει ολοένα ο ίδιος αλωνιστής. Εναλλάσσεται με τη γυναίκα του και το παιδί, ενώ αυτός ξεκουράζεται στ’ αμπλήκι, ένα δέντρο που υπάρχει φυτεμένο κοντά στο αλώνι γι’ αυτό το σκοπό.
Οι ξένοι που τύχαινε να περάσουν, έπρεπε να ευχηθούν μόνο: «Ώρα καλή, χίλια μόδια», ή «Χίλια μόδια, και το αγώι χώρια», κι ο αλωνιστής απαντούσε: «Να ‘σαι καλά, Φχαριστούμε».
Μόλις μάζευαν το λειώμα ή μάλαμα (καθαρό σιτάρι) σ’ ένα σωρό, νίβονταν όλοι, και ράντιζαν και το σωρό.
«Δεν έκανε να έρθει η γυναίκα με ρόκα, γνέθοντας, στ’ αλώνι», γιατί «ήταν ξωτικιά και έδιωχνε τον άνεμο, και δεν μπορούσαν να ανεμίσουν, να λιχνίσουν.
Την τελευταία ημέρα και αφού απολούσαν τα βόδια, πρόσεχαν που θα ξυθεί, το μεγαλύτερο στα χρόνια βόδι. Εάν ξυνόταν στο κεφάλι, ο χειμώνας θα ήταν «πρώιμος», στη μέση «βαρυχειμωνιά στο μέσο του χειμώνα» και αν στην ουρά, ο χειμώνας θα ήταν «όψιμος».
Με το νέο αλεύρι έφτιαχναν πρώτα μια λειτουργιά, για να την ευλογήσει ο παπάς. Κι απ’ το πρώτο ζυμάρι, παρασκεύαζαν ένα ιδιαίτερο κομμάτι, το «κλικούδ’», και το άφηναν στη βρύση του χωριού. Εκείνη που πρώτη θα πήγαινε να πάρει νερό και έβρισκε το καινούριο ψωμί, έπρεπε να το μοιράσει στις γυναίκες που θα τύχαινε να πάνε κι αυτές για νερό.
ΚΟΥΡΜΠΑΝΙΑ (συνεστιάσεις & δημοτελείς θυσίες)-ΕΘΙΜΙΚΕΣ ΦΩΤΙΕΣ (20/7). Προς τιμή του Προφήτη Ηλία, με κύρια επιδίωξη τις ευμενείς καιρικές συνθήκες, για τη γεωργία & την κτηνοτροφία στη διάρκεια του χρόνου.
ΓΙΟΡΤΕΣ:
Του Προφήτη Ηλία (20/7). Μία από τις φλογερές μορφές της Βίβλου, έφορος της βροχής, της βροντής & των κεραυνών. Όλα τα ξωκλήσια, που είναι κτισμένα προς τιμή του, βρίσκονται στις ελληνικές βουνοκορφές, γιατί εκεί ο τόπος ήταν πάντα ιερός.
ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ: Ο Ιούλιος έχει τα περισσότερα από τα πανηγύρια των χωριών. Πέρα από τις καθεαυτό δικές του γιορτές-πανηγύρια (των Αγ. Αναργύρων, της Αγ. Κυριακής, του Προφήτη Ηλία, της Αγ. Παρασκευής & του Αγ. Παντελεήμονα), έχει και πολλές γιορτές-πανηγύρια του χειμώνα, που έχουν μεταφερθεί προκειμένου να επιτρέψει η καλοκαιρία τη διεξαγωγή τους & βέβαια τη μεγαλύτερη προσέλευση κόσμου.
ΤΟ «ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΟΥ ΤΑΥΡΟΥ» (Αγ. Παρασκευή Λέσβου). Γίνεται προς τιμή του Αγ. Χαραλάμπους. Πρόκειται για μια ταυροθυσία. Αποτελεί μια γιορτή που διαρκεί 3 ημέρες. Για πρακτικούς λόγους, επειδή δεν είναι εύκολη η μετάβαση στο ξωκλήσι του αγίου την ημέρα της γιορτής του (10/2), το πανηγύρι γινόταν αρχικά την πασχαλινή περίοδο («πριν φύγει το Χριστός Ανέστη»), ή τέλη της ανοιξιάτικης περιόδου, στη συνέχεια μεταφέρθηκε τους καλοκαιρινούς μήνες, Ιούνιο ή Ιούλιο. Καθοριστικό ρόλο έπαιζε η άφιξη κάθε χρόνο των ξενιτεμένων Αγιοπαρασκευιωτών, κυρίως από την Αυστραλία, αφού συνήθως ένας απ’ αυτούς έκανε την καθόλου ευκαταφρόνητη χορηγία για την αγορά του ταύρου, εκτελώντας έτσι κάποιο τάμα του.
Το πρωί της Παρασκευής οδηγούν τον ταύρο, που πρέπει να είναι εκλεκτός (3ετής, ανευνούχιστος & να μην έχει μπει σε ζυγό) μπροστά στο σπίτι του χορηγού. Εκεί υπό τους ήχους μουσικής στολίζουν τον ταύρο. Του κρεμούν στο λαιμό άνθη & στεφάνι και βάφουν τα κέρατά του με χρυσόσκονη. Μικρή επιγραφή στο μέτωπό του δείχνει το όνομα του δωρητή. Στη συνέχεια με μουσική, με λάβαρα, με σημαία & με την εικόνα του αγίου μπροστά, αρχίζει η περιφορά του ταύρου σε όλο το χωριό. Το απόγευμα της ίδιας μέρας το ζώο μεταφέρεται στην τοποθεσία «Ταύρος», ορεινή & δυσπρόσιτη, 15 χμ Α. της Αγ. Παρασκευής, όπου βρίσκεται και το ξωκλήσι του αγίου.
Από το πρωί του Σαββάτου αρχίζει η ομαδική μετάβαση των πανηγυριστών στον «Ταύρο», απ’ όλο το νησί. Το σούρουπο φέρνουν τον ταύρο, πάλι με μουσική, μπροστά στο εκκλησάκι και ο ιερέας τον ευλογεί με ειδική ευχή. Τον οδηγούν έπειτα στον τόπο της θυσίας. Εκεί, κατά την πίστη που επικρατεί, το ζώο γονατίζει με τη θέλησή του για να θυσιαστεί. Παράλληλα σφάζονται κι άλλα μικρότερα ζώα, με την ευλογία του παπά πάντα, τάματα κι αυτά των πιστών.
Την ευλογία του δέχονται κι οι έφιπποι πανηγυριστές, θεωρείται μάλιστα ότι το πανηγύρι αποβλέπει ιδιαίτερα στην προστασία των φοράδων.
Από το κρέας του ταύρου και με ειδικά κατεργασμένο σιτάρι παρασκευάζεται το λεγόμενο “κεσκέτσι”, που το πρωί της Κυριακής διανέμεται στους πιστούς, για «να πάρουν όλοι τη δύναμη που είχε ο ταύρος».
Η όλη θυσία-γιορτή τελειώνει το απόγευμα της Κυριακής με ιππικούς αγώνες. Ακολουθεί γλέντι όλων των πανηγυριστών στην πλατεία του χωριού.
ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:
«Ο Αηλιάς κόβει σταφύλια και η Αγία Μαρίνα σύκα».
«Αλωνάρη με τα αλώνια και με τα χρυσά πεπόνια».
«Τζίτζιρας ελάλησε, άσπρη ρόγα γυάλισε».
«Τον Ιούλη κι οι γριές κάνουνε ξετσιπωσιές».
«Από τ’ Αι-Λιος ο καιρός γυρίζει αλλιώς».
«Γαμπρός αλωναριάτικος, κακό χειμώνα βγάνει».
«Έτσι το ‘χει το λινάρι να ανθεί τον Αλωνάρη».
«Η καλή αμυγδαλιά ανθίζει το Γενάρη και βαστάει τ’ αμύγδαλα όλο τον Αλωνάρη».
«Κάλλιο λόγια στο χωράφι , παρά ντράβαλα (φασαρίες) στ’ αλώνι».
«Κάτσε κότα το Γενάρη και παπί τον Αλωνάρη».
«Κότα πίτα το Γενάρη, κόκορα τον Αλωνάρη».
«Κότα, χήνα το Γενάρη και παπί τον Αλωνάρη».
«Μικρό-μικρό τ’ αλώνι μου, και να ‘ναι μοναχικό μου».
«Ο άη-Λιας κόβει σταφύλια και η αγία Μαρίνα σύκα».
«Ο Θεριστής θερίζει, ο Αλωνάρης αλωνίζει κι ο Αύγουστος ξεχωριζει».
«Όρνιθα το Γενάρη, κέφαλος τον Αλωνάρη».
«Που μουχτάει τον Χειμώνα‚ χαίρεται τον Αλωνάρη».
«Πρωτόλη (Ιούνιε), Δευτερόλη(Ιούλιε) μου, φτωχολογιάς ελπίδα».
«Στο κακορίζικο χωριό τον Αλωνάρη βρέχει».
«Τ’ Αλωναριού τα κάματα (δυνατή ζέστη), τ’ Αυγούστου τα λιοβόρια» (ζεστός δυνατός ανατολικός άνεμος).
«Της αγιά Μαρίνας ρώγα και του άη -Λιός σταφύλι». (δηλαδή το σταφύλι ωριμάζει αργότερα από τη σταφίδα)
«Της Αγιάς Μαρίνας ρούγα και του Αϊ Λια σταφύλι και του Αγιού Παντελεήμονα γιομάτο το κοφίνι».
«Το τραγούδι του Θεριστή, η χαρά του Αλωνιστή».
«Τον Αλωνάρη δούλευε καλό χειμώνα να έχεις».
«Τον Αλωνάρη έβρεχε στον ποτισμένο τόπο».
«Χιόνισε μέσα στο Γενάρη, να οι χαρές του Αλωνάρη».

users.sch.gr

Ιούνιος


image

Ο τέταρτος μήνας του αρχαίου ρωμαϊκού ημερολόγιου με 29 ημέρες. Σήμερα είναι ο 6ος μήνας του χρόνου και έχει 30 ημέρες. Κατά μια άποψη πήρε το όνομά του από τη ρωμαϊκή θεά Γιούνο που ήταν αντίστοιχη με την ελληνική Ήρα, στην οποία ήταν αφιερωμένος. Κατά μια άλλη άποψη το όνομα του οφείλεται στον πρώτο ύπατο της Ρώμης Λεύκιο Ιούνιο Βρούτο. Στις 21 Ιουνίου έχουμε το θερινό ηλιοστάσιο. Ο Ιούνιος αντιστοιχεί με το τέλος του αρχαίου ελληνικού μήνα Θαργηλίωνα και με τις αρχές του Σκιροφορίωνα. Είναι ο μήνας του θερισμού και πολλών άλλων γεωργικών εργασιών. Έχει πολλές ονομασίες, από τις οποίες η πιο διαδεδομένη είναι «θεριστής» που προέρχεται από τον θερισμό των σιτηρών. Επίσης Πρωτόλης ή Πρωτογιούλης, δηλ. πρώτος μήνας και αρχή του καλοκαιριού, Αλυθτσατσής (Κάλυμνος), Ρινιαστής (Πάρος), Ορνιαστής (Άνδρος), Λιοτρόπης, Κερασάρης (Γρεβενά) & Κερασινός (Πόντος), γιατί τότε ωριμάζουν τα κεράσια.
ΕΡΓΑΣΙΕΣ:
Θερίζουν σιτάρια, κριθάρια, όσπρια, σανά.
Ποτίζουν & σκαλίζουν τα χωράφια.
Φυτεύονται σπανάκια, φασόλια, κουνουπίδια.
«Χαρακώνουν» τ’ αμπέλια. Καταπολεμούν τις ασθένειες τους.
Μάζεμα ντομάτας, μελιτζάνας, πιπεριάς, κολοκυθιάς.
Μεταφορά κυψελών στο θυμάρι.
Απογαλακτισμός των ζώων, που είναι 3 μηνών.
Πρώιμο ζευγάρωμα προβάτων.
ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:
ΤΟΥ ΘΕΡΙΣΜΟΥ: Στο Δρυμό θεσ/κης & αλλού, το πρώτο δεμάτι σταχυών που δένουν, το στήνουν όρθιο και το προσκυνούν, ενώ ο νοικοκύρης ρίχνει νομίσματα.
Στη Σκύρο σαν αποθερίσουν, αφήνουν δύο λημάρια αποθέρι στο χωράφι άθερα, για χαρά του χωραφιού και για να φάνε τα πουλιά και τα αγρίμια.
Στο Μανιάκι Πυλίας αφήνουν ένα κομμάτι αθέριστο και λένε ότι είναι τα γένια του νοικοκύρη, τον οποίο σηκώνουν στα χέρια ψηλά & τον αφήνουν να πατήσει στη γη, μόνο αν τάξει στους θεριστές κρασί και κότα.
Στην Κάρπαθο χαράσσουν με το δρεπάνι ένα κύκλο, που περιλαμβάνει τα τελευταία στάχυα. Στον κύκλο μπαίνει η νεαρότερη θερίστρια, σταυροκοπιέται και πετάει επάνω το δρεπάνι της φωνάζοντας: «Και του χρόνου, καλαλωνεμένα, καλοφαωμένα, καλοπρουκισμένα!»
ΤΟ ΤΖΙΤΖΙΡΟΚΛΙΚΟ (Νέο Σούλι Σερρών) Η λέξη είναι σύνθετη από το τζίτζιρας (= τζίτζικας) και το κλίκι (= τσουρέκι, το κικλίσκιον των Βυζαντινών). Το ζύμωναν, τον Ιούνιο με Ιούλιο, με το πρώτο αλεύρι από την καινούργια σοδειά σιταριού. Ήταν ένα μικρό καρβέλι, βάρους ενός κιλού περίπου, με μια τρύπα στη μέση, όπου έβαζαν ένα κλωνάρι βασιλικό. Το πήγαιναν στη βρύση της γειτονιάς, στο «σουλ’ ναρ», και πριν το τοποθετήσουν κάτω από τη βρύση, απ’ το «λουλά», έκοβαν βιαστικά, μικροί μεγάλοι, από ένα κομμάτι. Παράλληλα ακουγόταν και η ευχή: «όπως τρέχ’ του νιρό, να τρέχ’ κι του μπιρικέτ’ ». Ό,τι απέμενε, το άφηναν στη μια εσοχή της βρύσης, για να το φάει ο τζίτζικας το χειμώνα.
KΛΗΔΟΝΑΣ (24/6). Μαντική πρακτική, πανελλήνια γνωστή. Την παραμονή της γιορτής πήγαινε ένα παιδί, που ζουν και οι δυο γονείς του, και έφερνε «αμίλητο» νερό στο σπίτι όπου είχαν συμφωνήσει να γίνει το έθιμο. Στην Κρήτη, τα κορίτσια έπαιρναν από το αμίλητο νερό του Κλήδονα και μεσημέρι το έριχναν στο πηγάδι. Η κοπέλα έστεκε στο χείλος του, κρατώντας ένα καθρέφτη με τρόπο ώστε οι ακτίνες του ήλιου να αντανακλώνται στο νερό, στην επιφάνεια του οποίου, όπως έλεγαν, σχηματιζόταν το είδωλο του μέλλοντα συζύγου τους.
TΟ «ΣΤΙΦΑΔΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΕΤΡΟΥ». Η αρχή αυτού του εθίμου τοποθετείται, σύμφωνα με τις τοπικές παραδόσεις, στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Όπως λέγεται, ένας χριστιανός, από τα ΣΠΑΤΑ ΑΤΤΙΚΗΣ, κατόρθωσε να αποφύγει τη σύλληψη και τη θανάτωσή του από τους Τούρκους με τη βοήθεια του Αγίου Πέτρου, γι’ αυτό κι έταξε να θυσιάσει ένα μοσχάρι στη γιορτή του. Αλλά όταν ήρθε η μέρα αυτή, μετάνιωσε για το τάμα του και θυσίασε ένα αρνί. Το ταμένο όμως ζώο ήρθε μοναχό του και ξεψύχησε μπροστά στην εκκλησία. Το γεγονός αυτό έκανε μεγάλη εντύπωση και οι Σπαταναίοι άρχισαν από τότε να κάνουν θυσία κάθε χρόνο στον άγιο.
Σήμερα αγοράζεται με κοινή εισφορά ένας μεγάλος αριθμός από βοοειδή και με το κρέας τους παρασκευάζεται «στιφάδο». Αντιμετωπίζουν μάλιστα σαν θαύμα το γεγονός, ότι τα μάτια δεν δακρύζουν από το πολύωρο καθάρισμα τόνων κρεμμυδιών. Το πρωί μετά τη θεία λειτουργία, μοιράζεται στους πανηγυριστές, αφού βράσει όλο το βράδυ σε μεγάλα καζάνια.
ΓΙΟΡΤΕΣ:
«Η ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ, ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ». Η γενέθλιος ημέρα της εκκλησίας του Χριστού. Την ίδια μέρα γίνεται μεσολογγίτικη γιορτή στη μνήμη και την ψυχανάπαυση των πεσόντων της Εξόδου, στο μοναστήρι του Αγίου Συμεών, στους πρόποδες του βουνού Ζυγός, κοντά στο Μεσολόγγι (τόπος συνάντησης των «Ελεύθερων πολιορκημένων», αν βέβαια τα είχαν καταφέρει).
«Του Αϊ-Γιαννιού του Λαμπαδάρη ή Φανιστή ή Ριζικάρη ή Ριγανά» (24/6). Την ημέρα αυτή άναβαν φωτιές συνήθως σε σταυροδρόμια κατά γειτονιές, με ανταγωνιστική διάθεση, κάθε γειτονιά θέλει να ανάψει τη μεγαλύτερη φωτιά. Σ’ αυτήν έριχναν και εύφλεκτα παλιοσύνεργα του χωρικού νοικοκυριού και απαραίτητα το μαγιάτικο στεφάνι.
Μικροί & μεγάλοι, πηδώντας τις φωτιές («φωτάρες»-Ίος), κάνουν και μια ευχή για καλή υγεία και απαλλαγή από το κακό. Η ευχή ήταν: «Πηδώ τον χρόνο τον παλιό και πάω στον πιο καλό».
ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:
«Αρχές του θεριστή, του δρεπανιού μας η γιορτή».
«Ο Μάης θέλει το νερό κι ο θεριστής (=Ιούνιος) το ξύδι».
«Όποιος έχει την κατάρα του παππού, πάει τον Μάη εργάτης κι όποιος έχει του πρωτόπαππου πάει τον Ιούνιο».
«Από το θέρος ως τις ελιές δεν απολείπουν οι δουλειές».
«Γενάρη πίνουν το κρασί, το Θεριστή το ξίδι» [δηλ. Το κρασί που μπαίνει στα βαρέλια τον Οκτώβρη, ωριμάζει το Γενάρη αλλά τον Ιούνιο έχει γίνει πια ξίδι]
«Θέρος, τρύγος, πόλεμος …και στο αλώνισμα χαρές!»
«Θέρος, τρύγος, πόλεμος, στασιό δεν έχουν» [δηλ. Ο θερισμός, ο τρύγος και ο πόλεμος δεν επιτρέπουν ξεκούραση, μέχρι να τελειώσουν]
«Θέρος, τρύγος, πόλεμος, αποσταμό δεν έχουν».
«Μάρτης έβρεχε, θεριστής εχαίρονταν».
«Μάρτης έβρεχε, Θεριστής τραγούδαγε».
«Μη σε γελάσει ο βάτραχος και το χελιδονάκι, αν δε λαλήσει ο τζίτζικας, δεν είν’ καλοκαιράκι».
«Πρωτόλη (Ιούνιε), Δευτερόλη (Ιούλιε) μου, φτωχολογιάς ελπίδα».
«Το τραγούδι του Θεριστή, η χαρά του Αλωνιστή».
«Τον Ιούνιο αφήνουν το δρεπάνι και σπέρνουν το ρεπάνι».

