Το παιδί στην Αρχαία Ελλάδα



Αλήθεια, πόσο διαφορετικά ζούσαν τα παιδιά της αρχαιότητας από εμάς; Πήγαιναν σχολείο; Τι έτρωγαν; Έπαιζαν; Και τι παιχνίδια; Για να απαντήσουμε τα ερωτήματά μας συλλέξαμε πληροφορίες για τη ζωή του παιδιού στην αρχαία Ελλάδα, κατασκευάσαμε αντικείμενα της καθημερινότητάς του, παίξαμε τα παιχνίδια του και με ένα θεατρικό δρώμενο μεταφέραμε γονείς και παιδιά στην αρχαία Αθήνα!

Αρχαία Αθήνα
Στην Αρχαία Αθήνα, η θέση της γυναίκας-μητέρας ήταν πολύ υποβιβασμένη. Όλη τη μέρα ήταν κλεισμένες στο σπίτι κι ασχολούνταν με τις οικιακές δουλειές. Ανάλογη ήταν και η αγωγή των κοριτσιών, τα οποία τα μάθαιναν να ράβουν και να γνέθουν ενώ μάθαιναν ελάχιστα να γράφουν και να διαβάζουν. Δεν έβγαιναν έξω από το σπίτι χωρίς συνοδεία δούλων

Από την άλλη, τα αγόρια είχαν περισσότερα πλεονεκτήματα όσον αφορά την διαπαιδαγώγησή τους. Ως τα επτά χρόνια τους έμεναν στο σπίτι αγράμματα και μετά τα πήγαιναν να μορφωθούν σε ιερατεία ή αν είχαν την οικονομική ευχέρεια ανάθεταν την διαπαιδαγώγησή τους σε δασκάλους.

Πολλοί πλούσιοι ανάθεταν την ανατροφή των βρεφών σε δούλες ή σε παιδαγωγούς δούλους.

Αρχαία Σπάρτη
Στην αρχαία Σπάρτη, η κατάσταση ήταν πολύ πιο διαφορετική από εκείνη της Αθήνας. Η θέση της γυναίκας-μητέρας δεν ήταν υποβαθμισμένη και τύγχανε του ιδίου σεβασμού με τον άντρα-πατέρα. Η ίδια μορφωνόταν, -όχι βέβαια όπως ο άντρας- και προσπαθούσε να έχει γνώμη για όλα τα θέματα, ακόμα και για τα πολιτικά.

Η καλύτερη θέση της γυναίκας -σε σύγκριση με την Αθήνα- στην αρχαία Σπάρτη, είχε ως αποτέλεσμα την αγωγή των παιδιών να την αναλαμβάνουν οι γονείς ως τα έξι χρόνια τους.
Κατόπιν τα αγόρια πήγαιναν σε στρατόπεδα για να διαμορφωθούν ως ικανοί πολεμιστές (ηρωικό ιδεώδες της αγωγής) και την αγωγή τους την αναλάμβαναν παιδοκόμοι.
Τα κορίτσια λάβαιναν αισθητική αγωγή μετά τα δέκα τους χρόνια.
Εκπαίδευση
Ο Παιδαγωγός, οικιακός δούλος, συνόδευε το παιδί στο Διδασκαλείο. Από τον πρώτο του δάσκαλο ο μικρός Αθηναίος μάθαινε ανάγνωση, συλλαβισμό, γραφή, αριθμητική.
Αργότερα τον αναλάμβανε ο Κιθαριστής για να τον μυήσει στην τέχνη της μουσικής. Αφού το παιδί αποκτούσε αυτές τις στοιχειώδεις γνώσεις, ερχόταν σε επαφή με την ηρωική και διδακτική ποίηση (Όμηρο-Ησίοδος), καθώς και με τη λυρική.
Μάθαινε επιπλέον χορό, ζωγραφική, χειροτεχνία και γεωμετρία. Ο Παιδοτρίβης φρόντιζε για τη σωματική εκγύμναση των μαθητών στην Παλαίστρα («πένταθλον» και «παγκράτιον»).