users.sch.gr

Πρωτομαγιάτικο στεφάνι


12
Ο Μάιος ονομάστηκε έτσι από τη ρωμαϊκή θεότητα Maja (Μάγια) η οποία δεν είναι άλλη από την Ελληνίδα θεά Μαία, μητέρα του Ερμή στον οποίον και αφιερώθηκε ο μήνας. Σύμφωνα με τον τρόπο διαίρεσης του χρόνου των Αρχαίων Ελλήνων, ο Μάιος αντιστοιχούσε σε μέρος του Μουνιχιώνα και του Θαργηλιώνα. Οι Αρχαίοι Έλληνες, ως φλογεροί φυσιολάτρες, γιόρταζαν το
άνοιγμα των λουλουδιών και το φτάσιμο της άνοιξης. Aπό τα αρχαιότερα χρόνια του πολιτισμού τους, μαζί με τις Oρφικές διδασκαλίες, το ρόδο έγινε σύμβολο και υμνήθηκε. Ο Aνακρέων ύμνησε έτσι το άνθος αυτό του Mαγιού: «Pόδον, άνθος των ερώτων αναμίξωμεν τω Bάκχω ρόδον, ωραίον άνθος ενθέντες τοις κροτάφοις ευθυμήσωμεν εν τούτοις». Η γιορτή, όμως, της άνοιξης, η Αρχαία Πρωτομαγιά, πήρε σιγά-σιγά κι επίσημη μορφή. Από τις παλαιότερες γιορτές, δημιουργήθηκαν τα Ανθεστήρια, η γιορτή των λουλουδιών. Αυτή ήταν η πρώτη επίσημη γιορτή ανθέων των Ελλήνων. Ιδρύθηκε πρώτα στην Αθήνα, όπου με μεγαλοπρέπεια βάδιζαν προς τα ιερά πομπές με κανηφόρες, που έφερναν άνθη. Έπειτα τα Ανθεστήρια διαδόθηκαν και σ άλλες πόλεις της Ελλάδος και πήραν πανελλήνια μορφή. Στα Ανθεστήρια της Ελλάδας «ανασταινόταν» ο… σκοτωμένος Ευάνθης θεός, επίθετο του Διόνυσου, που από το χυμένο αίμα του φύτρωσε, σύμφωνα με το μύθο, η άμπελος. Δρώμενο της Πρωτομαγιάς στην Ελλάδα κατά τα νεότερα χρόνια ήταν η ανάσταση του Μαγιόπουλου. Ένας έφηβος εμιμείτο στα ξέφωτα του δάσους τον πεθαμένο, Διόνυσο. Κοπέλες τον στόλιζαν με άνθη και του τραγουδούσαν τον κομμό, το θρήνο και τον οδυρμό, μέχρι που να «αναστηθεί» και μαζί με αυτόν όλη η φύση.
Την ανοιξιάτικη λαμπρότητά ψάλλει ο ουράνιος Πίνδαρος:
Φοίνικος έρνος οπότ΄οιχθέντος Ωράν θαλάμου.
Εύοδμον επαιωσιν έαρ, φυτά νεκτάρεα.
Τότε βάλλεται , τότ΄επ΄αμβρόταν χέρσον εραταί
ίων φόβαι ρόδα τε κόμαισι μίγνυται,
αχεί τ΄ομφαί μελέων συν αυλοίς,
αχεί τε Σεμέλαν ελικάμπυκα χοροί.
(Το βλαστάρι του φοίνικα, των Ωρών σαν ανοίξει ο θάλαμος
και τα μυρωδάτα φυτά μυριστούν την εύοσμη άνοιξη,
τότε πετιέται, τότε στη γη των αθανάτων σωρός
χαριτωμένοι μενεξέδες και τριαντάφυλλα
με τα μαλλιά ανακατεύεται
και ηχεί γλυκιά φωνή με λυρικούς αυλούς
και σέρνουνε χορούς για την ανθοστεφάνωτη Σεμέλη).
Το πρωτομαγιάτικο στεφάνι είναι, σχεδόν, το μοναδικό έθιμο που εξακολουθεί να μας συνδέει με την παραδοσιακή Πρωτομαγιά, μια γιορτή της άνοιξης και της φύσης με πανάρχαιες ρίζες, πλούσια σε εκδηλώσεις σε παλαιότερες εποχές.
Στις μέρες μας η Πρωτομαγιά με το μάζεμα των λουλουδιών για το πρωτομαγιάτικο στεφάνι, ενισχύει τις σχέσεις του ανθρώπου με τη φύση, από την οποία οι περισσότεροι έχουμε απομακρυνθεί, ζώντας στις πόλεις.
Σύμφωνα με κείμενο του καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, Μιχάλη Τιβέριου, το μαγιάτικο κλαδί ή το άνθινο στεφάνι, έχει τις ρίζες του στην Αρχαιότητα:
«Είναι γνωστό ότι στην Αρχαία Ελλάδα τέτοια κλαδιά ή στεφάνια τα χρησιμοποιούσαν πολύ συχνά. Δεν είναι υπερβολικό να πούμε ότι δεν έλειπαν από καμία σημαντική εκδήλωση του δημόσιου, ιδιωτικού και θρησκευτικού βίου. Επιπλέον, είναι αξιοπρόσεκτο ότι μια σημαντική γιορτή ενός μήνα των Αρχαίων, του Θαργηλίωνος, που αντιστοιχούσε, περίπου, με το δικό μας Μάιο, περιλάμβανε στα δρώμενά της την κατασκευή ενός κλαδιού ανάλογου με το μαγιάτικο. Το κλαδί αυτό δεν το έφτιαχναν με άνθη, αλλά με κλαδιά οπωροφόρων δέντρων, στα οποία αναρτούσαν κρεμμύδι και σκόρδο».
Στις μέρες μας έχουμε καθιερώσει στεφάνια από λουλούδια του αγρού ή των κήπων, τα οποία τοποθετούμε για μερικές μέρες στην κύρια είσοδο των σπιτιών μας. Δύσκολα μπορεί, πια, να ανιχνευτεί συμβολισμός στο σύγχρονο πρωτομαγιάτικο στεφάνι, κατά το Μιχάλη Τιβέριο, αφού για τους περισσότερους δεν αποτελεί, ίσως, τίποτα περισσότερο από μια όμορφη και μυρωδάτη σύνθεση λουλουδιών, χωρίς να παραπέμπει σε συσχετισμούς σύμφωνα με τους οποίους «χαρίζει» στους ενοίκους ενός σπιτιού υγεία, καλή τύχη, ειρήνη, ευτυχία και ευφορία. Σίγουρα, όμως, η κατασκευή του χαρίζει ευφορία σε μεγάλους και μικρούς, που ξεφεύγοντας από τις πόλεις αναζητούν τη χαρά της άνοιξης στην ολάνθιστη φύση.

ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:
Τον Μάη απέφευγαν να κάνουν γάμους και σημαντικές εργασίες.
ΚΟΥΚΚΟΥΜΑΣ (Σύμη, 2/5). Στα πολύ παλιά χρόνια ο κουκκουμάς γινόταν σ’ όλες τις γειτονιές, για να δουν οι κοπέλες (οι κόρες όπως τις αποκαλούν εκεί) αυτόν που θα παντρευτούν. Αποβραδίς (1/5), μια κοπελιά, που ζούσαν οι γονείς της έπαιρνε το «αμίλητο νερό» από 7 σπίτια, σ’ ένα δοχείο, που λεγόταν κουκκουμάρι, (απαραίτητο ήταν και στα 7 σπίτια, τη νοικοκυρά να την έλεγαν Ειρήνη). Έριχναν ύστερα όλες οι κοπέλες, στο κουκκουμάρι με το «αμίλητο νερό», τα δαχτυλίδια τους, το σκέπαζαν με κόκκινο πανί, το έδεναν με κόκκινη κορδέλα, έβαζαν από πάνω ένα κλειδί και έβγαζαν το κουκκουμάρι στο δώμα για να το δουν τ’ άστρα.
Την επόμενη, 2/5, μετά τη θεία λειτουργία, οι κοπελιές ετοίμαζαν φαγητά (συνήθως γιαπράκια, ντολμάδες δηλαδή) και γλυκά, καθώς και μια πίτα, με μπόλικο αλάτι και «αμίλητο νερό». Την πίτα την ετοίμαζαν ανάποδα. Με τα χέρια δηλ. πίσω θα κοσκίνιζαν το αλεύρι, θα ζύμωναν, θα φούρνιζαν και θα ξεφούρνιζαν την πίτα.
Μετά το φαγητό έβαζαν στη μέση ένα μεγάλο ταψί και μέσα σ’ αυτό το κουκκουμάρι, αφού το ξεσκέπαζαν και του έβαζαν βασιλικό και άλλα μυρωδικά φυτά, έπαιρναν όλες θέση γύρω του κι άρχιζαν να τραγουδούν σε επίσημη βυζαντινή μελωδία, χτυπώντας τα χέρια τους στο σινί:
Να βγάλουμε τον κουκκουμά, να ‘βγει η χαριτωμένη
να ‘βγει της Παναγιάς ο γιος και της κυράς η κόρη.
Να βγάλουμε τον κουκκουμά.
Στη μια του Μα, στις δυο του Μα, τον κουκκουμά να βγάλω
κι αν είναι καλορίζικος, τον αγαπώ θα πάρω.
Αϊ Θανάση αφέντη μου έβγα απ’ το θρανί σου
να δεις χαρές που γίνονται έξω απ’ το πλατύ σου.
Να βγάλουμε τον κουκκουμά.
Γύρω τριγύρω στο σινί, πέρδικες πλουμισμένες
και του καιρού χαρούμενες και καλοπαντρεμένες…
Το τραγούδι συναρπαστικό, κρατούσε πολλή ώρα. Έπειτα έβγαζαν το βασιλικό κι ένα ανήλικο κορίτσι, με τους γονείς της ζωντανούς, έπαιρνε ένα-ένα τα δαχτυλίδια από το κουκκουμάρι, λέγοντας ταυτόχρονα ένα ανδρικό όνομα.
Στη συνέχεια έτρωγαν την αλμυρή πίτα κι άρχιζαν το χορό, με συνοδεία λύρας και λαγούτου.
Κορίτσια τραγουδήστε και ρίξτε ένα γρόσι
να κάνουμε του λυριστή μαλαματένια στρώση…
Το βράδυ οι κοπελιές, μετά τον πολύ χορό και την αλμυρή πίτα, ήταν σίγουρο ότι θα δίψαγαν. Θα έβλεπαν στον ύπνο τους ότι πήγαν σε κάποιο σπίτι να πιουν νερό. Αν το σπίτι, που στ’ όνειρό της έβλεπε η κάθε κοπελιά, πως πήγε να πιει νερό, έχει γιο ανύπαντρο, με το όνομα που της φώναξαν, βγάζοντας το δαχτυλίσι της από το κουκκουμάρι, θεωρείτο «σίγουρο» πως αυτόν θα έπαιρνε για άντρα της.
ΤΑ ΑΝΑΣΤΕΝΑΡΙΑ. Πολυσυζητημένο έθιμο, που τελείται με μεγάλη δημοσιότητα, κατά το τριήμερο 21-23 Μάη, προς τιμήν των αγίων Κων/νου & Ελένης. Αποτελούν μία από τις πιο χαρακτηριστικές και ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις της λαϊκής λατρείας με μορφή δρώμενου. Παλαιότερα γινόταν σε μικρή περιοχή της επαρχίας Σωζοαγαθουπόλεως της Β.Α. Θράκης. Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών το 1923, βάσει της συνθήκης της Λοζάννης, το έθιμο μεταφυτεύθηκε και ρίζωσε στη Μακεδονία. Στο τελετουργικό μέρος τους περιλαμβάνονται εκστατικοί χοροί, πομπικές περιφορές εικονισμάτων, αρχαιότροπη θυσία ζώου, χρήση αγιάσματος και εντυπωσιακή πυροβασία (περπάτημα πάνω σε αναμμένα κάρβουνα) των τελεστών Αναστενάρηδων, από την οποία κυρίως είναι γνωστό το δρώμενο. Τα όργανα, λύρα και νταούλι, παίζουν σ’ όλες τις φάσεις της τελετουργίας, στη διάρκεια της οποίας ακούγονται και ειδικά τραγούδια.
Ένα από τα γνωστότερα έθιμα του Ν. Σερρών, που έγινε αντικείμενο έρευνας και μελέτης, τόσο των ελλήνων, όσο και των ξένων ερευνητών.
Τα αναστενάρια, μεταφυτευμένα από τους πρόσφυγες της Ανατολικής Θράκης στη Βόρεια Ελλάδα, τελούνται σε τέσσερα σημεία της χώρας αυτής, όπου είναι εγκατεστημένοι οι αναστενάρηδες. Τα μέρη αυτά είναι ο Λαγκαδάς, η Μελίκη Βέροιας, η Μαυρολεύκη Δράμας και η Αγία Ελένη Σερρών.
Το έθιμο αυτό έχει την αρχή του στην αρχαιότητα, που οπωσδήποτε αποτελεί συνέχεια λατρευτικών τελετών, προς τιμή του θεού Διόνυσου. Αυτό προκύπτει από την ομοιότητα των εθίμων που γινόταν τότε, αλλά και εξακολουθούν να γίνονται και τώρα, όπως η θυσία του ταύρου, η χρησιμοποίηση του ιαματικού νερού, των αγιασμάτων, ο χορός, τα όργανα, η φωτιά.
Οι αναστενάρηδες, έχουν ως ανώτατο αρχηγό τους το «αναστενάρικο εικόνισμα του Αγίου» και ανώτατο ιεράρχη τους, τον Αρχιαναστενάρη.
Οι εικόνες που κουβαλούν οι αναστενάρηδες μαζί τους, είναι οι λεγόμενες «χάρες» και παριστάνουν το ιερό ζεύγος των Αγίων και οι οποίες τους δίνουν την ικανότητα να βαδίζουν στη φωτιά.
Παρατηρώντας τον χορό των αναστενάρηδων, σ’ όλη τη διάρκεια του εθίμου, έκρινα σωστό να ταξινομηθεί σε τρεις φάσεις: α) πριν την πυροβασία β) κατά το ξεκίνημα και γ) κατά την επιστροφή από την πυροβασία.
α) ο χορός πριν την πυροβασία.
Ο χορός αρχίζει μέσα στο κονάκι, (δηλ. τα σπίτια των αρχιαναστενάρηδων, όπου φυλάσσονται οι εικόνες των Αγίων), όπου τελείται η αγρυπνία και γενικώς η προετοιμασία των μυστών για την οιστροπληξία. Αυτή κορυφώνεται στις 21 Μαΐου και παρέχει τη δυνατότητα της πυροβασίας, καθώς επίσης, εξασφαλίζει στους πιστούς την ακαΐα. Ο χορός αρχίζει συγκεκριμένα, από τότε που οι «χάρες» εγκαλούν τον αναστενάρη. Όταν λένε ότι «η εικόνα εγκαλεί τον καθαρό άνθρωπο», εννοούν ότι ο προσκαλεσμένος αισθάνεται μέσα του την ανάγκη να χορέψει αδίστακτα και αφοσιωμένα, μαζί με τις «χάρες».
Αφού, λοιπόν, συμβούν όλα αυτά, οι αναστενάρηδες αρχίζουν τον χορό. Κάνουν βήματα μπροστά (τροχαίους και ιάμβους) και γυρίζουν όμοια πίσω, χτυπώντας τα πόδια ρυθμικά, πότε ελαφρά, πότε βαριά, υψώνουν τα χέρια δεκτικά, τα συμπλέκουν πάνω από το κεφάλι, τα φέρνουν πλάγια, σκύβουν γυρτά προς το ένα μέρος.
Τέλος, κάποτε, παύει ο χορός. Τότε, σταυροκοπιούνται, κάνουν μετάνοιες, θυμιατίζουν και αποσύρονται σε μία γωνιά σιωπηλοί.
Τα όργανα παίζουν όλη αυτή την ώρα της αγωνίας τους και οι παρόντες τραγουδούν.
Στα αναστενάρια, οι οργανοπαίκτες είναι η μεγάλη δύναμη, που οδηγεί τους χορευτές στο ρυθμό και τους συγκλονίζει και τους οιστρηλατεί. Κι αυτοί οι ίδιοι είναι μυημένοι, παίζουν τα όργανα τους με πάθος, συγκλονίζονται οι ίδιοι, συμπάσχουν, σκύβουν, υψώνουν το κεφάλι με τα μάτια ψηλά, καμπουριάζουν και με τα πόδια κρατούν το ρυθμό, χωρίς κανένα παραπάτημα.
Τα όργανα τους είναι η γκάιντα, η λύρα, το νταούλι και το καβάλι, που σήμερα δεν υπάρχει.
β) ο χορός κατά το ξεκίνημα και την πυροβασία
Η πομπή ξεκινά από το κονάκι. Έξω, στον αυλόγυρο του κονακιού, σχηματίζεται ο κυκλικός χορός.Ενώ τα όργανα παίζουν και το βήμα ρυθμίζεται από την έρρυθμη μουσική, βγαίνουν χορεύοντας οι αναστενάρηδες, προηγουμένου του αρχιαναστενάρη, κατευθυνόμενοι από το κονάκι προς το αλάνι. Εκεί τα όργανα παίρνουν θέση γύρω από τη φωτιά.
Αφού οι αναστενάρηδες χορεύοντας καλύψουν τρεις γύρους γύρω από τη θρακιά, ξεκινούν την πυροβασία. Ο χορός κατά την πυροβασία είναι σε ρυθμό 2/4 και οργιώδης, χαρακτηριζόμενος από πολλά γρήγορα πηδήματα, με μικρά βήματα και περιστροφές. Ο χορός τους διαρκεί γύρω στις δύο με τρεις ώρες, ώσπου δηλαδή, να σβήσουν τη φωτιά.
γ) ο χορός κατά την επιστροφή από την πυροβασία
Η επιστροφή γίνεται και πάλι πομπική. Οι αναστενάρηδες χορεύουν, έως ότου όλη η πομπή φθάσει στο κονάκι. Μετά την εναπόθεση των εικόνων στο εικονοστάσιο, ξαναρχίζει ο χορός, όταν οι αναστενάρηδες με όλη τους την ψυχή, εκτελούν τον προτελευταίο του χορό.
Τέλος, ο αρχιαναστενάρης μαζί με τα όργανα, βγαίνει χωρίς τις εικόνες στον αυλόγυρο. Εκεί στήνεται ο ύστατος χορός. Τα όργανα και ο ρυθμός ανάβουν. Στον κυκλικό αυτό χορό προηγείται ο αρχιαναστενάρης και ακολουθεί ο μεγάλος κύκλος του λαϊκού χορού, που πηδούν ρυθμικά. Συμπληρώνοντας τους τρεις γύρους, ο αρχιαναστενάρης λύνει τον κύκλο και κάνει την απόλυση.
Θεωρώντας την πλήρη περιγραφή της διεξαγωγής της τελετής, όπως αυτή παρουσιάζεται ανά τον κόσμο, μη άμεσου ενδιαφέροντος, θα αρκεσθούμε να καταγράψουμε αυτήν, όπως διεξάγεται στον ελλαδικό χώρο.
Η προετοιμασία, λοιπόν, αρχίζει από τις 27 Οκτωβρίου, όταν αρχίζουν να μαζεύουν τα χρήματα «δι’ αγερμών», ποσό με εράνους δηλαδή, για να αγορασθεί το ζώο, που θα θυσιαστεί την 21η Μαΐου. Η 27η Οκτωβρίου στην αρχαιότητα, ήταν «των μυστηρίων ημέρα πρώτη». Την 18η Ιανουαρίου αγοράζεται το λεγόμενο ¨μπικάδι» ή «μπουγά» ή «κουρμπάνι», δηλαδή το ζώο για τη σφαγή. Το ζώο, ακολουθώντας την παράδοση, πρέπει να είναι ενός, τριών ή πέντε χρονών, δηλαδή με μονά έτη ηλικίας και ακόμη να είναι άζευκτο.
Η κυρίως τελετή ξεκινά με την προετοιμασία των αναστενάρηδων, κατά την παραμονή της 21ης Μαΐου. Αναστενάρης μπορεί να γίνει οποιασδήποτε ηλικίας άτομο, αρσενικού ή θηλυκού γένους. Όλοι μαζεύονται στο «κονάκι» του αρχιαναστενάρη, όπου ακολουθείται κατά γράμμα η ίδια διαδικασία κάθε χρόνο, όπως άλλωστε και σ’ όλη την τελετή. Το κονάκι έχει διαμορφωθεί κατάλληλα για να υποδεχθεί τους φιλοξενούμενους, έχει στολισθεί, ενώ ιδιαίτερα έχει στολισθεί η εικόνα του Αγίου Κωνσταντίνου και της Αγίας Ελένης με αφιερώματα, μαντηλάκια, κορδέλες κ.α. Επίσης, τοποθετούνται σε σχήμα σταυρού μερικά κεριά.
Η ψυχική προπαρασκευή για τη σωστή διεξαγωγή της τελετής της απώτερης ημέρας είναι ο απώτερος σκοπός αυτής της συγκέντρωσης. Αυτό φαίνεται να επιτυγχάνεται με την αυτοσυγκέντρωση που επιχειρείται, με τους εκκλησιαστικούς ψαλμούς και ύμνους, αλλά και με τα διάφορα θυμιατίσματα από λιβάνι, το οποίο δημιουργεί μια ομιχλώδη ατμόσφαιρα.
Ακόμη, το ασταμάτητο και εκνευριστικό – για τους αμύητους – παίξιμο του νταουλιού, της τρίχορδης θρακικής λύρας και της γκάιντας επιτείνει την προετοιμασία του οίστρου και αποτελεί το «εξοργίζον τη ψυχή μέλος, το μανίας επαγωγόν», κατά τον Αισχύλο. Ο χορός ξεκινά και συνεχίζεται μέσα στην ήδη βαριά διαμορφωμένη ατμόσφαιρα, όπως περιγράφεται παραπάνω.
Το πρωί της 21ης Μαΐου, μετά τον εκκλησιασμό, σφάζεται το ιερό ζώο σε ειδική τελετή και αφού τεμαχισθεί μοιράζεται στους αναστενάρηδες. Μετά τη σφαγή ακολουθεί χορός και προσκύνημα των εικόνων έξω από το κονάκι του αρχιαναστενάρη, με τη συνοδεία των οργάνων, καθώς και η πομπή, που επισκέπτεται διάφορα κονάκια. Αυτό συνεχίζεται μέχρι το μεσημέρι, οπότε ακολουθεί ξεκούραση.
Θα είναι γύρω στις πέντε το απόγευμα της 21ης Μαΐου, όταν ο χώρος της πυροβασίας θα αρχίσει να ετοιμάζεται. Η φωτιά ανάβει από το άγιο φως που καίει ασταμάτητα όλο το χρόνο μπροστά στα εικονίσματα των Αγίων. Μετά από μία περίπου ώρα, σχηματίζεται η δέουσα ανθρακιά διαμέτρου τριών έως τεσσάρων μέτρων και πάχους οκτώ έως δέκα εκατοστών. Από το σπίτι του αρχιαναστενάρη ξεκινά η πομπή, που αποτελείται από τους οργανοπαίκτες, παιδιά με λαμπάδες και τους αναστενάρηδες με το χορευτικό βηματισμό τους. Φθάνοντας στη φωτιά, οι αναστενάρηδες κάνουν έναν κύκλο γύρω από τη φωτιά χορεύοντας και ύστερα αρχίζουν να μπαίνουν στην ανθρακιά πατώντας αρχικά τα μικρά καρβουνάκια γύρω-γύρω, σα να θέλουν να δοκιμάσουν την ακαϊα τους. Με επικεφαλή τον αρχιαναστενάρη, υψώνουν τα εικονίσματα και διασχίζουν σταυρωτά το αλώνι με τα κάρβουνα. Κατόπιν, ο καθένας τους μάλλον αυτοσχεδιάζει, αφού δεν ακολουθείται κάποια συγκεκριμένη πορεία. Κατά τη διάρκεια της πυροβασίας, οι συμμετέχοντες αναστενάζουν λέγοντας «ιχ-ιχ, αχ-αχ, εχ-εχ, οχ-οχ» ή «άντε-άντε» ή σφυρίζοντας «σσσσσ». Τα παραπάνω υποστηρίζεται, πως αποτελούν απομεινάρι του επιφωνήματος «‘Ίακχε-Βάκχε», που στην αρχαιότητα ήταν το μυστηριακό όνομα του Διόνυσου.
Τα γρήγορα χορευτικά βήματα πάνω στη θράκα, από τη μία όχθη ως στην άλλη, δεν είναι παραπάνω από 5-8 περίπου, κάθε φορά. Η θερμοκρασία της θράκας ανέρχεται σε 220 βαθμούς Κελσίου και φθάνει μέχρι τους 450. Παρατηρήσεις απέδειξαν πως η διάρκεια επαφής του γυμνού πέλματος κάθε φορά με τη φωτιά είναι 0,30 ως 0,50 δευτερόλεπτα.
Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τη μαρτυρία του γιατρού Ε. Ευαγγελίου, στις 21 Ιουλίου 1963, ομάδα νεαρών προέβησαν σε πυροβασία, χωρίς να ακολουθήσουν την καθιερωμένη τελετουργική διαδικασία και χωρίς να υπάρχουν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της τελετής (θυσία ζώου, μουσική, τραγούδια, χορός, έκσταση κ.λ.π.
«ΠΙΠΕΡΟΥΓΓΑ» (Θράκης): Άλλη μια πολιτιστικοθρεσκευτική εκδήλωση. Αυτή γινόταν την άνοιξη, Μάιο με Ιούνιο. Όχι, βέβαια, κάθε χρόνο. Είχε την ιδιαιτερότητα, να γίνεται στα χρόνια της λειψυδρίας και πάντα την άνοιξη. Με την ανομβρία τα σπαρτά δεν αναπτυσσόταν, κιτρίνιζαν. Το αποτέλεσμα σε αυτές τις περιπτώσεις: δε θέριζαν. Και αν θέριζαν, η παραγωγή ήταν πάρα πολύ μειωμένη. Σαν αποτέλεσμα, βέβαιος λιμός. Κάτω, λοιπόν, από αυτήν την απειλή προέβηκαν σε ενέργειες, όπως οι λιτανείες με παπάδες στα μοναστήρια τους, θεωρούμενα δικά τους.
Μαζευόταν όλοι χωριανοί την ημέρα που οριζόταν. Πάντα Κυριακή γινόταν λειτουργία. Έσφαζαν ζώα, λεγόμενη θυσία προς το Θεό να βρέξει. Χορός, τραγούδια κτλ. Εάν μετά τη λιτανεία και σε διάστημα μιας εβδομάδας τυχόν έβρεχε, ήταν, βέβαια, χάρη στη λιτανεία προς το Θεό τους. Λυπήθηκε και έβρεξε. Στην αντίθετη περίπτωση δεν έβρεχε.
Τότε εκφραζόταν διαφορετικά, λέγοντας ότι ο κόσμος έχει αμαρτάνει τόσο που ούτε ο θεός δεν μπορεί να τους συγχωρέσει. Και γι’ αυτό δε βρέχει. Και αποδίδουν την ευθύνη στον εαυτό τους. Τότε, ο τελευταίος τρόπος ήταν να κάνουν Πιπερούγγα. Ήταν και αυτή δέηση προς το Θεό. Την προσεχή Κυριακή οριζόταν. Η πρωτοβουλία σε αυτήν την πράξη άνηκε εκατό τοις εκατό στις γυναίκες. Καμιά συμμετοχή από άνδρες. Την ημέρα που οριζόταν να γίνει η Πιπερούγγα, έβγαιναν έξω από το χωριό. Μάζευαν αγριολούλουδα, ειδικά αυτά που φύτρωναν μέσα στα τσαλιά, λεγόμενες κοκομίξεις. Έχουν φύλλα στενόμακρα και τον ανθό τους τον βγάζουν στη μέση, μια υψηλή φούντα. Κουκομίξεις έχουν το ιδίωμα να κρατούν το νερό.
Στην πιπερούγγα το ρόλο τον παίζει ένα κοριτσάκι, έως δέκα χρονών το πολύ, και αποκλειστικά να είναι ορφανό από μάνα και πατέρα, να έχουν πεθάνει. Το κοριτσάκι αυτό το ντύνανε, όλο το σώμα του, με φύλλα κοκομίξας, διότι έχει το ιδίωμα να αποβάλλει το νερό. Τα φύλλα της κοκομίξας εφαρμοζόταν με τέτοιον τρόπο επάνω στο σώμα του μικρού κοριτσιού, πάντα σαν σωστή φορεσιά.
Περνούσαν ένα – ένα φύλλο σε γερή κλωστή, σε αρμάθες, όπως περνούν τον καπνό. Κάθε αρμάθα κανονιζόταν ίσια που να φέρει έναν κύκλο το σώμα του κοριτσιού. Αρχινούσε το ντύσιμο από το λαιμό κυκλικά και έφτανε έως το γόνατο. Και στο κεφάλι του πάλι με το ίδιο υλικό γινόταν μαντίλα. Όταν ολοκληρωνόταν το ντύσιμο, το κοριτσάκι φάνταζε σαν Σαρακατσάνα από τα νύχια έως την κορυφή.
Αφού τελειώνει το λεγόμενο ντύσιμο, η συμμετοχή ήταν μεγάλη, σχεδόν από όλες τις γυναίκες του χωριού. Και προτού ξεκινήσουν το παίξιμο σπίτι – σπίτι, γινόταν η απαιτούμενη πρόβα με τη διαπίστωση εάν όλα έχον γίνει σωστά.
Μεγαλύτερη προσοχή δίνανε στις κινήσεις του κοριτσιού, αφού αυτό είναι πρωταγωνιστής του θιάσου. Άρχιζαν να τραγουδούν τους εξής στίχους, όπως:
«Πιπερούγγα περπατεί για να βρέξει μια βροχή. Για τα στάρια, για τα κθάρια, για του Θεού το μπερεκέτι».
Αυτός ήταν ο μοναδικός στίχος και επαναλαμβανόταν συνέχεια. Αυτό συνεχιζόταν και στην πορεία, πηγαίνοντας από σπίτι σε σπίτι. Η κίνηση της Πιπερούγγας περιοριζόταν στη μοναδική κίνηση με το στίχο.
Περνούσε γύρω – γύρω, χωρίς βήματα και στη θέση θυμιατών. Και όπως γύριζε με το ρυθμό του, με το προσωπάκι του αντίκριζε τους πάντες, με τα ορθάνοιχτα πονεμένα ματάκια του σαν να θέλει να αντικρίσει τη μανούλα του που έχει πεθάνει. Το κοριτσάκι αυτό είναι τη στιγμή τόσο επιφορτισμένο με τα συναισθήματα της ορφάνιας, που από την αρχή του παιξίματος συνέχεια τα δάκρυα από τα ματάκια του τρέχουν.
Δε φτάνουν όλα αυτά στο κοριτσάκι και κατά τη διάρκεια του παιξίματος η κάθε νοικοκυρά ρίχνει νερό επάνω στο σώμα του, λέγοντας: «Βρέξι, θεέ μου, βρέξι». Η νοοτροπία ήταν, όσο πιο πολύ νερό ρίξει στο σώμα του κοριτσιού, τόσο πολύ θα βρέξει και ο Θεός, έχοντας την αυταπάτη ότι το κοριτσάκι δε βρέχεται, το προστατεύουν οι κοκομίξεις (για αδιάβροχα δε μιλάμε, για την εποχή είναι άγνωστα). Πάντως, το νερό περνούσε όλο στο σώμα του κοριτσιού. Ψυχή και σώμα βρεγμένα.
Σκέψη να γίνει Πιπερούγγα κοριτσάκι να έχει γονείς και να ζει φυσιολογική ζωή δε γίνεται. Με το σκεπτικό, ότι δε θα το λυπηθεί ο Θεός να βρέξει.
Σε αυτήν την περίπτωση για πληρωμή δε δίνουν σιτάρι. Δίνουν αλεύρι, λάδι, τυρί και αυγά. Αφού τελειώσουν, όλο το χωριό, πηγαίνουν σε σπίτι, βάζουν στεγνά ρούχα στην Πιπερούγγα και με τα υλικά που έχουν μαζέψει έφτιαχναν πίτες και τις έψηναν σε ένα φούρνο. Μαζεύονται όλες οι γυναίκες, τραγουδούν τραγούδια της Άνοιξης, οπότε τερματίζεται και αυτή η δέηση προς το θεό για βροχή.
ΚΟΥΚΛΑ ΤΟΥ «ΖΑΦΕΙΡΗ»
«ΖΑΦΕΙΡΗΣ» (Ζαγόρι Ηπείρου). Ένα παιχνίδι που βρισκόταν στο μεταίχμιο με τη μαγεία. Το έπαιζαν τα κορίτσια την Πρωτομαγιά, αλλά κι όλες τις Κυριακές του Μάη. Ένα παιδί προσποιούταν ότι πέθανε και τότε τα κορίτσια το στόλιζαν με άνθη και πράσινα κλαδιά, μοιρολογώντας το. Ξαφνικά όμως ο «Ζαφείρης» σηκωνόταν και το παιχνίδι συνεχιζόταν πάνω στα καταπράσινα χωράφια. Τον «Ζαφείρη» τον παριστούσαν επίσης με μια κούκλα, ένα σταυρόσχημο ξύλινο σκελετό, ντυμένο με πολύχρωμα ρούχα. Πίστευαν ότι μ’ αυτό το παιχνίδι «πρόκοβαν τα χωράφια».
«ΦΟΥΣΚΟΔΕΝΤΡΙ» (Καστανιά Στυμφαλίας). Όμοιο παιχνίδι με τον «Ζαφείρη».
«ΟΙ ΜΑΗΔΕΣ ΤΟΥ ΠΗΛΙΟΥ» (Μακρυνίτσα). Δρώμενο, κατά το οποίο περιφέρουν έναν νέο, το Μαγιόπουλο, στολισμένο με λουλούδια και φύλλα, συνοδευόμενο από προσωπιδοφόρους, στους δρόμους των χωριών και κάνουν αναπαράσταση γάμου, θανάτου του γαμπρού και ανάστασής του, με μαγιάτικα τραγούδια.
«ΟΙ ΚΟΥΝΙΕΣ» (Νάξος). Τα παλαιότερα χρόνια συνηθιζόταν σε κάποιες γιορτές της Άνοιξης και κυρίως της Λαμπρής. Πρόκειται για ένα ψυχαγωγικό παιχνίδι και αγώνισμα μαζί, το οποίο τελούνταν όμως με τελετουργικό τρόπο και είχε μαγικό χαρακτήρα.
Κατά κανόνα οι κούνιες γίνονταν στην εξοχή, αλλά και μέσα στο χωριό. Από τα ψηλά χοντρόκλαρα των δέντρων, κρεμούσαν σκοινιά και συνήθως κάθονταν πάνω τους -με μαξιλάρι ή σανίδα- κοπέλες. Τα παλικάρια τις πλησίαζαν και τις κουνούσαν, λέγοντάς τους δίστιχα, έμμεση εκδήλωση της αγάπης τους, που εκείνες δεν ντρέπονταν να ανταποδώσουν.
Οι κούνιες, η τελετουργική αιώρηση στο πλαίσιο αγροτικών γιορτών, είναι συνήθεια διαδεδομένη σε πολλούς πολιτισμούς από αρχαιότατους χρόνους. Γνωστή μας είναι η «Αιώρα» των κοριτσιών κατά τα αθηναϊκά Ανθεστήρια στις αρχές της άνοιξης. Ο λαός μας πιστεύει ότι με την τέλεση του εθίμου αυτού θα εξασφαλίσει την υγεία, την ευκαρπία και την ευφορία. Το δέντρο σύγκορμο θα κουνήσει τη γη κι εκείνη θα ακούσει και θα δώσει στον λικνιζόμενο ό,τι ζητήσει… Ίσως ακόμα και με το λίκνισμα της κούνιας θα προκληθούν και ευεργετικοί για τη γεωργία άνεμοι…
Εκτός όμως από το μαγικοθρησκευτικό περιεχόμενο, οι κούνιες έδιναν μια από τις σπάνιες ευκαιρίες στις κοπέλες και τα παλικάρια του χωριού να ιδωθούν από κοντά, να κάνουν τις γαμήλιες επιλογές τους, να εκφράσουν αμοιβαία, μέσα από τα τραγούδια, τις προτιμήσεις και τα αισθήματά τους.
ΓΙΟΡΤΕΣ:
ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ (1/5). Γιορταστική απεργία των εργαζομένων. Η Πρωτομαγιά ως ημέρα εργατικών εορτασμών καθιερώθηκε στις Η.Π.Α. Την 1η Μαΐου του 1886, 400.000 εργαζόμενοι σε διάφορες πόλεις, συγκεντρώθηκαν ζητώντας την επιβολή οκτάωρου. Στα ναυπηγεία της ΣΥΡΟΥ το 1879 έγιναν απεργίες για το οκτάωρο. Ακολούθησε η απεργία στην Αθήνα και τον Πειραιά το 1882. Την επόμενη χρονιά έγινε η απεργία των μεταλλωρύχων στο Λαύριο.
Βιώνεται σαν οριστική νίκη της φύσης, στον αγώνα της για νέα καρποφορία. Την ημέρα αυτή συνηθίζεται να πλέκουν στεφάνια, με λουλούδια, στάχυα και ένα σκόρδο ή ένα αγκάθι για τον βάσκανο οφθαλμό, τους ΜΑΗΔΕΣ, για την ευφορία της γης.
Τα κρεμούν πάνω από τις εξώπορτες ή στους εξώστες των σπιτιών μέχρι τις 24 Ιουνίου, το θερινό ηλιοστάσιο, οπότε κατά το έθιμο, τουλάχιστο παλαιότερα, τα έκαιγαν στις φωτιές του Αϊ-Γιάννη.
ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ (11/5). Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους.
ΚΩΝ/ΝΟΥ & ΕΛΕΝΗΣ (21/5).
ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:
«Στον καταραμένο τόπο (στων αμαρτωλών τη χώρα), Μάη μήνα βρέχει».
«Ζήσε, Μάη μου, να φας τριφύλλι & τον Αύγουστο σταφύλι».
«Μάης άβροχος, τρυγητής άμετρος».
«Μην βγάλεις μήτε μπάλωμα, πριν βγει ο Μάιος μήνας».
«Απρίλης Μάης κουκιά μεστωμένα (ή μετρημένα)»
«Θε μου, δος μου την υγειά μου κι ας φορώ το Μάη γούνα»
«Τώρα είν’ ο Μάης κι Άνοιξη, τώρα είναι καλοκαίρι»
«Μάης φτιάχνει τα σπαρτά κι ο Μάης τα χαλάει»
«Αν βρέξει ο Απρίλης δυο νερά κι ο Μάης άλλο ένα τότε τ’ αμπελοχώραφα χαίρονται τα καημένα».
«Απρίλης, Μάης, κοντά ειν’ το θέρος».
«Ένας κούκος (ή χελιδόνι) δε φέρνει την άνοιξη».
«Ήρθεν ο Μας (Μάης);Των γυναικών ταμνάς» [δηλ. από τις πολλές δουλειές]
«Κάθου, γέρο, λίμενε (περίμενε) να φας το Μάη χορτάρι».
«Καλός ο ήλιος του Μαγιού, τ’ Αυγούστου το φεγγάρι».
«Μάης άβρεχτος, χρόνια ευτυχισμένα».
«Μάης άβροχος, τρυγητός χαρούμενος».
«Μάης πενταδείληνος και πάντα δείλι θέλει».
«Μην πάρεις το Μάη άλογο, μήτε γυναίκα τη Λαμπρή» [δηλ. το Μάιο τα άλογα φαίνονται πιο γερά γιατί τρώνε περισσότερο κι έτσι ο αγοραστής μπορεί να ξεγελαστεί- επίσης οι γυναίκες τη Λαμπρή στολίζονται με τα καλά τους ρούχα και μπορεί κανείς να νομίσει ότι κάποια είναι όμορφη μόνο και μόνο επειδή είναι καλοντυμένη]
«Μήνας που δεν έχει ρο, ρίξε στο κρασί νερό».
«Ο Απρίλης έχει τ’ όνομα κι ο Μάης τα λουλούδια».
«Ο Απρίλης με τα λούλουδα κι ο Μάης με τα ρόδα».
«Ο Απρίλης ο γρίλλης, ο Μάης ο πολυψωμάς» [δηλ. το μήνα Απρίλιο οι γεωργοί έχουν λίγες αγροτικές εργασίες ενώ τον Μάιο έχουν πολλές και χρειάζονται πολλά ψωμιά για τους εργάτες]
«Ο Αύγουστος πουλά κρασί κι Ο Μάης πουλά σιτάρι» [δηλ. μπορείς από πριν να κρίνεις τη σοδειά και να καθορίσεις την τιμή]
«Ο γάμος ο μαγιάτικος πολλά κακά αποδίδει».
«Ο Μάης ρίχνει την δροσιά κι ο Απρίλης τα λουλούδια».
«Ο Μάης φτιάχνει τα σπαρτά κι ο Μάης τα χαλάει».
«Οντά ’πρεπε δεν έβρεχε κι ο Μάης χαλαζώνει».
«Όποιος φιλάει τον Αύγουστο, τον Μάη θερίζει μόνος».
«Οπού σπείρει ή δε σπείρει, το Μάη μετανοεί» [δηλ. τότε κάποιος καταλαβαίνει αν έκανε καλά που καλλιέργησε τη γη ή όχι]
«Όταν πρέπει δε βροντά και το Μάη δροσολογά».
«Σαν έπρεπε δεν έβρεχε, το Μάη εχαμοβρόντα».
«Στο κακορίζικο χωριό το Μάη ρίχνει το νερό».
«Το Μάη βάζε εργάτες κι ας είναι κι ακαμάτες» [δηλ. όσο κι αν τεμπελιάζουν, Θα κάνουν δουλειά γιατί είναι οι μέρες μεγάλες]
«Το Μάη εγεννήθηκα και μάγια δε φοβούμαι» [πρόληψη που συνδέει την ονομασία του Μαΐου με τη λέξη μάγια-έλεγαν ότι όσοι είναι γεννημένοι το Μάη δε παθαίνουν τίποτα από μάγια]
«Το Μάη με πουκάμισο, τον Αύγουστο με κάπα».
«Τον Απρίλη και το Μάη κατά τόπους τα νερά».
«Τον Μάη κρασί μην πίνετε κι ύπνο μην αγαπάτε».
«Του καλού γεμιτζή (ναύτη) η γυναίκα το Μάη χήρεψε» [δηλ. στη θάλασσα τον Μάιο κάνει ξαφνικές και μεγάλες φουρτούνες]
«Των καλών ναυτών τα ταίρια τον Απριλομά χηρεύουν».
«Τώρα μάγια, τώρα δροσιά, τώρα το καλοκαίρι».