Παιχνίδια
ΠΛΑΤΑΓΗ:
Ένα από τα πρώτα παιχνίδια που έπαιζαν τα μωρά στην αρχαιότητα ήταν «η πλαταγή», μια πήλινη κουδουνίστρα, που την έβαζαν στο χέρι του και με τον ήχο που έκαναν τα πετραδάκια που είχε μέσα, το έκαναν να ξεχνιέται και να σταματά τα κλάματα.

ΑΘΥΡΜΑ, ΚΥΛΙΝΤΡΟ, ΑΠΟΡΡΑΞΙΣ:
Αγαπημένο παιχνίδι των μεγαλύτερων σε ηλικία αγοριών ήταν «το άθυρμα», ένα πήλινο αλογάκι πάνω σε ρόδες, που το έσερναν σε όλο το σπίτι. Το παιχνίδι όμως που λαχταρούσαν όλα τα αγόρια ήταν ένα «αμαξάκι με ρόδες». Συνήθως το έσερναν τα αγαπημένα τους σκυλιά κι όταν αυτά κουράζονταν το έσερναν τα παιδιά μόνα τους. Συνηθισμένο παιχνίδι ήταν «ο τροχός».
Άλλο παιχνίδι ήταν «η απόρραξις». Παιζόταν από κορίτσια με τη «σφαίρα», μπάλα από δέρμα ή κομμάτια ύφασμα, ραμμένα και παραγεμισμένα με αλογότριχες, άχυρο ή μαλλί. Τα αγόρια, πετώντας την μπάλα με τα χέρια, προσπαθούσαν να την περάσουν στο στόμιο ενός αγγείου, κάτι σαν τη σημερινή καλαθοσφαίριση. Ο νικημένος έπρεπε να πάρει στην πλάτη το νικητή. Αυτό ονομαζόταν «εφεδρισμός».

ΧΑΛΚΗ ΜΥΙΑ (ΤΥΦΛΟΜΥΓΑ):
Κανόνες του παιχνιδιού από τα αρχαία χρόνια:Δένανε με ένα μαντίλι τα μάτια ενός παιδιού και έλεγε: «χαλκή μύγα θα κυνηγήσω» και οι άλλοι αποκρίνονταν: «θα κυνηγήσεις μα δεν θα την πιάσεις» και τον χτυπούσαν με τις ζώνες τους μέχρι να πιάσει ένα παιδί.

ΑΚΙΝΗΤΙΝΔΑ (ΑΓΑΛΜΑΤΑΚΙΑ):
Το αρχαίο παιχνίδι ακινητίνδα παίζεται και σήμερα με το όνομα αγαλματάκια, μόνο που υπάρχουν κάποιες διαφορές. Στην ακινητίνδα, οι παίχτες μόλις δοθεί το σύνθημα πρέπει να μείνουν ακίνητοι σε όποια στάση βρίσκονται. Εκείνος που θα κουνηθεί βγαίνει από το παιχνίδι. Στα αγαλματάκια, βρίσκονται όλα τα παιδιά στη γραμμή εκτός από ένα. Αυτό το παιδί βρίσκεται περίπου πέντε μέτρα μακριά από τα άλλα παιδιά και με γυρισμένη πλάτη λέει: «Αγαλματάκια ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα, μέρα ή νύχτα.Τα υπόλοιπα παιδιά όταν μιλάει κουνιούνται, όταν όμως ρωτάει απαντούν «μέρα» ή «νύχτα». Αν πουν «νύχτα» συνεχίζεται το παιχνίδι και αν πουν «μέρα» γυρνάει και μένουν όλοι αγάλματα. Τότε όποιος κουνηθεί μπαίνει στη θέση του παιδιού και ξαναρχίζει το παιχνίδι.