users.sch.gr
ksipnistere.blogspot

Απρίλιος


αρχείο λήψης
Από το λατινικό aperio =ανοίγω, γιατί τότε ανοίγουν-ανθίζουν τα λουλούδια. Είναι ο 4ος μήνας του Γρηγοριανού (νέου) και του Ιουλιανού (παλαιού) ημερολόγιου και ο 2ος του ρωμαϊκού, κοινώς Απρίλης. Ήταν αφιερωμένος στην Αφροδίτη. Θεωρείται ο μήνας της άνοιξης. Τότε οι βοσκοί αφήνουν τα χειμαδιά και ανεβαίνουν στα βουνά. Οι βροχές του θεωρούνται ευεργετικές. Μερικά παρατσούκλια του είναι: Γρίλλης (=γκρινιάρης), Τιναχτοκοφινίδης (τίναζαν τα κοφίνια, δηλ. τέλειωναν οι προμήθειες), Αηγιωργίτης ή Αηγιωργάτης, Λαμπριάτης και Τριανταφυλλάς.
ΕΡΓΑΣΙΕΣ:
Σπέρνουν ρεβίθια, φασόλια, κεχρί, καλαμπόκι, τεύτλα (από τα οποία παράγεται η ζάχαρη), πατάτες, βαμβάκι και καπνά (ανάλογα βέβαια την περιοχή).
Θειαφίζουν τα αμπέλια.
: Κούρεμα προβάτων
ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:
«ΠΡΩΤΑΠΡΙΛΙΑ». Αρχαίο έθιμο της δύσης, που ήρθε στην Ελλάδα την εποχή των Σταυροφοριών, από τη Γαλλία. Κατά το έθιμο αυτό συνηθίζουμε να λέμε μικρά αθώα ψέματα, για να πειράξουμε τους φίλους μας με σκοπό το γέλιο.
Στη Σύμη τον Απρίλη ανάβουν φωτιές και πηδώντας λένε: «Έξω ψύλλοι και κοριοί και μεγάλοι ποντικοί» . Στη Θράκη το πρωταπριλιάτικο νερό της βροχής θεωρείται ευεργετικό για τις «θερμές» (πυρετούς) . Στη Κύπρο δεν απλώνουν ρούχα την 1η Πέμπτη του Απρίλη («πρωτόπεφτο»), ούτε βγάζουν έξω από το σπίτι εργαλεία, γιατί καταστρέφεται η καλή τύχη του σπιτιού, «αναθεμελιώνεται» .Την ημέρα αυτή δεν κάνει να σκάψει κάποιος, γιατί «σκάφτει το λάκκο του».
«ΑΝΑΠΙΑΣΜΑ». Τη Μ. Τετάρτη, οι νοικοκυρές ανάπιαναν (=ανανέωναν) το προζύμι για το ζύμωμα του ψωμιού όλης της χρονιάς.
ΒΑΨΙΜΟ ΑΒΓΩΝ. Το έθιμο αυτό το πήραμε μάλλον από τους Εβραίους, αφού κι αυτοί γιορτάζοντας το δικό τους Πάσχα, έκαναν κάτι αντίστοιχο. Τη Μ. Πέμπτη το πρωί, οι γυναίκες έβαφαν τα αβγά κόκκινα (στις περισσότερες περιοχές, γι’ αυτό κι ο λαός μας την ονομάζει Κόκκινη Πέμπτη ή Κοκκινοπέφτη), ή πολύχρωμα. Για το κόκκινο χρώμα δίνουν διάφορες εξηγήσεις. Άλλοι λένε ότι θυμίζει το αίμα του Χριστού, άλλοι λένε ότι είναι το χρώμα της χαράς κι άλλοι διηγούνται ότι όταν αναστήθηκε ο Χριστός, η πρώτη που τον είδε, ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή. Έτρεξε να το αναγγείλει στους μαθητές του. Την ώρα εκείνη συνάντησε μια γνωστή της γυναίκα που γύριζε από το κοτέτσι, κρατώντας στην ποδιά της αβγά.
-Πού τρέχεις έτσι; Τη ρώτησε η γυναίκα.
-Τρέχω να πω στους μαθητές του Κυρίου, πως εκείνος αναστήθηκε, απάντησε η Μαγδαληνή.
-Δεν το πιστεύω. Θα το πιστέψω μόνο όταν αυτά τα αβγά που μάζεψα, γίνουν κόκκινα.
Το πρώτο που έβαφαν, είχε ξεχωριστεί σημασία για τη νοικοκυρά. Το ονόμαζαν «το αβγό της Παναγιάς» και το έβαζαν στο εικονοστάσι. Το παλιό, που είχαν κρατήσει από την προηγούμενη χρονιά (λένε μάλιστα ότι αυτό το αυγό δεν χάλαγε), το πέταγαν στο ποτάμι. Κάποτε το κράταγαν 7 χρόνια, μέχρι ο κρόκος του να γίνει σαν κεχριμπάρι και το είχαν σαν φυλακτό για τις έγκυες. Αυτό το αβγό το έλεγαν Κρατητήρα.
Σε πολλά μέρη της Ελλάδας, οι νοικοκυρές, ανάλογα με τον αριθμό των μελών της οικογένειας, τοποθετούσαν σ’ ένα κουτάκι τόσα αβγά και τα πήγαιναν στην εκκλησία το απόγευμα της Μ. Πέμπτης, για να πάρουν τη «θεία χάρη» από τα 12 ευαγγέλια που διαβάζονται εκείνο το βράδυ. Αυτά τα αβγά τα έλεγαν «ευαγγελισμένα» και τα άφηναν στην εκκλησία μέχρι το βράδυ του Μ. Σαββάτου, οπότε και τα έφερναν ξανά στο σπίτι τους. Τα τσόφλια των «ευαγγελισμένων» αβγών τα έριχναν στα χωράφια, στις ρίζες των δέντρων κι έλεγαν την ευχή: «να πιάσουν όλα τα φυτέματα».
Στην Κορώνη, τα Μεγαλοπεφτιάτικα αβγά τα φυλάνε και τα έτρωγαν όταν τους πονούσε ο λαιμός τους.
Στην Ύδρα, την βαφή των κόκκινων αβγών δεν τη έχυναν, γιατί πίστευαν πως έτσι δεν έδιωχναν την καλή τύχη των κοριτσιών τους.
Από το βράδυ της Ανάστασης κι ύστερα, οι πιστοί τσουγκρίζουν τα κόκκινα αυγά, από εκδήλωση χαράς, ευχόμενοι: «Χριστός Ανέστη», κι αντεύχονται «Αληθώς Ανέστη».
Στην ΚΕΡΚΥΡΑ, το πρωί του Μ. Σαββάτου, μετά την περιφορά του σκηνώματος του Αγ. Σπυρίδωνα, στους δρόμους της πόλης, στις 11.00 ακριβώς, οι κάτοικοι πετούν απ’ τα παράθυρά τους τις μπότιδες (πήλινα σκεύη). Ο θόρυβος που προκαλείται, δίνει το σύνθημα της πρώτης Ανάστασης. Κάτι ανάλογο γίνεται και στη Λευκάδα με το έθιμο «Το κομμάτι», όπως το αποκαλούν οι ντόπιοι.
Στο ΛΕΩΝΙΔΙΟ, τη νύχτα της Ανάστασης, μόλις ακουστεί το «Χριστός Ανέστη», ο ουρανός γεμίζει από εκατοντάδες αυτοσχέδια αερόστατα, που κατασκευάζουν οι κάτοικοι μόνοι τους, από κόκκινο χαρτί, σύρμα, καλάμι και στουπί. Επίσης οι «αφανοί», δηλ. μεγάλες φωτιές, που καίνε τον Ιούδα, συμπληρώνουν την ατμόσφαιρα.
«ΡΟΥΚΕΤΟΠΟΛΕΜΟΣ». Έθιμο από τα χρόνια της τουρκοκρατίας στο Βροντάδο της Χίου. Από παλιά στο χωριό αυτό, ανάμεσα στις εκκλησίες του Αγίου Μάρκου και την Παναγία Ερυθεανή υπήρχε ένας ανταγωνισμός, με την καλή βέβαια έννοια. Αυτή την αγάπη τους, οι ενορίτες των 2 αυτών εκκλησιών, την εκδηλώνουν το βράδυ της Ανάστασης, με ρουκέτες προσπαθώντας να «κανέψουν» (να στοχεύσουν) ο ένας την εκκλησία του άλλου. Στις 12 τα μεσάνυχτα που θα σημάνουν οι καμπάνες, οι ρουκέτες θα σχίσουν τον ουρανό, σκορπώντας τη μυρωδιά του καπνού με τους χαρακτηριστικούς ήχους της απογείωσής τους. Και όταν τελειώνει ο πόλεμος, χωρίς νικητές και χαμένους, τσουγκρίζουν τα αυγά της «αγάπης» και αρχίζει το γλέντι.
«ΛΑΜΠΡΟΚΕΡΙΑ». Σε πολλά χωριά, οι κάτοικοι έχουν έθιμο να πλάθουν μόνοι τους τα λαμπριάτικα κεριά, δηλ. τις λαμπάδες της Λαμπρής, από αγνό κερί. Τη λαμπάδα που ανάβουν το βράδυ της Ανάστασης, τη φέρνουν άσβηστη στο σπίτι τους, «για το καλό» και ανάβουν μ’ αυτήν το καντίλι, σχηματίζουν δε με τη κάπνα της ένα σταυρό στο πάνω μέρος της εξώπορτας του σπιτιού.
ΚΟΥΛΟΥΡΙΑ & ΨΩΜΙΑ ΛΑΜΠΡΗΣ. Τις φτιάχνουν τη Μεγάλη Εβδομάδα. Τις ζυμώνουν με διάφορα μυρωδικά, προσθέτουν μαστίχα, γλυκάνισο, ζουμί από βρασμένα δαφνόφυλλα & τις στολίζουν με αμύγδαλα, σουσάμι και στολίδια φτιαγμένα με το ζυμάρι. Τις πλάθουν στρογγυλές ή μακρουλές και στη μέση τοποθετούν ένα κόκκινο αυγό.
ΛΑΜΠΡΙΑΤΗΣ ή ΠΑΣΧΑΤΗΣ. Είναι το σουβλιστό (κυρίως) αρνί που προορίζεται για το πασχαλινό τραπέζι. Σφάζεται το Μ. Σάββατο. Έπρεπε να είναι άσπρο, αρτιμελές, γερό και στολιζόταν με κόκκινη κορδέλα, για να ξεχωρίζει από τα άλλα. Με το αίμα του σταυρωνόταν τα μέτωπα των παιδιών και το ανώφλι της πόρτας για το καλό και την υγεία.
«Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ» (Αράχοβα). Την ημέρα του Αγίου Γεωργίου, οι γέροντες, μετά τη θεία λειτουργία, πηγαίνουν σ’ έναν απότομο ανήφορο γεμάτο κροκάλες και παραβγαίνουν κι όποιος νικήσει παίρνει ένα αρνί. Μετά τον αγώνα γίνεται χορός και κατόπιν βγάζουν την εικόνα, αφού ακουστούν κανονιές.

ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:
«O Απρίλης με τα λουλούδια και ο Μάης με τα ρόδα».
«Ο Μάης έχει το όνομα και ο Απρίλης τα λουλούδια».
«Ο Απρίλης έχει την δροσιά και ο Μάης τα λουλούδια».
«Αν κάνει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σε κείνο το ζευγά που ‘χει πολλά σπαρμένα».
«Και τ’ Απριλιού τις δεκαχτώ, πέρδικα ψόφησε στ’ αβγό».
«Των καλών ναυτών οι γυναίκες, τον Απριλομά χηρεύουν».
«Αν ρίξει Απρίλης τρεις βροχές κι ο Μάης άλλες δύο, να δεις σταφύλια σαν παιδιά και πίτες σαν αλώνια».
«Αλί στα Μαρτοκλάδευτα και τ’ Απριλοσκαμένα» [δηλ. Το Μάρτη δεν πρέπει να γίνεται κλάδεμα και τον Απρίλη δεν πρέπει να σκάβουμε τη γη]
«Αν βρέξει ο Απρίλης δυο νερά κι ο Μάης άλλο ένα τότε τ’ αμπελοχώραφα χαίρονται τα καημένα».
«Αν βρέξει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης πέντε-δέκα, να ιδείς το κοντοκρίθαρο πώς στρίβει το μουστάκι, να ιδείς και τις αρχόντισσες πώς ψιλοκρισαρίζουν, να ιδείς και την φτωχολογιά πώς ψιλοκοσκινάει».
«Αν κάνει ο Μάρτης τρία νερά κι ο Απρίλης άλλα δύο, να δεις του Μάρτη τα κουκιά, τ’ Απρίλη τα σιταράκια, να δεις το γέρο- Κρίθαρο πώς τρέφει τη μουστάκα».
«Απρίλης έχει τα χάδια κι ο Μάρτης τα δαυλιά».
«Απρίλης φέρνει την δροσιά, φέρνει και τα λουλούδια».
«Απρίλης, Μάης, κοντά ειν’ το θέρος».
«Και τ’ Απριλιού ταις δεκοχτώ, πέρδικα ψόφησε στ’ αυγό» [δηλ. απ’ το κρύο]
«Ο Απρίλης ο γρίλλης, ο Μάης ο πολυψωμάς». [δηλ. το μήνα Απρίλιο οι γεωργοί έχουν λίγες αγροτικές εργασίες ενώ τον Μάιο έχουν πολλές και χρειάζονται πολλά ψωμιά για τους εργάτες]
«Σαν ρίξει ο Μάρτης μια βροχή κι Απρίλης άλλη μία, να δεις κουλούρες στρογγυλές και πίττες σαν αλώνι».
«Τον Απρίλη και το Μάη κατά τόπους τα νερά».
«Του Απρίλη η βροχή, κάθε σταγόνα και φλουρί».
«Του Απρίλη η βροχή, κάθε στάλα και φλουρί».
«Του Μάρτη ξύλα φύλαγε, μην κάψεις τα παλούκια, και τ’ Απριλιού τις δεκοχτώ, μην κάψεις τα καρούλια (του αργαλειού)».
«Των καλών ναυτών τα ταίρια τον Απριλομάη χηρεύουν».
«Ως τ’ Απριλιού τις δεκαοχτώ να’ χεις τα μάτια σου ανοιχτά. Περάσανε οι δεκαοχτώ, άραξε πάνω σ’ ένα αυγό» [δηλ. Οι γεωργοί ανησυχούν για τον καιρό μέχρι τις 18 Απριλίου]

users.sch.gr

Μάρτιος


αρχείο λήψης

Στο Ιουλιανό και αργότερα στο Γρηγοριανό ημερολόγιο έχει 31 ημέρες. Από τις 19 μέχρι τις 23 Μαρτίου ο ήλιος μπαίνει στον αστερισμό του Κριού. Στις 21 Μαρτίου πραγματοποιείται η αστρονομική έναρξη της άνοιξης με τη λεγόμενη «εαρινή ισημερία», δηλ. την ίση χρονική διάρκεια ημέρας και νύχτας. Το όνομα του είναι ρωμαϊκής καταγωγής. Είχε οριστεί ως ο μήνας του θεού Μαρς, που αντιστοιχεί με τον Άρη, το θεό του πόλεμου των αρχαίων Ελλήνων. Άλλοι υποστηρίζουν ότι ήταν αφιερωμένος στον Mercurius δηλ. τον Ερμή. Οι μεγάλες καιρικές μεταβολές του, έδωσαν αφορμή στη λαϊκή φαντασία να πλάσει μύθους, θρύλους, παροιμίες και παραδόσεις, που αναφέρονται στα βασικά γνωρίσματα του. Αρκετοί μύθοι ζητούν να αιτιολογήσουν, γιατί ο Μάρτης μια γελά και μια κλαίει. Σύμφωνα με κάποια αθηναϊκή παράδοση ο Μάρτης έχει δυο γυναίκες, την μια πολύ όμορφη και φτωχή, την άλλη πολύ άσκημη και πολύ πλούσια. Ο Μάρτης κοιμάται στη μέση. Όταν γυρίζει προς την άσκημη, κατσουφιάζει, μαυρίζει και σκοτιδιάζει όλος ο κόσμος, όταν γυρίζει από την όμορφη, γελάει, χαίρεται και λάμπει όλος ο κόσμος. Αλλά τις περισσότερες φορές γυρίζει από την άσχημη γιατί αυτή είναι πλούσια και τρέφει και τη φτωχή και όμορφη.
Άλλες ονομασίες: Ανοιξιάτης, Κλαψομάρτης, Πεντάγνωμος, Φυτευτής και Βαγγελιώτης (λόγω Ευαγγελισμού)
ΕΡΓΑΣΙΕΣ:
Όργωμα & σβάρνισμα.
Σπορά καλαμποκιού & τριφυλλιού.
Φύτεμα καλοκαιρινής πατάτας, ντομάτας, μελιτζάνας, πιπεριάς & κολοκυθιάς.
Ψεκασμός & θειάφισμα δέντρων.
Αποκοπή μικρών αρνιών από τις μάνες τους.
ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:
«ΜΕΡΟΜΗΝΙΑ». Οι πρώτες μέρες του Μάρτη. Μέρες δηλ. που από τις καιρικές συνθήκες τους μπορούν να γίνουν σχετικές προγνώσεις για όλο το χρόνο.
«ΜΑΡΤΗΣ» (1/3). Πανελλήνιο έθιμο της πρωτομαρτιάς. Είναι η συνήθεια να δένουν οι μητέρες στο χέρι ή στο πόδι των παιδιών τον λεγόμενο «Μάρτη», κορδόνι από λευκό και κόκκινο νήμα, για να τα προφυλάξουν από τις ακτίνες του μαρτιάτικου ήλιου, οι οποίες θεωρούνται πολύ επικίνδυνες. Για ν’ αποτρέψουν την επίδραση του ήλιου έδεναν στον καρπό του χεριού ή και στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού τον «μάρτη», δηλαδή μια λινή κλωστή, άσπρη και κόκκινη ή και χρυσή, στριμμένη, αφού πριν την κρέμαγαν σε κλώνους τριανταφυλλιάς και την εκθέσουν τη νύχτα στα άστρα. Τον «μάρτη» τον φορούσαν ως την Ανάσταση. Τότε τον έβγαζαν και τον έδεναν στην τριανταφυλλιά, για να πάρουν το χρώμα της. Αλλού τα παιδιά κρατούν τον «μάρτη» μέχρι να πρωτοδούν χελιδόνι ή πελαργό. Το δεύτερο κακό που ο λαός φοβάται, τις τρεις πρώτες, τις τρεις μεσαίες και τις τρεις τελευταίες ή τις δέκα-δώδεκα πρώτες μέρες του Μαρτίου, είναι οι Δρίμες, όντα δαιμονικά, που κάνουν κακό στα ξύλα, ρούχα και σώματα. Όσα πανιά πλυθούν τότε, λιώνουν, όσα ξύλα κοπούν, σαπίζουν. Γι’ αυτό ή αποφεύγουν ολότελα να πλύνουν τις μέρες αυτές ρούχα ή, αν πλύνουν, ρίχνουν στο νερό πέταλο, γιατί το σίδερο, όπως πιστεύουν, είναι γιατρικό, αποτρέπει δηλαδή τα δαιμόνια. Επίσης δε λούζονται, δεν κόβουν ξύλα και αποφεύγουν και άλλες εργασίες.
«ΧΕΛΙΔΟΝΙΣΜΑ» (1/3). Πρωτομαρτιάτικο έθιμο της Β. Ελλάδας & των νησιών του Αιγαίου. Ένα μελωδικό καλωσόρισμα της Άνοιξης με ειδικά τραγούδια που λέγουν τα παιδιά γυρίζοντας από σπίτι σε σπίτι κρατώντας στεφάνι λουλουδιών ή ένα κλαδί από κισσό & ομοίωμα χελιδονιού, που έχει ένα «μαγικό χαρακτήρα»:
Χελιδόνα έρχεται, από Μαύρη θάλασσα.
Θάλασσα επέρασε. Έκατσε και λάλησε…
Μάρτης μας ήρθε, τα λουλούδια ανθίζουν,
Όξω ψύλλοι και κοριοί, μέσα υγεία και χαρά…
Στην περιοχή του Πύργου Ηλείας τραγούδαγαν:
χελιδονάκι πέταξε, ήβρε κήπον κι έκατσε,
και γλυκοκελάηδησε, Μάρτη, Μάρτη μου καλέ.
Μάρτη, Μάρτη μου καλέ και Απρίλη θαυμαστέ,
τα πουλάκια αβγά γεννούν κι αρχινούν να τα κλωσούν.
Τα παιδιά, με το τραγούδι τους, επικαλούνται τα αληθινά χελιδόνια, να έρθουν στον τόπο τους και μαζί μ’ αυτά η άνοιξη. Η νοικοκυρά παίρνει λίγα φύλλα κισσού από το καλάθι της χελιδόνας, τα τοποθετεί στο κοτέτσι, για να γεννούν πολλά αυγά οι κότες, και δίνει ένα ή δυο αυγά στα παιδιά που ξεκινούν για άλλο σπίτι. Όπως είναι γνωστό, ο βαθυπράσινος κισσός είναι σύμβολο της αειθαλούς βλαστήσεως και θεωρείται μέσο ικανό να μεταδώσει τη θαλερότητα και τη γονιμότητα στις όρνιθες και τα άλλα ζώα.
Έπαιρναν για αμοιβή γλυκίσματα και χρήματα, κάτι ανάλογο με την αμοιβή από τα κάλαντα, δίνοντας ευχές για ευημερία και ευγονία. Πρόκειται για έθιμο που κατάγεται από την αρχαιότητα, όπως αποδεικνύει το «χελιδόνισμα», δηλαδή το τραγούδι της χελιδόνας, που μας παρέδωσε ο Αθήναιος γύρω στα 200μ.Χ., αλλά ανάγεται σε πολύ παλιότερα χρόνια. Η ομοιότητα του τραγουδιού με το σημερινό όχι μόνο εννοιολογική αλλά εν μέρει λεκτική, είναι ολοφάνερη
ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΣΑΡΑΝΤΑ (9 Μαρτίου)
Στη συνείδηση του λαού ο αριθμός 40 είναι ιερός. Γι’ αυτό και οι άγιοι Σαράντα, που μαρτύρησαν το 320 στη Σεβάστεια, λατρεύονται ιδιαίτερα από το λαό. Όλες οι συνήθειες και οι προλήψεις της ημέρας αυτής βάση έχουν τη θρησκευτική ή τη μαγική σημασία του αριθμού 40.
Συνηθίζονται οι σαραντόπιττες, δηλαδή πίτες με σαράντα φύλλα, ή 40 τηγανίτες ή φαγητά από 40 ειδών χόρτα ή όσπρια που τα μοιράζουν για την ψυχή των ζωντανών.
Κοινότατη είναι η παροιμία: Σαράντα φας, σαράντα πιείς, σαράντα δώσ’ για την ψυχή
ΚΑΘΑΡΗ ΔΕΥΤΕΡΑ. Ταυτισμένη με τα Κούλουμα (ομαδική έξοδος στις εξοχές), το Γαϊτανάκι (το γαϊτανάκι ήταν ένας ειδικός χορός, στον οποίο τα καρναβάλια κινούνταν γύρω από ένα ψηλό κοντάρι, κρατώντας πολύχρωμες ταινίες, δεμένες στην κορυφή του κονταριού, «πλέκοντας» μ΄αυτό τον τρόπο το γαϊτανάκι) και το πέταγμα χαρταετών [τσερκένια (Σμύρνη), ουτσουρμάδες (Κων/πολη), πουλία (Πόντος), πετάκια (Θράκη), αετός- μύλος- ψαλίδα- άστρο-φωτοστέφανο (κυρίως Ελλάδα), φυσούνα (Επτάνησα)] . Επίσης χαρακτηριστικά της γνωρίσματα είναι η αθυροστομία, τα αλληλοπειράγματα, τα σκώμματα, η σάτιρα & το νηστίσιμο τραπέζι με τα τουρσί, κρεμμυδάκια φρέσκα, ραπανάκια, ταραμά, αλάδωτα όσπρια, τους χαλβάδες, τα θαλασσινά, τα ντολμαδάκια, μα πάνω απ’ όλα την γνωστή σε όλους μας λαγάνα (είδος ψωμιού άζυμου, δηλ. χωρίς προζύμι).
«ΚΥΡΑ-ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ». Έθιμο που συναντάται σε όλη την Ελλάδα. Για τη μεγάλη νηστεία του Πάσχα (40 ημερών), παρίσταναν τη Μεγάλη Σαρακοστή σαν μία γυναίκα με όλα τα χαρακτηριστικά της νηστείας: ξερακιανή, αυστηρή, χωρίς στόμα, με χέρια σταυρωμένα (γιατί είναι όλο προσευχή), με σταυρό στο κεφάλι και με 7 πόδια, όσες και οι βδομάδες για το Πάσχα. Την έφτιαχναν από χαρτόνι ή πανί παραγεμισμένο με πούπουλα και την κρεμούσαν από το ταβάνι (σαν είδος ημερολογίου, αφού εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν ημερολόγια). Κάθε βδομάδα (ημέρα Σάββατο) που περνούσε έκοβαν κι από ένα πόδι μέχρι να φτάσει το Πάσχα. Το τελευταίο πόδι το έβαζαν μέσα σ’ ένα ξερό σύκο ή σ’ ένα καρύδι. Όποιος το ‘βρισκε ήταν ο τυχερός.
Σε μερικά μέρη, αντί του σκίτσου, οι γιαγιάδες έφτιαχναν την Κυρά-Σαρακοστή με νηστίσιμο ζυμάρι. Αφού την έψηναν, την έβαζαν στα εικονίσματα. Κάθε Σάββατο κατέβαινε από τη θέση της για να της κοπεί ένα πόδι.
Το τραγούδι της Κυράς Σαρακοστής είναι:
Την Κυρά Σαρακοστή, που είναι έθιμο παλιό
οι γιαγιάδες μας τη έφτιαχναν με αλεύρι και νερό.
Για στολίδι της φορούσαν στο κεφάλι της σταυρό
μα το στόμα της ξεχνούσαν, γιατί νήστευε καιρό.
Και τις μέρες τις μετρούσαν με τα πόδια της τα επτά
έκοβαν ένα τη βδομάδα μέχρι να ‘ρθει η Πασχαλιά.
«Η ΦΟΒΕΡΑ ΤΟΥ ΚΟΥΚΑΡΑ» (Πόντος). Ο Κουκαράς ήταν ένα σκιάχτρο, που έφερνε σε θεογνωσία τους μικρούς κι ανήξερους. Ήταν ένα κρεμμύδι μεγάλο με μουστάκες (ίνες της ρίζας του), μαυρισμένο καλά. Και οι μουστάκες του καψαλισμένες για να μαυρίζουν κι αυτές. Μάτια άσπρα, φτιαγμένα με κιμωλία. Στα πλευρά του-στη μεγάλη διάμετρο της μέσης του-ολόγυρα μπηγμένα κάθετα και σε ίσα διαστήματα μεταξύ τους, 7 φτερά από κότα, ισάριθμα με τις εβδομάδες της Μεγάλης Σαρακοστής. Το έδεναν από την ουρά και το κρέμαγαν νωρίς το πρωί της Καθαρής Δευτέρας από τη μέση της οροφής της τραπεζαρίας.
25η ΜΑΡΤΙΟΥ. Η επέτειος της Εθνεγερσίας & ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Τότε οι βοσκοί της Κρήτης οδηγούν τα αιγοπρόβατα από τα χειμαδιά στα ορεινά μέρη, σύμφωνα με την παροιμία:
«Κούρευε, κουδούνωνε και στα όρη ανέβαινε».
Ορισμένες λαϊκές συνήθειες έχουν βάση την αντίληψη ότι η εαρινή περίοδος αρχίζει την ημέρα του Ευαγγελισμού. Έτσι στην Ήπειρο τα παιδιά παίρνουν ένα ταψάκι ή ταβά χωματένιο, το χτυπούν μ’ ένα κουτάλι και λένε: Φευγάτε, φίδια, γκουστερίτσια, σήμερα είναι του Ευαγγελισμού!
Αλλού τα κορίτσια βγαίνουν στους αγρούς, κάθονται πάνω στα σπαρτά και τ’ αγκαλιάζουν. Αλλού κάνουν κούνια και κουνιούνται (τραγούδια καλημεριστά). Η αποχή από κάθε εργασία την ημέρα αυτή είναι, εξαιτίας δεισιδαιμονικών φόβων, απόλυτη: δε σαρώνουν, δε βγάζουν νερό από το πηγάδι, ούτε λάδι από το κιούπι, δεν ανοίγουν σεντούκι, δεν πάνε στα περιβόλια κλπ.
Τη μέρα του Ευαγγελισμού καμιά γυναίκα δεν έπρεπε να μείνει έγκυος, έλεγε ο λαός, γιατί το παιδί θα γεννηθεί ανήμερα τα Χριστούγεννα. Και τα παιδιά που γεννιούνται Χριστούγεννα δεν προκόβουν ή γίνονται καλικαντζαράκια. Και βέβαια αυτή τη μέρα δεν κάνουν καμιά δουλειά. Ούτε το σεντούκι δεν άνοιγαν. Στη Σωζόπολη Θράκης λένε πως ούτε τα χελιδόνια φτιάχνουν τη φωλιά τους αυτή τη μέρα. Τόσο μεγάλη γιορτή είναι.
«ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ». Λέγονται οι τελευταίες μέρες του Μάρτη. Σύμφωνα με την παράδοση, ήταν μια γριά που θέλησε να κοροϊδέψει τον Μάρτιο, νομίζοντας ότι γλίτωσε αρνιά και κατσίκια από το κρύο και το χιόνι του, είπε:
-Πριτς, Μάρτη μου, τα γλίτωσα τα κατσικάκια μου!
Αυτός όμως έκαμε τις τελευταίες μέρες του τόσο δυνατή κακοκαιρία, που η γριά και τα ζώα πέτρωσαν από το κρύο.
ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:
«Aκόμη και στις δεκαοχτώ έχει το μάτι του ανοιχτό».
«Aκόμη στις δεκαοχτώ, ψοφάει η πέρδικα στ’ αυγό. Λένε και στις τριάντα, μα δεν ηξεύρω γιάντα».
«Aν κάνει ο Mάρτης δυο νερά κι ο Aπρίλης πέντε-δέκα, να δεις το κοντοκρίθαρο πως στρίβει το μουστάκι, να δεις και τις αρχόντισσες πως ψιλοκλεισιρίζουν, να δεις και τη φτωχολογιά πως ψιλοκοσκινάει».
«Mάρτης άβροχος, μούστος άμετρος».
«Mάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης».
«Mάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης. Και σαν τύχει και θυμώσει, μες στο χιόνι θα μας χώσει».
«O Mάρτης το πρωί χιόνισε, κι ο γάιδαρος ψόφησε (από το κρύο). Το μεσημέρι βρώμισε (από τη ζέστη), και το βράδυ τον πήρε το ποτάμι (από τη βροχή)».
«O Μάρτης ο κλαψόγελος».
«Tο Mάρτη ξύλα φύλαγε, μην κάψεις τα παλούκια».
«Αλί στα μαρτοκλάδευτα και τ’ απριλοσκαμένα» [δηλ. Το Μάρτη δεν πρέπει να κλαδεύεται τίποτα και τον Απρίλη να σκάβεται η γη]
«Αν κάνει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλη άλλο ένα, χαρά σε εκείνον το γεωργό Που’ χει στη γη σπαρμένα».
«Αν κάνει ο Μάρτης δυο νερά, κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σε εκείνον το ζευγά που ‘χει πολλά σπαρμένα».
«Από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα».
«Από Μαρτιού πουκάμισο κι απ’ Αύγουστο σεντόνα».
«Από Μαρτιού πουκάμισο, κι απ’ Αύγουστο σεγκούνι».
«Απρίλης έχει τα χάδια κι ο Μάρτης τα δαυλιά».
«Βροντή Μαρτιού, φίλεμα με καρύδια».
«Κάλλιο Μάρτης καρβουνιάρης, παρά Μάρτης λιοπυριάρης».
«Κάλλιο Μάρτης στα δαυλιά, παρά στα προσηλιακά».
«Κάλλιο Μάρτης στις γωνιές παρά Μάρτης στις αυλές» [δηλ. Καλύτερα το Μάρτη να ‘χει κρύο παρά ζέστη]
«Καλοκαιριά της Παπαντής, μαρτιάτικος χειμώνας».
«Λείπει ο Μάρτης από τη Σαρακοστή;»
«Μάρτη και Σεπτέμβρη ίσια τα μεσάνυχτα» [ισημερία]
«Μάρτης άβρεχτος, μούστος άμετρος» [δηλ. όταν ο Μάρτης δεν έχει βροχές, ωφελούνται πολύ τα αμπέλια]
«Μάρτης βρέχει, θεριστάδες χαίρονται».
«Μάρτης βρέχει; Ποτέ μην πάψει».
«Μάρτης βροχερός, θεριστής κουραστικός».
«Μάρτης δίμουρος. Μάρτης πεντάγνωμος».
«Μάρτης έβρεχε, Θεριστής τραγούδαγε».
«Μάρτης έβρεχε, θεριστής χαιρότανε».
«Μάρτης είναι, χάδια κάνει, πότε κλαίει, πότε γελάει».
«Μάρτης κλαψής, θεριστής χαρούμενος».
«Μάρτης πουκαμισάς, δεν σου δίνει να μασάς».
«Μη σε γελάσει ο Μάρτης το πρωί και χάσεις την ημέρα» [δηλ. μη νομίσεις ότι ο καιρός θα είναι κακός όλη την ημέρα και δεν πας στη δουλειά σου]
«Ξύλα φύλαγε τον Μάρτη, να μην κάψεις τα παλούκια».
«Ο Αύγουστος για τα πανιά κι ο Μάρτης για τα ξύλα».
«Ο ήλιος του Μαρτιού, τρυπάει κέρατο βοδιού».
«Ο καλός Μάρτης στα κάρβουνα, κι’ ο κακός στον ήλιο».
«Ο Μάρτης εδιαλάλησε, μικρά μεγάλα πάνω» [δηλ. μεγαλώνουν όλα τα φυτά]
«Ο Μάρτης έχει τ’ όνομα, κι ο Απρίλης τα λουλούδια».
«Ο Μάρτης ο πεντάγνωμος ώρα στον ήλιο, ώρα στον τοίχο» [δηλ. εκεί που κάθεσαι στον ήλιο, πιάνει κρύο και πας δίπλα στο τζάκι]
«Ο Μάρτης ο πεντάγνωμος, εφτά φορές χιόνισε και πάλι το μετάνιωσε που δεν εξαναχιόνισε!»
«Ο Μάρτης το πρωί πηλά (λάσπες) και το βράδυ χώματα» (το πρωί βρέχει και μέχρι το βράδυ έχει στεγνώσει).
«Ο Μάρτης το πρωί το ψόφησε, και το βράδυ το βρόμισε».
«Ο Μάρτης ως το γιόμα ψοφάει το βόδι (από το κρύο) κι ως το βράδυ το βρωμίζει (από τη ζέστη)».
«Ο Μάρτης ώρα βρέχει και χιονίζει κι ώρα μαρτολουλουδίζει».
«Όλες του Μάρτη φύλαγε και τ’ Απριλίου τις δώδεκα, ότι ακόμη και στις δεκαοχτώ πέρδικα ψόφησε στ’ αβγό».
«Όλοι οι μήνες καιν τα ξύλα και ο Μάρτης τα παλούκια».
«Οπού ‘χει κόρη ακριβή, του Μάρτη ήλιος μην τη δει».
«Ούτε ο Αύγουστος χειμώνας, ούτε ο Μάρτης καλοκαίρι».
«Σαν ρίξει ο Μάρτης δυο νερά κι Απρίλης άλλο ένα χαράς σ’ εκείνο το ζευγά που ‘χει πολλά σπαρμένα».
«Σαν ρίξει ο Μάρτης μια βροχή κι Απρίλης άλλη μία, να δεις κουλούρες στρογγυλές και πίττες σαν αλώνι».
«Στων αμαρτωλών τη χώρα, το Mαρτάπριλο χιονίζει».
«Τα λόγια σου είναι ψεύτικα σαν του Μαρτιού το χιόνι, που το ρίχνει από βραδύς και το πρωί το λιώνει».
«Τα παλιά παλούκια καίει, τα καινούρια πάει και φέρνει».
«Το Μάρτη ξύλα φύλαγε κι άχερα των βοδιώνε και λίγα ξυλοκέρατα να δίνεις των παιδιώνε».
«Το Μάρτη τον πεντάγνωμο οπού γελά και κλαίει, Θα τόνε τιμωρήσουμε ψέματα να μη λέει».
«Το Μάρτη φύλαε άχερα, μη χάσεις το ζευγάρι».
«Τον Μάρτη κι αν τον αγαπάς φίλο μην τον κάνεις».
«Τον Μάρτη χιόνι βούτυρο, μα σαν παγώσει μάρμαρο».
«Του Mάρτη του αρέσει, να είναι πάντα στο διπλό, μια στις δέκα να έχει ήλιο, και τις άλλες ξυλιασμό».
«Του Μάρτη και του Τρυγητή ίσα τα ημερόνυχτια».
«Του Μάρτη ο ήλιος βάφει, και πέντε μήνες δεν ξεβάφει».
«Του Μάρτη οι αυγές με κάψανε, του Μάη τα μεσημέρια».
«Τσοπάνη μου την κάπα σου, το Μάρτη φύλαγε την».