ΜΠΑΛΑ:
Αυτό το παιχνίδι παίζεται ως εξής: το ένα παιδί πετά με δύναμη, τη μπάλα και εκείνη σκάει στο έδαφος και τη πιάνει ένα άλλο παιδί. Αυτό γίνεται συνεχώς και έτσι συνεχίζεται το παιχνίδι. Η μπάλα τους ήταν φτιαγμένη από δέρματα ζώων.

ΠΕΝΤΕΛΙΘΑ (ΠΕΝΤΟΒΟΛΑ):
Τα πεντόλιθα είναι ένα αρχαίο παιχνίδι. Παίζεται όμως ακόμα και σήμερα. Στο παιχνίδι αυτό μπορούσαν να παίξουν όσα παιδιά ήθελαν. Το κάθε παιδί είχε συγκεντρωμένα πέντε βοτσαλάκια κοντά στα πόδια του. Ο κάθε παίχτης πέταγε ένα βοτσαλάκι ψηλά και έπρεπε να το ξαναπιάσει αφού πρώτα είχε πάρει από κάτω ένα ακόμα βοτσαλάκι.

H ΑΠΟΔΙΔΡΑΣΚΙΝΔΡΑ:
Ένας παίκτης κλείνει τα μάτια του και οι άλλοι τρέχουν να κρυφτούν σε ορισμένο χρόνο .Ο παίκτης ανοίγει τα μάτια του και ψάχνει να τους βρει. Κάθε φορά που βρίσκει έναν , πρέπει να προλάβει να τρέξει πρώτος στη θέση του , αλλιώς χάνει .

ΤΟ ΚΟΛΛΑΒΙΖΕΙΝ:
Ένας παίκτης στέκεται όρθιος και με το χέρι του σκεπάζει τα μάτια του .Ένας άλλος τον κτυπά και συγχρόνως τον ρωτά με ποιο χέρι τον κτύπησε

ΑΣΚΩΛΙΑΣΜΟΣ (ΑΣΚΙ):
Στην αρχαιότητα το παιχνίδι αυτό ήταν ένα είδος ακροβασίας και παιζόταν κατά κύριο λόγο στις γιορτές του Διονύσου: Οι παίκτες ανέβαιναν με το ένα πόδι πάνω σε ένα φουσκωμένο ασκί αλειμμένο με λάδι και ο καθένας φανέρωνε την επιδεξιότητά του στην ισορροπία και στην ευλυγισία . Τις περισσότερες φορές ο παίκτης έπεφτε κάτω, πράγμα που διασκέδαζε τους άλλους παίκτες, οι οποίοι αδιαφορούσαν για το αν θα γελούσαν το ίδιο και οι άλλοι μ? αυτούς, όταν σε λίγο ,που θ? ανέβαιναν κι΄ αυτοί στο λαδωμένο ασκί θα πάθαιναν τα ίδια . Το παιχνίδι αυτό παίζεται και σήμερα στην Ήπειρο με την ονομασία Ασκί.

Η ΣΚΑΠΕΡΔΑ (ΔΙΕΛΚΥΣΤΙΝΔΑ):
Οι παίκτες καρφώνουν στο χώμα ένα δοκάρι που στο μέσο του έχει μια τρύπα από όπου περνούν ένα σκοινί. Στις δύο άκρες του, δένεται από ένας παίκτης, έτσι ώστε ο ένας να μην κοιτά τον άλλο, και προσπαθούν τραβώντας με δύναμη, να φέρουν ο ένας τον άλλον κοντά στη δοκό. Το παιχνίδι αυτό παίζεται και με ισάριθμους σε κάθε πλευρά παίκτες.