users.sch.gr

Φεβρουάριος


φεβ
Το όνομα του (κοινώς Φλεβάρης) προέρχεται από τη λατινική λέξη februare (=εξαγνίζω), που σημαίνει καθαρτήρια γιορτή, γιατί κατά την διάρκεια του γίνονταν στη Ρώμη γιορτές θρησκευτικού καθαρμού και εξαγνισμού. Επίσης λέγεται Φλιάρης, Κουτσουφλέβαρος ή Κουτσός, Κούντουρος ή Κούτσουρος (δηλ. με κομμένη την ουρά, Πόντος), Κουτσούκης ή Μικρός (Κύπρος) και Κλαδευτής. Από το 46 π.Χ. οπότε καθιερώθηκε το Ιουλιανό ημερολόγιο, οι ημέρες του μήνα αυτού, από 30 περιορίστηκαν σε 29, ενώ κατά την εποχή του Αυγούστου μειώθηκαν κατά μια ακόμη ημέρα, η οποία προστέθηκε στο μήνα Αύγουστο, για να τιμηθεί ο αυτοκράτορας. Για να συντονιστεί το ημερολόγιο των 365 ημερών προς το ηλιακό έτος, καθιερώθηκε η αύξηση των ημερών του Φεβρουαρίου κατά μια, κάθε 4 χρόνια. Τότε λέμε πως η χρονιά είναι δίσεκτη. Το δίσεκτο έτος, θεωρείται από το λαό μας κακότυχο, γι’ αυτό δεν πρέπει να φυτεύουν αμπέλια οι γεωργοί ούτε να γίνονται γάμοι ούτε να χτίζονται σπίτια.
ΕΡΓΑΣΙΕΣ:
Φυτεύουν πατάτες.
Προετοιμάζουν τα χωράφια για να σπείρουν ανοιξιάτικα σιτηρά & ενισχύουν τα φθινοπωρινά, λιπαίνοντάς τα.
Κλαδεύουν αμπέλια & δέντρα.
Καθαρισμός μαντριών.
Συντήρηση κοπριάς σε λάκκους
Σβάρνισμα χωραφιών.

users.sch.gr
Για τα ήθη και έθιμα όταν ανοίξει το τριώδιο

Ιανουάριος


αρχείο λήψης
Ο πρώτος μήνας του έτους, κοινώς Γενάρης. Ονομάστηκε έτσι προς τιμή του θεού των Ρωμαίων Ιανού, ο οποίος θεωρούταν προστάτης των πρώτων αρχών και αιτίων. Η καθιέρωση του ως πρώτου μήνα του έτους έγινε το 450 π.Χ. από τους Ρωμαίους. Για τους αρχαίους Έλληνες η πρώτη του έτους ήταν η 21η Ιουνίου. Οι Βυζαντινοί ακολούθησαν τους Ρωμαίους στο ζήτημα του ημερολογίου και έτσι καθιέρωσαν τον Ιανουάριο ως πρώτο μήνα, πράγμα που διατηρήθηκε και στο Ιουλιανό ημερολόγιο και εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα.
Ο λαός μας έχει διάφορες ονομασίες για τον Ιανουάριο. Ο Γενάρης είναι & Γεννολοητής, παρετυμολογικά, γιατί τότε γεννοβολούν τα κοπάδια, Γατομήνας, επειδή σ’ αυτόν ζευγαρώνουν οι γάτες & Μεσοχείμωνος, γιατί είναι ο μεσαίος από τους 3 μήνες του χειμώνα. Ακόμα Κρυαρίτης (στη Μάνη) για το τσουχτερό του κρύο, αλλά & Γελαστός για τις Αλκυονίδες ημέρες του. Κλαδευτής & Καλεντέρης (Πόντος – Καππαδοκία) από τα Κάλαντα (Καλένδες) της αρχιχρονιάς. Τέλος είναι Τρανός, Πρωτάρης, Μεγάλος μήνας ή Μεγαλομηνάς, γιατί είναι ο 1ος μήνας του έτους με 31 ημέρες, αντίθετα με τον Κουτσό, τον Κουτσοφλέβαρο που ακολουθεί.
ΕΡΓΑΣΙΕΣ:
Προετοιμάζουν τα γεωργικά τους εργαλεία, όταν υπάρχουν βροχές ή χιόνια.
Μεταφέρουν κοπριά στα κτήματα.
Εκχερσώνουν χωράφια ή διορθώνουν φράχτες.
Κάνουν αποστραγγιστικά χαντάκια.
Ανοίγουν λάκκους γύρω από τα δέντρα για να δεχτούν περισσότερη βροχή ή τα ασβεστώνουν
Σπέρνουν πρώιμα μπιζέλια, κουκιά, κρομμύδια.
Φυτεύουν τα φυλλοβόλα δέντρα (κερασιά, βυσσινιά, βερικοκιά, ροδακινιά κ.λ.π.), αγκινάρες, φράουλες, σπαράγγια.
Λιπαίνουν τα δέντρα με χωνεμένη κοπριά.
Κλάδεμα ελαιόδεντρων.
Επισκευή & βάψιμο κυψελών.
Αρχίζει το άρμεγμα των προβάτων.
Οι γυναίκες ύφαιναν στον αργαλειό κιλίμια και βελέντζες, έπλεκαν & έραβαν.
ΘΕΟΦΑΝΙΑ Ή ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ Ή ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΒΑΠΤΙΣΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (6/1). Η ανανέωση του κόσμου άρχιζε από την ανανέωση των υδάτων-πρακτικά με την εκκένωση των αγγείων με νερό την παραμονή των Θεοφανίων, συμβολικά με τον αγιασμό των υδάτων με την κατάδυση του σταυρού στο νερό. Αυτός που έβρισκε το σταυρό, ήταν ο τιμημένος του χωριού και το περιέφερε στα σπίτια για προσκύνημα & για χρηματικές προσφορές. Σε πολλά μέρη της Ελλάδας το έλεγαν «κουμπάρο» ή «νουνό», στον Πόντο «δεξάμενο».
Τα Θεοφάνια επαναλαμβάνεται η βάπτιση του Χριστού. Τα περιστέρια γίνονται το πνεύμα του Θεού. Ο σταυρός που πέφτει στο νερό είναι ο ίδιος ο Χριστός & ο ήρωας της ημέρας γίνεται «νονός» του Χριστού, αφού η παράδοση θέλει ο κάθε βαφτισμένος να έχει και τον ανάδοχό του.
Όλοι οι λαοί του ορθόδοξου κόσμου απέδιδαν μεγάλη δύναμη στο αγιασμένο, ανανεωμένο νερό. Έπλεναν στη θάλασσα τις εικόνες του σπιτιού και της εκκλησίας, οι γεωργοί «ανανέωναν» μ’ αυτό τα εργαλεία τους. Το νερό του μεγάλου αγιασμού το έφερναν στο σπίτι κι έπιναν όλοι απ’ αυτό, ράντιζαν μ’ ένα κλαδί ελιάς ή βασιλικού όλους τους χώρους του σπιτιού, τους στάβλους, τα ζώα, τα δέντρα και τα άλλα φυτά για να καρποφορήσουν και να μην αρρωσταίνουν, τα χωράφια και τα αμπέλια για να τα προφυλάξουν από ασθένειες, ακόμα και τα βαρέλια του κρασιού. Τον αγιασμό τον θεωρούσαν πανάκεια, πίστευαν ότι μπορεί να θεραπεύσει τη θερμασιά και την ελονοσία, τον φύλαγαν στο εικονοστάσι όλο τον χρόνο & τον χρησιμοποιούσαν για να γιατρεύουν διάφορες ασθένειες.
ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:
«Ως του Αϊ-Γιαννιού, τρυγόνα, είναι η φούρια του χειμώνα».
«Στις δεκαεφτά του Γεναριού, είναι κερά του Αγ’ Αντωνιού. Τότε κερά μαντόνα είναι η φούρια του χειμώνα».
«Του Γενάρη το φεγγάρι παρά ώρα, μέρα μοιάζει».
«Ο Γενάρης δεν γεννά, μήτε αβγά μήτε πουλιά, μόνο χιόνια και νερά».
«Ο Γενάρης κι αν γεννάται του καλοκαιριού θυμάται».
«Του Γεναριού η καλοκαιριά, ούλα τα δέντρα τα γελά».
«Η καλή αμυγδαλιά ανθίζει το Γενάρη και βαστάει τα αμύγδαλα όλο τον Αλωνάρη».
«Αν δεν ποτίσεις τον Γενάρη, άλλο Γενάρη να καρτεράς».
«Τον Γενάρη κι αν δεν βρέξει, δεν ξινίζουν τα τυριά».
«Χιόνι πέφτει το Γενάρη, χαρές θα ‘ναι τον Αλωνάρη».
«Γενάρη μήνα κλάδευε, φεγγάρι μη γυρεύεις».
«Κόψε, κλάδεψε Γενάρη, να γεμίσει το κελάρι».
«Χιόνισ’ έβρεξε ο Γενάρης, όλοι οι μύλοι μας θ’ αλέθουν».
«Αδελφέ Μιχάλη, τώρα τον Γενάρη, οι δύο ένας γίνονται και ο μοναχός κουβάρι».
«Αρχιμηνιά, καλή χρονιά, με σύγκρυα και παγωνιά».
«Άσπρος Γενάρης, νηστικός ο μεροκαματιάρης».
«Βαρύ το καλοκαίρι βαρύς και ο Γεναροχειμώνας».
«Βροχερός Γενάρης, Αύγουστος νοικοκύρης».
«Γενάρη γέννα το παιδί, Φλεβάρη, φλέβισέ το».
«Γενάρη διαβολόμηνα ποτέ σου μην ξανάρθεις».
«Γενάρη και Φλεβάρη καταβολάδα και ξινάρι».
«Γενάρη καλαντάρη τα κορίτσια σου που τα ‘χεις στα θολόστακτα κρυμμένα».
«Γενάρη μήνα κλάδευε και λίσγο μη γυρεύεις».
«Γενάρη μήνα κλάδευε και το φεγγάρι χέστο».
«Γενάρη μήνα κλάδευε, φεγγάρι μην κοιτάζεις».
«Γενάρη μήνα κλάδευε, φεγγάρι μην ξετάζεις».
«Γενάρη πίνουν το κρασί, το Θεριστή το ξύδι».
«Γενάρη, μήνα του Χριστού κι αρχιμηνιά του κόσμου».
«Γενάρης με τα κρούσταλα, Φλεβάρης με τα χιόνια.»
«Γενάρης μήνας του Χριστού κι αρχιμηνιά του κόσμου».
«Γενάρης στεγνός κι ο κόπος σου διπλός».
«Γενάρης στεγνός, νοικοκύρης πλούσιος».
«Γενάρης χωρίς χιόνι, κακό μαντάτο».
«Γεναριάτικο πουλί Αυγουστιάτικο αυγό».
«Γεναριάτικο φεγγάρι με τα’ Αϊ Γιαννιού τη χάρη».
«Γεναριάτικο φεγγάρι, ήλιος ημέρας μοιάζει».
«Δέκα μέρες του Γεναράκη, ίσον μικρό καλοκαιράκι».
«Εγέλασεν ο Γενάρης».
«Εκαμε κι ο Γενάρης ήλιο».
«Κάλλιο να ’δω σκυλί λυσσασμένο παρά ζεστό ήλιο τον Γενάρη».
«Κλάδεμα του Γενάρη κάθε μάτι και βλαστάρι».
«Κότα πίτα το Γενάρη, κόκορα τον Αλωνάρη».
«Κότα τον Γενάρη, κέφαλο τον Αλωνάρη».
«Κότα, χήνα το Γενάρη και παπί τον Αλωνάρη».
«Κόψε ξύλα τον Γενάρη μην κάψεις τα παλούκια».
«Κόψε ξύλο τον Γενάρη και μην καρτερείς φεγγάρι».
«Να ’μουν γάτος τον Γενάρη κι ας μην είχα άλλη χάρη.
«Μωρή ξανθιά αμυγδαλιά π’ ανοίγεις τον Γενάρη δεν καρτερείς την Άνοιξη ν’ ανοίξουμ’ όλοι αντάμα».
«Ο Γενάρης δε γεννά μήτε αυγά μήτε πουλιά, μόνο κρύο και νερά».
«Ο Γενάρης και αν γεννά του καλοκαιριού μηνά».
«Ο Γενάρης κι αν γεννάται του καλοκαιριού θυμάται». (Αλκυονίδες ημέρες)
«Ο λαγός και το περδίκι κι ο κακός ο νοικοκύρης το Γενάρη χαίρονται».
«Οι γεναριότικες νύχτες, για να περάσουν θέλουν συντροφιά και κουβέντα».
«Όποιος θε να βαμπακώσει, τον Γενάρη θε ν’ οργώσει».
«Οποιος σπέρνει το Γενάρη, παίρνει την ανεμοζάλη».
«Όρνιθα το Γενάρη, κέφαλος τον Αλωνάρη».
«Σ’ όσους μήνες έχουν «ρο», μπάνιο με ζεστό νερό».
«Τ’ Αλωναριού τα μεσημέρια , και του Γεναριού οι νύχτες».
«Τ’ Αυγούστου και του Γεναριού, τα δυο χρυσά φεγγάρια».
«Το Γενάρη το ζευγάρι διάβολος θε να το πάρει».
«Το Γεναριάτικο φεγγάρι είναι για κλάδο».
«Το χιόνι του Γενάρη κοπριά, του Μάρτη φωτιά».
«Τον Γενάρη κλάδευε και τον Φλεβάρη απόσκαφτε».
«Τον κακό Γενάρη το κασόνι έχει τη χάρη».
«Του Αυγούστου και του Γεναριού το φεγγάρι φωτάει σαν ημέρα».
«Του Γενάρη οι ξαστεριές του Αυγούστου οι συννεφιές το ίδιο πράμα είναι».
«Του Γενάρη το φεγγάρι ήλιος της ημέρας μοιάζει».
«Του Γενάρη το φεγγάρι λάμπει σαν μαργαριτάρι».
«Του Γενάρη το φεγγάρι παρά λίγο μέρας μοιάζει».
«Του Γενάρη το φεγγάρι παρά ώρα να ‘ναι μέρα».
«Του Γενάρη το φεγγάρι την ημέρα σιγοντάρει».
«Του Γενάρη το φεγγάρι, πάρα λίγο να ’ναι μέρα».
«Του Γεναριού το φεγγάρι είναι σαν του Αλωνάρη».
«Τυρί μαλλί τον Αύγουστο κι αγγούρια τον Γενάρη».
«Τώρα το μεσοχείμωνο ζητάει κι η γριά ξυλάγγουρα».
«Φάε βετούλι τον Γενάρη και γίδα τον Αλωνάρη».
«Χαρά στα Φώτα τα στεγνά και τη Λαμπρή βρεμένη».
«Χιόνι πέφτει το Γενάρη, χαρές θα ‘ν’ τον Αλωνάρη».
«Χιονίζει ο Γενάρης, ξεψυχάει ο γαϊδουριάρης».

users.sch.gr

Δεκέμβριος


Dec_Helios_UP
Στο ρωμαϊκό ημερολόγιο του Ρωμύλου ήταν ο 10ος μήνας (ντέτσεμ = δέκα) κι έχει 31 ημέρες. Η 21η του μήνα είναι η μικρότερη ημέρα του χρόνου, το «χειμερινό ηλιοστάσιο». Αντιστοιχεί προς τον Ποσειδώνα των αρχαίων. Θεωρείται ο ψυχρότερος μήνας του χρόνου. Λέγεται Χριστουγεννάς ή Χριστουγεννάρης ή Χριστουγεννιάτης (λόγω της μεγάλης γιορτής της χριστιανοσύνης), Γιορτινός (λόγω των πολλών θρησκευτικών γιορτών), Αϊ-Νικολιάτης ή Παππού-Νικόλας ή Νικολοβάρβαρα (από τη γιορτή του Αγ. Νικολάου & της Αγ. Βαρβάρας), Άσπρος μήνας ή Ασπρομηνάς, και Χιονιάς. Στη Μεσσηνία επιθυμούν πολλά χιόνια την ημέρα των Χριστουγέννων, που τα ονομάζουν Χριστόχιονα. Αρέσει πολύ στα παιδιά ο Δεκέμβρης, για τα χιόνια, τον χιονοπόλεμο, τον χιονάνθρωπο, τις διακοπές των σχολείων, τα κάλαντα και τα δώρα.
ΕΡΓΑΣΙΕΣ:
Επιδιόρθωση στάβλων.
Καθάρισμα χωραφιών από θάμνους.
Φυτεύουνε κρεμμυδάκια.
Σκέπασμα κυψελών.
Αρχίζει η γαλακτοπαραγωγή.
Τελειώνει το καθάρισμα του κρασιού κι ανοίγουν τα βαρέλια.
ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:
ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ: Τους συναντάμε με πολλά ονόματα: καλιβρούσηδες, καλακάντζουρα, λυκοκάντζαροι, κακανθρωπίσματα, παγανά & εξαποδώ.
Όντα δαιμονικά, άσχημοι, μαύροι, με μάτια κόκκινα, τριχωτοί, με πόδια τραγίσια, ήταν τα κυρίαρχα όντα του Δωδεκαημέρου, πειράζοντας τους ανθρώπους από την παραμονή των Χριστουγέννων, όταν αφήνοντας τα έγκατα της γης, έβγαιναν στο απάνω κόσμο, μέχρι την παραμονή των Θεοφανίων, οπότε περίτρομοι έφευγαν στην παρουσία του παπά που άγιαζε. Όλο τον χρόνο πολεμούν με τα τσεκούρια να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γη, όταν όμως πλησιάζει η στιγμή που θα το κόψουν τελείως, μια τσεκουριά μένει, βγαίνουν στη γη να κάνουν σκανδαλιές, περιμένοντας ότι θα πέσει πια μόνο του, όμως γεννάται ο Χριστός και αμέσως το δέντρο ξαναγίνεται.
Μπαίνουν στα σπίτια απ’ τις καμινάδες που η φωτιά τους έχει σβήσει.
Αρχηγός τους είναι ο Μαντρακούκος, που είναι κουτσός κι άγριος και ο πιο επικίνδυνος απ’ όλη την ομάδα. Ακολουθεί ο Μαγάρας, με την τεράστια κοιλιά του, ο οποίος μαγαρίζει όλα τα φαγητά και τα γλυκά. Επίσης έρχεται ο Κωλοβελόνης, που είναι αδύνατος και σουβλερός σα μακαρόνι και περνά από κλειδαρότρυπες και χαραμάδες. Άλλος είναι ο Κοψαχείλης με τεράστια κοφτερά δόντια, που κρέμονται από το στόμα του. Κανένας δεν μοιάζει με τον άλλο και έχει ο καθένας το κουσούρι του.
Για να εξευμενίσουν οι άνθρωποι τα πειρακτικά αυτά πλάσματα, άφηναν γλυκά σ’ ένα σημείο του σπιτιού ή προσπαθούσαν να τα κάνουν ακίνδυνα, με διάφορους τρόπους. Τοποθετούσαν π.χ. ένα κόσκινο μπροστά από την πόρτα του σπιτιού, ώστε μέχρι να μετρήσει ο καλικάντζαρος από περιέργεια τις τρύπες, να λαλήσει ο πετεινός, οπότε αυτοί έτρεχαν να εξαφανιστούν.
Το αποτελεσματικότερο μέσο για να κρατηθούν μακριά οι καλικάντζαροι και κάθε άλλο δαιμόνιο θεωρήθηκε η φωτιά. Γι’ αυτό και όλο το Δωδεκαήμερο έμενε συνεχώς το τζάκι αναμμένο και μάλιστα με ξύλα αγκαθωτά (για να έχει η φωτιά μεγαλύτερη δύναμη). Παλιά οι γιαγιάδες έκαιγαν στα τζάκια παλιοτσάρουχα. Η άσχημη μυρωδιά τους έκανε τους καλικάντζαρους να φεύγουν.
Την ημέρα των Θεοφανίων πρέπει να φύγουν. Όταν ο παπάς αγιάζει φωνάζουν:
«Φεύγετε, να φεύγουμε, γιατί θα ‘ρθει ο παπάς
με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του»
ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ: Τα κάλαντα, όπως ξέρουμε, είναι τα δημώδη εορταστικά και θρησκευτικά άσματα, που τραγουδούσαν κατά τις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς.
Από τη βυζαντινή εποχή ψέλνονταν κατά τον ίδιο τρόπο, όπως και σήμερα, από συντροφιές παιδιών, που γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και έπαιρναν φιλοδωρήματα.
Η λέξη «κάλαντα» προέρχεται από το λατινικό CALENDA, που σημαίνει πρώτη εκάστου μηνός. Το δε γνωστό «εις τας ελληνικάς καλένδας» είναι ίσον με το «ουδέποτε», γιατί οι Έλληνες δεν είχαν καλένδας», αλλά μόνον οι Ρωμαίοι. Από κει προήλθε και η νέα λέξη κάλαντα, που ψέλνονται κάθε παραμονή πρωτοχρονιάς.
Τα σημερινά κάλαντα, που ψέλνονται, καθώς και τα λοιπά θρησκευτικά άσματα, έχουν στενή συγγένεια με την αρχαία λατρεία ή τα παλαιά έθιμα της ομηρικής εποχής και των μετέπειτα χρόνων. Έχουν το ίδιο θέμα προς τα σημερινά κάλαντα, ως προς την σύνθεση, τον χαρακτήρα και την ουσία των συναισθημάτων που εκδηλώνονται. Η διαφορά μεταξύ των σημερινών και των αρχαίων σχετικών τραγουδιών είναι, ότι ο τρόπος της εκδηλώσεως των σημερινών είναι πιο ζωηρός. Το αξιοπερίεργο είναι ότι τόσο στα αρχαία όσο και στα σημερινά τραγούδια, οι έπαινοι και τα εγκώμια είναι ίδια και ίδιες οι ευχές για την ευτυχία του σπιτιού, που απευθύνονται από τους μικρούς ψάλτες της πατρίδας μας.
Τα παιδιά από νωρίς άρχιζαν, συντροφιές – συντροφιές να περιέρχονται τα σπίτια, για τα κάλαντα και να φιλοδωρούνται με πεντάρες, δεκάρες και σπάνια εικοσάλεπτα, τα οποία τότε είχαν αξία. Αργότερα τα φιλοδωρούσαν πενηντάλεπτα ή δραχμές. Τους πρόσφεραν επί πλέον και γλυκίσματα.
Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, μετά τη λειτουργία και πάλιν θα περιέλθουν όλα τα σπίτια – εκτός από εκείνα που είχαν πένθος. Την βασιλόπιτα την έκοβαν το μεσημέρι, οπότε και μοιράζονταν τα δώρα στα παιδιά. Λίγες οικογένειες, μετά τα μεσάνυκτα, με την ανατολή του νέου έτους και αφού έσβηναν και άναβαν τα φώτα και έψαλλαν τα κάλαντα όλοι οι παρευρισκόμενοι «εν χορώ» και αφού αντάλλαζαν τις αρμόζουσες ευχές, έκοβαν τη βασιλόπιτα, σε τόσα τεμάχια όσα και τα παριστάμενα πρόσωπα. Ενώ η πίττα που θα έκοβαν το μεσημέρι της πρωτοχρονιάς περιοριζόταν στα μέλη της οικογενείας και μόνον. Συντροφιές νέων περιέρχονταν τα σπίτια και έψαλλαν τα κάλαντα του Αγίου Βασιλείου με ανάλογα παινέματα, με επωδό: «Εμείς δεν ήρθαμε εδώ να φάμε και να πιούμε Μόνο σας αγαπούσαμε κι ήρθαμε να σας δούμε».

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ:
Καλήν ημέρα άρχοντες, κι αν είναι ο ορισμός σας,
Χριστού τη θεία γέννηση, να πω στ’ αρχοντικό σας.
Χριστός γεννάται σήμερον, εν Βηθλεέμ τη πόλει.
Οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρετ’ η φύσις όλη.
Εν τω σπηλαίω τίκτεται, εν φάτνη των αλόγων,
ο Βασιλεύς των ουρανών, ο ποιητής των όλων.
Πλήθος αγγέλων ψάλλουσι το Δόξα εν Υψίστοις
και τούτο άξιον εστί, η των ποιμένων πίστις.
Εκ της Περσίας έρχονται τρεις μάγοι με τα δώρα,
άστρο λαμπρό τους οδηγεί, χωρίς να λείψει ώρα.
Έφθασαν στην Ιερουσαλήμ με πόθον ερωτούσιν,
Που εγγενήθη ο Χριστός να παν΄ να τον ιδούσιν.
Όταν ο Ηρώδης τάμαθε αμέσως εταράχθη,
γιατί πολύ φοβήθηκε δια την βασιλείαν,
μη του την πάρει ο Χριστός και χάσει την αξίαν.
Κι αμέσως εδιάτεξε σφαγή να γίνει αγρία
Τα βρέφη όλα να σφαγούν εις πόλιν την αγία.
Αλλ΄ άγγελος εξ ουρανού είπε στην Παναγίαν,
Για ν΄ αποφύγη του κακού Ηρώδη την μανίαν.
Πάρε το βρέφος το ιερόν και φρόντισε να πάτε,
Εις Αίγυπτον εκεί μακρυά κι εκεί να ησυχάστε.
Σ’ αυτό το σπίτι το ψηλό, πέτρα να μην ραγίσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού, χίλια χρόνια να ζήσει.

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ:
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, ψηλή μου δεντρολιβανιά,
κι αρχή καλός μας χρόνος, εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος
Αρχή που βγήκε ο Χριστός, άγιος και πνευματικός
στη γη να περπατήσει και να μας καλοκαρδίσει.
Άγιος Βασίλης έρχεται και δεν μας καταδέχεται
Από την Καισαρεία, συ σ’ αρχόντισσα κυρία.
Βαστά εικόνα και χαρτί, ζαχαροπλάστη ζυμωτή
χαρτί και καλαμάρι, δες και με-δες και με το παλικάρι.
Το καλαμάρι έγραφε, την μοίρα του την έλεγε
Και το χαρτί εμίλιε, άσπρε μου χρυσέ μου κρίνε.
-Βασίλη πόθεν έρχεσαι και πόθεν κατεβαίνεις
Και δεν μας συντυχαίνεις;
-Από της μάνας μου έρχομαι, το λέω και δεν ντρέπομαι
και στο σχολείο μου πάω πέστε μου τι θες να κάμω;
-Αφού πηγαίνεις στο σχολειό, πες μας την Άλφα – Βήτα,
Νάχης τον Θεό βοήθεια…
Και στο ραβδί του ακούμπησε να πει την Άλφα – Βήτα,
Ωσάν Άγιος που ήταν.
Χλωρό ραβδί, ξερό ραβδί, χλωρά βλαστάρια πέτα,
Κι απάνω στα βλαστάρια του, μαύρα είν΄ τα μάτια του,
Πέρδικες κελαδούσαν
Μον΄ και περιστεράκια, μαύρα μου γλυκά ματάκια.

ΠΑΙΝΕΜΑΤΑ
Εσένα αφέντη πρέπει σου καρέγλα βελουδένια
Για ν΄ ακουμπά η μέση σου η μαργαριταρένια.
Πολλά ΄παμε τα΄ αφέντη μας ας πούμε της κυράς
Κυρά λιγνή, κυρά ψηλή κυρά γαϊτανοφρύδα
Πουχεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθος
Και του κοράκου το φτερό έχεις γατανοφρύδι.
Πολλά ΄παμε και της κυράς ας πούμε και στην κόρη.
Έχεις και γιο και μονογυιό, το γιο τον κανακάρη
Αν είναι και γραμματικός πολλά προικιά γυρεύει.
Γυρεύει αμπέλια ατρύγητα κι αμπέλια τρυγημένα
Γυρεύει και τη θάλασσα μ΄ όλα της τα καράβια
Γυρεύει και τον κυρ Βοριά να τα καλαρμενίζει.
Πολλά ΄παμε της κόρης μας ας πούμε και του γιου μας,
Έχεις και γιο και μονογυιό, το γιο τον κανακάρη
Που λούζεται, χτενίζεται και στο σχολειό πηγαίνει
Τον έβγαλε ο δάσκαλος να πει την άλφα – βήτα
Και ξέφυγε το χέρι του και έχυσε το μελάνι
Και λέρωσε τα ρούχα του τα καλοκεντημένα.
Δεν έχω άλλα να σου πω, μόνο να ζεις και νάσαι
Τον άνδρα σου να χαίρεσαι και καλομοίρα να΄σαι.