ΤΟ ΑΣΤΡΑΓΑΛΙΖΕΙΝ:
Το αστραγαλίζειν , το παιχνίδι δηλαδή με τους αστράγαλους ή αλλιώς τα κότσια , είναι από τα πιο αγαπημένα ,τόσο των αγοριών, όσο και των κοριτσιών. Τους αστράγαλους τους μαζεύουν από τα πίσω πόδια των κατσικιών και των αρνιών . Καμιά φορά αντί για αστράγαλους χρησιμοποιούν πετρούλες ή καρύδια και αμύγδαλα που τους αρέσουν και να τα τρωνε ! Τα παιδία έπαιζαν και τους «αρτιάζειν αστραγάλους» , τα μόνα ζυγά . Έκρυβε ο ένας του αστραγάλους στο χέρι του κι ο άλλος προσπαθούσε να μαντέψει αν ο αριθμός των αστράγαλων ήταν μονός ή ζυγός, δηλαδή περιττός ή άρτιος.

ΑΠΟΡΡΑΞΙΣ:
Οι παίκτες κτυπούν τη μπάλα με δύναμη στο έδαφος ώστε να αναπηδήσει. Έπειτα την πιάνουν και την ξανακτυπούν. Όποιος παίκτης πετύχει τα πιο πολλά κτυπήματα κερδίζει . Άλλοτε πάλι πετούν τη μπάλα στον τοίχο και πρέπει να την πιάσουν πριν πέσει στο έδαφος. Το παιχνίδι αυτό μπορούν να παίζουν μόνοι τους ή ανά δυο.

ΕΙΣ ΩΜΙΛΛΑ:
Οι «μεγάλοι» της παρέας έπαιζαν το εις ώμιλλαν, τις ομάδες. Είχαν χαράξει έναν κύκλο στο χώμα και προσπαθούσαν, σημαδεύοντας από ένα ορισμένο σημείο, να στείλουν τον αστράγαλο τους μέσα στον κύκλο. Είχαν ορίσει από πριν ότι ο καθένας είχε δέκα βολές. Ο νικητής σχεδίαζε το κύκλο, αποφάσιζε τη διάμετρο, καθώς και το σημείο βολής.

Η ΙΥΓΞ:
Ανάμεσα στα παιχνίδια που προτιμούν τα παιδιά, είναι η Ίυγξ. Σε ένα ξύλινο συνήθως τροχίσκο ανοίγουν δυο τρύπες, περνούν διπλή κλωστή και αφού την περιστρέψουν, μια τραβούν και μια χαλαρώνουν. Ο ήχος που παράγεται θυμίζει ένα πουλί, την ίυγγα, δηλαδή την μυρμηγκοφάγο, από το οποίο πήρε και το όνομα του το παιχνίδι. Λένε μάλιστα πως ανάλογα με τον ήχο μπορούν να κάνουν διάφορες προβλέψεις.

ΤΡΟΧΟΣ:
Οι τροχοί είναι συνήθως χάλκινοι και υπάρχουν μεγαλύτεροι και μικρότεροι. Η διάμετρος τους κυμαίνεται ανάμεσα στα 80 και 130 εκατοστά. Ο τροχός δεν είναι όμως μόνο παιχνίδι. Τον χρησιμοποιούσαν και στις παλαίστρες, όπου γυμνάζονταν οι νέοι. Ο Ιπποκράτης μάλιστα, ο φημισμένος γιατρός, στο βιβλίο του «Περί Διαίτης», τον συστήνει σε όσους θέλουν να κρατηθούν σε καλή φυσική κατάσταση.