ΘΕΟΦΑΝΙΩΝ:
Σήμερα είν’ τα Φώτα κι ο φωτισμός,
η χαρά μεγάλη κι ο αγιασμός (δις).
Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό
κάθεται η Παναγία η Δέσποινα.
Με τα θυμιατήρια στα δάχτυλα
και τον Άγιο Γιάννη παρακαλεί:
_Άγιε μου Γιάννη και Πρόδρομε,
δύνασαι βαφτίσεις θεού παιδί,
και να παραδώσεις Χριστού ψυχή;
_Δύναμαι και θέλω και προσκυνώ
και τον Κύριό μου παρακαλώ.
Αύριο θ’ ανέβω στους ουρανούς,
να καταπατήσω τα είδωλα…
Τα παιδιά τραγουδούσαν σκωπτικούς στίχους, όταν κάποια πόρτα παρέμενε κλειστή και οι νοικοκυραίοι δεν άνοιγαν, για να μη δώσουν το μποναμά τους στα παιδιά:
Τόσο βαρύ ‘ναι το πάπλωμα και δεν παίρνεις χαμπάρι
Κι απ’ έξω από την πόρτα σου, καράβι βολτετσάρει.
Τόσα τραγούδια είπαμε κι η πόρτα δεν έχει ανοίξει
Αν τα ‘λεγα στον ουρανό, χρυσάφι θα ‘χε ρίξει.
«ΣΠΑΡΓΑΝΑ» (Ζαγόρι Ηπείρου). Τηγανίτες, με πολλά καρύδια επάνω, τις οποίες φτιάχνουν τα ξημερώματα των Χριστουγέννων.
«ΧΟΙΡΟΣΦΑΓΙΑ» Έθιμο πανάρχαιο, με θυσιαστικό χαρακτήρα, προς τιμή του Κρόνου, που αποσκοπούσε στην εξασφάλιση καλής εσοδείας. Αυτός ο χαρακτήρας, τα μαντέματα κι άλλες μαγικές ενέργειες τα καθιστούν από τα πιο ενδιαφέροντα έθιμα του λαϊκού εορτολογίου.
Η σφαγή του χοίρου στο τέλος του έτους ή σε άλλες σημαντικές για την καλοχρονιά περιστάσεις-απόκριες, ημέρα του Αγ. Φιλίππου-είναι αρχαία συνήθεια του ελληνορωμαϊκού κόσμου, που επέζησε μέσα στους αιώνες.
Η εκτροφή χοίρου εξασφάλιζε στην οικογένεια κρέας και λίπος για ολόκληρη τη χρονιά. Κάθε αγροτική οικογένεια, εκτός από τις πολύ φτωχές, διατηρούσε έναν ή περισσότερους χοίρους. Ήταν πλήγμα η αδυναμία εκτροφής τουλάχιστον ενός χοίρου.
Το σφάξιμο γινόταν με ειδικό μαυρομάνικο μαχαίρι και ήταν έργο του αρχηγού της οικογένειας. Ο θύτης πριν από το πλήγμα, χάραζε το σημείο του σταυρού στο λαιμό του ζώου, ενώ κάποιος από τους παριστάμενους έλεγε το «Πιστεύω» ή το «Πάτερ ημών». Από το αίμα του ζώου «έγραφαν» ένα σταυρό στο μέτωπο των μικρών παιδιών ή και των ζώων-για τον πονοκέφαλο ή τη θερμασιά, αντίστοιχα. Επίσης, στον Εγρήγορο της Ρόδου, άλειφαν τα πέλματα των ποδιών για να μην ξεπαγιάζουν, σαν φάρμακο για τις χιονίστρες. Κάρφωναν το ρύγχος του χοίρου στον τοίχο ή επάνω από την πόρτα για να αποδιώχνει τους καλικάντζαρους κι από τη σπλήνα και το συκώτι του, μάντευαν το μέλλον της οικογένειας. Τέλος θυμιάτιζαν το ζώο με λιβάνι και χαμομήλι, και έβαζαν στο στόμα του ένα από τα πόδια του. Όλες αυτές οι δραστηριότητες είχαν καθαρτήριες & αποτρεπτικές ιδιότητες.
ΚΑΡΤΕΣ: Οι χριστουγεννιάτικες και πρωτοχρονιάτικες κάρτες, λειτουργούν ως επικοινωνιακοί αγγελιοφόροι χριστουγεννιάτικων και πρωτοχρονιάτικων μηνυμάτων και αποτελούν αναπόσπαστο συμπλήρωμα των εορτών.
Στις κάρτες απεικονίζονται κατά κύριο λόγο η γέννηση του Χριστού με τη φάτνη, οι τρεις μάγοι με τα δώρα, άγγελοι και αστέρια.
Το στερεότυπο μικρό κείμενο των καρτών είναι «Καλά Χριστούγεννα και Ευτυχισμένος ο καινούριος χρόνος».
Η χριστουγεννιάτικη κάρτα θεωρείται ότι είναι αγγλική επινόηση.
Την πατρότητά της διεκδικεί αρχικά ο Γουίλιαμ ‘Εντλεϊ, ο οποίος φέρεται ως ο σχεδιαστής της πρώτης κάρτας το 1842, που είναι σήμερα έκθεμα του Βρετανικού Μουσείο.
Μερικά χρόνια αργότερα η μόδα της κάρτας έφτασε στην Αμερική, στην Αυστραλία, στη Νέα Ζηλανδία. Η Δανία θεωρείται ότι είναι η πιο φημισμένη χώρα στις πωλήσεις των καρτών. Διακινεί κάθε χρόνο 50.000.000 κάρτες.
Στην Ελλάδα οι κάρτες παρουσιάστηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα από Έλληνες μετανάστες στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και στην Αυστραλία.
Σήμερα βέβαια με την εξέλιξη της τεχνολογίας, το internet ξεφεύγει από τον παραδοσιακό τρόπο επιστολής κάρτας-αυτόν του ταχυδρομείου.
Με έναν μεγάλο αριθμό ηλεκτρονικών διευθύνσεων καταργεί τις αποστάσεις και βοηθάει να στείλετε τις ευχές σας στα αγαπημένα σας πρόσωπα, όπου κι αν βρίσκονται αυτά.
«ΧΡΙΣΤΟΨΩΜΟ». Το σύμβολο της μεγάλης γιορτής των Χριστουγέννων, αποτελεί ιδιαίτερη φροντίδα κάθε νοικοκυράς. Το σχήμα του συνήθως είναι στρογγυλό, υπάρχουν όμως και διαφοροποιήσεις κατά τόπους. Π.χ. στην Ιθάκη είναι μακρόστενο και σχηματίζει τη μορφή μικρού παιδιού που παριστάνει το Χριστό στα σπάργανα όπως λένε, ενώ στην Πετρούσα της Δράμας, πάνω στο ολοστρόγγυλο ψωμί πλάθουν και τοποθετούν στη μέση και ένα μικρότερο. Το μεγάλο κουλούρι συμβολίζει τη σπηλιά που γεννήθηκε ο Χριστός, το δε μικρό τον ίδιο τον Χριστό. Ιδιαίτερα προσεγμένη και η διακόσμησή του: Συνήθως στη μέση της επιφάνειάς του κολλούν ένα σταυρό από ζυμάρι, στο κέντρο και στις άκρες του οποίου βάζουν καρύδια και αμύγδαλα, σύμβολο πλούσιας καρποφορίας. Επίσης τα σχέδια του έχουν άμεση σχέση με την ασχολία του νοικοκύρη: βόδια, αλέτρι και αλώνι (αν είναι γεωργός), πρόβατα, κατσίκια και στάνη (αν είναι τσοπάνης), κυρίως οι Σαρακατσάνοι. Το Χριστόψωμο κατέχει ξεχωριστή θέση στο τραπέζι, το οποίο σε αρκετά μέρη στρώνεται από την παραμονή και λέγεται και «τραπέζι της Παναγιάς».
ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΕΝΤΡΟ. Σύμφωνα με τους περισσότερους λαογράφους, το έθιμο αυτό ήρθε στην Ελλάδα, μάλλον, την εποχή του Όθωνα (πρώτα στο Ναύπλιο και μετά στην Αθήνα), από τη δύση (Γερμανία ή Αγγλία). Προϋπήρχε όμως στο Βυζάντιο από τον 6ο αιώνα. Παλαιότερα για τη διακόσμηση των σπιτιών χρησιμοποιούσαν κλαριά από δέντρα. Η χρήση τους συμβόλιζε το τέλος του χειμώνα, την αναβλάστηση και την καινούργια ζωή, γι’ αυτό και τα κλαριά έπρεπε να είναι καταπράσινα και από φυτά αειθαλή. Τα κλαριά (δάφνης, λεμονιάς, κουμαριάς, σκίνου, μυρτιάς και ελιάς) στολίζονταν με φρούτα, ξηρούς καρπούς και νομίσματα, τυλιγμένα σε χρυσόχαρτο ή βαμμένα με χρυσομπογιά. Αργότερα, οι πραματευτάδες (γυρολόγοι) πούλαγαν στα πανηγύρια και στα παζάρια στολίδια του δέντρου από χαρτί, ζυμάρι και γύψο. Ειδικά για τα γύψινα στολίδια χρησιμοποιούσαν γερμανικές σιδερένιες φόρμες για σοκολάτες και έφτιαχναν τα ζώα της φάτνης, αγιοβασίληδες κ.α., που τα χρωμάτιζαν με όμορφα χρώματα και τα πουλούσαν στους πάγκους τους μαζί με τα παιχνίδια.
ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΞΥΛΟ (Μακεδονία). Στα χωριά της Β. Ελλάδας, από τις παραμονές των εορτών, ο νοικοκύρης έψαχνε στα χωράφια και διάλεγε το πιο όμορφο, το πιο γερό, το πιο χοντρό ξύλο, από πεύκο ή ελιά και το πήγαινε στο σπίτι του. Αυτό ονομαζόταν Χριστόξυλο και ήταν το ξύλο που θα έκαιγε για όλο το Δωδεκαήμερο των εορτών (από τα Χριστούγεννα μέχρι και τα φώτα) στο τζάκι του σπιτιού.
Πριν ο νοικοκύρης φέρει το Χριστόξυλο, κάθε νοικοκυρά φρόντιζε να έχει καθαρίσει το σπίτι και με ιδιαίτερη προσοχή το τζάκι, ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη. Καθάριζαν ακόμη και την καπνοδόχο, για να μη βρίσκουν πατήματα να κατέβουν οι καλικάντζαροι.
Έτσι το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, όταν όλη η οικογένεια θα ήταν μαζεμένη γύρω από το τζάκι, ο νοικοκύρης θα άναβε την καινούργια φωτιά και έμπαινε στην πυροστιά το Χριστόξυλο.
Ο λαός λέει, ότι καθώς καίγεται το Χριστόξυλο, ζεσταίνεται ο Χριστός, εκεί στην κρύα σπηλιά της Βηθλεέμ. Σε κάθε σπιτικό, οι νοικοκυραίοι προσπαθούσαν να καίει το Χριστόξυλο μέχρι τα φώτα.
«ΤΑ ΚΑΡΥΔΙΑ» (Ήπειρος). Την ημέρα των Χριστουγέννων, τα παιδιά, κορίτσια και αγόρια, παίζουν το παιχνίδι «ΚΑΡΥΔΙΑ». Το παιχνίδι είναι ομαδικό και παίζεται ως εξής:
Κάποιο παιδί χαράζει μ’ ένα ξυλάκι στο χώμα μια ευθεία γραμμή. Πάνω σ’ αυτή, κάθε παίκτης βάζει κι από ένα καρύδι στη σειρά. Μετά, ο κάθε παίκτης με τη σειρά του και από κάθετη απόσταση ενός με δύο μέτρα από τη γραμμή – σειρά των καρυδιών, σκυφτός, με το μεγαλύτερο και το πιο στρογγυλό καρύδι του, σημαδεύει κάποιο από τη σειρά των καρυδιών.
Όποιο καρύδι πετύχει και το βγάλει έξω από τη γραμμή, το κερδίζει και δοκιμάζει ξανά, σημαδεύοντας κάποιο άλλο καρύδι. Αν αστοχήσει, συνεχίζει ο επόμενος παίκτης. Το παιχνίδι συνεχιζόταν μέχρι να τελειώσουν όλα τα καρύδια της σειράς…
ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ (31/12). Τα παιδιά άφηναν μπροστά από το τζάκι τα παπούτσια τους ή αν δεν άναβε, κρεμούσαν εκεί τις κάλτσες τους. Υποτίθεται ότι, εκεί θα άφηνε ο Αγ. Βασίλης τα δώρα τους. Σήμερα πια, τα δώρα των παιδιών, τοποθετούνται κάτω απ’ το χριστουγεννιάτικο δέντρο.
«ΟΙ ΚΟΛΟΝΙΕΣ» (Κεφαλονιά). Στην Κεφαλονιά,καθώς και στα άλλα νησιά των Επτανήσων, Κέρκυρα,Ζάκυνθο κλπ.οι κάτοικοί τους χαίρονται με το δικό τους ξεχωριστό τρόπο,τις άγιες ημέρες του Δωδεκαήμερου.
Οι άνθρωποι γιορτάζουν πηγαίνοντας στην εκκλησία,τρώγοντας,πίνοντας,τραγουδώντας,αλλά και κάνοντας αστεία ο ένας στον άλλον.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς,το βράδυ,οι κάτοικοι του νησιού γεμάτοι χαρά για τον ερχομό του νέου χρόνου, κατεβαίνουν στους δρόμους κρατώντας μπουκάλια με κολώνιες και ραίνουν ο ένας τον άλλον τραγουδώντας:
«Ήρθαμε με ρόδα και με ανθούς να σας ειπούμε χρόνους πολλούς.»
Και η τελευταία ευχή του χρόνου που ανταλάσσουν είναι: «Καλή Αποκοπή», δηλαδή με το καλό να αποχωριστούμε τον παλιό χρόνο.
Το πρωί της Πρωτοχρονιάς η μπάντα του δήμου περνάει από όλα τα σπίτια και τραγουδάει καντάδες και κάλαντα.
«Πάλιν ακούσατε άρχοντες πάλι να σας ειπούμε,
ότι και αύριον εστί ανάγκη να χαρούμε
και να πανηγυρίζουμε Περιτομήν Κυρίου,
την εορτή του Μάκαρος Μεγάλου Βασιλείου».
ΓΙΟΡΤΕΣ:
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ (25/12). Η λύτρωση του ανθρώπου από την αμαρτία. Ο Υιός του Θεού έρχεται στη γη, δίνοντας τη μεγαλύτερη ευκαιρία στον άνθρωπο: να μπει στην Βασιλεία των Ουρανών… Πώς; Μα με… αγάπη! Η γέννηση του Χριστού κανονίστηκε το 354 μ.Χ. να εορτάζεται στις 25 Δεκεμβρίου, την ίδια μέρα που γιορταζόταν η γέννηση του παλαιού Θεού Μίθρα, του «αήττητου Θεού Ήλιου» που ήταν θεός όλων των ηλιακών θεοτήτων της ειδωλολατρίας. Με την αλλαγή και την στροφή των ανθρώπων προς άλλους θεούς, ο «Αήττητος Θεός Ήλιος», έπεσε και τη θέση του την πήρε ο «Ήλιος της Δικαιοσύνης» ο Χριστός.
ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ή ΣΑΝΤΑ ΚΛΑΟΥΣ: Για τις χώρες της Δύσης αυτός που φέρνει τα δώρα στους φτωχούς και τα παιδιά είναι ο Άγιος Νικόλαος ή Santa Clause, τον οποίο στην Ελλάδα γιορτάζουμε στις 6 Δεκεμβρίου και τον θεωρούμε προστάτη των Ναυτικών. Στην Ιστορία του Αγίου Νικολάου, ως προστάτη των φτωχών και των παιδιών, οι λαοί του βορρά ανάμιξαν και στοιχεία από αρχαιότερους μύθους, όπως τα ξωτικά, το άστρο του βορρά, το έλκηθρο. Έτσι δημιουργήθηκε ο μύθος του Σάντα Κλάους, ενός ευτραφούς τύπου με στρογγυλά γυαλιά λευκά γένια, κόκκινη στολή και μαγικές ικανότητες, ο οποίος κατοικεί στο Βόρειο Πόλο και περιστοιχίζεται από νεράιδες του χιονιού και ξωτικά. Ο Άγιος Νικόλαος εικονογραφείται στην ορθόδοξη παράδοση, ως γέροντας, ασπρογένης επίσκοπος και επειδή την πρώτη του Γενάρη γιορτάζει ο Άγιος Βασίλειος και συνηθίζουμε να προσφέρουμε δώρα την Πρωτοχρονιά, συνδυάστηκε το όνομα του εορτάζοντος Αγίου Βασιλείου με τη μορφή του άλλου Αγίου, του Αγίου Νικολάου, ο οποίος θεωρείται στη Δύση ως ο καλός παππούς Άγιος, που μοιράζει τα δώρα.
ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:
«Χιόνι του Δεκεμβριού, χρυσάφι του καλοκαιριού».
«Το τραγούδι με τον τρύγο, το Δεκέμβρη παραμύθι».
«Η αγία Βαρβάρα βαρβαρώνει (το κρύο), ο αϊ-Σάββας σαβανώνει κι ο αϊ-Νικόλας παραχώνει».
«Να ‘ναι Χριστούγεννα στεγνά, τα Φώτα χιονισμένα και τα Λαμπρά βρεχούμενα, τα αμπάρια γεμισμένα».
«Άγια Βαρβάρα γέννησε [το χιόνι] και ο Σάββας το εδέχθη, και ο Αϊ Νικόλας έτρεξε να πάει να το βαφτίσει».
«Άγια Βαρβάρα μίλησε και ο Σάββας απλοήθη , μαζώχτε ξύλα και άχυρα και σύρτε και στον μύλο Άγιο Νικόλας έρχεται στα χιόνια φορτωμένος».
«Αγια Βαρβάρα μίλησε και Σάββας αποκρίθει κι Αγιονικόλας έτρεξε να πάει να λειτουργήσει».
«Απ’ τα Νικολοβάρβαρα αρχίζει ο χειμώνας».
«Γύρω γύρω του Χριστού, η κορφή του χειμωνιού».
«Δεκέμβρη μου, με πάγωσες και πώς να ξεπαγιάσω».
«Δεκέμβριος, Χριστού γέννηση και καλός μας Χρόνος».
«Το Νοέμβρη και Δεκέμβρη φύτευε καταβολάδες».
«Το τραγούδι με τον τρύγο, το Δεκέμβρη παραμύθι.
«Χειμωνιάτικη γέννα, καλοκαιρινή χαρά».
«Χιόνι του Δεκεμβρίου, χρυσάφι του καλοκαιριού».

users.sch.gr