Διατροφή
Ένα πρωινό αρχίζει με ψωμί, τυρί και ελιές.
Τις διατροφικές συνήθειες των αρχαίων Ελλήνων χαρακτήριζε η λιτότητα, κάτι που αντικατόπτριζε τις δύσκολες συνθήκες υπό τις οποίες διεξαγόταν η ελληνική γεωργική δραστηριότητα. Θεμέλιο τους ήταν η λεγόμενη «μεσογειακή τριάδα»: σιτάρι, λάδι και κρασί.
Στη βάση της διατροφής των αρχαίων Ελλήνων συναντούμε τα δημητριακά, ζεία και σε περιπτώσεις ανάγκης μείγμα κριθαριού με σιτάρι, από το οποίο παρασκευαζόταν ο άρτος. Τα δημητριακά συνοδεύονταν συνήθως από οπωροκηπευτικά (λάχανα, κρεμμύδια, φακές και ρεβύθια). Η κατανάλωση κρέατος και θαλασσινών σχετιζόταν με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας, αλλά και με το αν κατοικούσε στην πόλη, στην ύπαιθρο ή κοντά στη θάλασσα. Οι Έλληνες κατανάλωναν ιδιαιτέρως τα γαλακτοκομικά και κυρίως το τυρί. Το βούτυρο ήταν γνωστό, αλλά αντί αυτού γινόταν χρήση κυρίως του ελαιόλαδου. Το φαγητό συνόδευε κρασί (κόκκινο, λευκό ή ροζέ) αναμεμειγμένο με νερό.

Ενδυμασία
Κανονικά το κορίτσι φοράει ένα χιτώνα, μια απλή ρόμπα φτιαγμένη από ένα κομμάτι λινό ύφασμα ( ή μάλλινο το χειμώνα )ραμμένο στην κάτω άκρη, αλά αφημένο ανοιχτό στην κορυφή.
Αν και δεν έχει διατηρηθεί κάποιο ρούχο μέχρι τις μέρες μας, αντλούμε πληροφορίες από άλλα ευρήματα όπως αγάλματα, αγγεία και άλλες καλλιτεχνικές απεικονίσεις. Τα ρούχα ήταν, σχεδόν αποκλειστικά, χειροποίητα φτιαγμένα στο σπίτι και χρησιμοποιούνταν και ως κλινοσκεπάσματα ή στρωσίδια. Παρά την γενική αντίληψη ότι τα ρούχα ήταν όλα λευκά, στην πραγματικότητα, σύμφωνα με ίχνη χρωμάτων σε αγάλματα και από συμπεράσματα βάσει αγγείων, τα υφάσματα που φορούσαν οι αρχαίοι Έλληνες είχαν αρκετά έντονα χρώματα και τα ρούχα ήταν περίτεχνα διακοσμημένα. Άνδρες και γυναίκες φορούσαν ένα εσωτερικό ρούχο, είτε τον πέπλο είτε τον χιτώνα, και ένα εξωτερικό, το ιμάτιον. Ο πέπλος ήταν από πιο βαρύ ύφασμα, μάλλινος συνήθως ενώ ο χιτώνας ήταν ελαφρύτερος, από λινό ύφασμα.

18ο Δημοτικό Σχολείο Ρόδου
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι
Posted by hamomilaki Anthemis at 07:56

Παιδικά παιχνίδια στης αρχαιότητας


Επισκεφθήκαμε το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και εντοπίσαμε, με τη βοήθεια της δρ. Μαρίας Λαγογιάννη-Γεωργακαράκου, αρχαιολόγου και διευθύντριας του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, τα παιχνίδια –αθύρματα, όπως ονομάζονταν στην αρχαιότητα− που κρύβονται ανάμεσα στα χιλιάδες εκθέματά του, παιχνίδια με τα οποία εξακολουθούν να παίζουν τα παιδιά μέχρι σήμερα.

Βρήκαμε και το ειδώλιο που ενέπνευσε τους δημιουργούς του Φοίβου και της Αθηνάς, των μασκότ των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.


Κουδουνίστρα-σκυλάκι από την Αθήνα, 3ος αι. μ.Χ. Η πλαταγή, όπως λεγόταν, ήταν πήλινη κουδουνίστρα, με την οποία πίστευαν ότι ξεγελούσαν και τα κακά πνεύματα που παραμόνευαν γύρω από τη βρεφική κούνια.


Πήλινες πλαγγόνες (κούκλες) με κινητά μέλη, 4ος και 5ος αι. μ.Χ. Οι πλαγγόνες ήταν αγαπημένα παιχνίδια των κοριτσιών και αυτές που διέθεταν κινητά μέλη παίζονταν όπως οι σημερινές κούκλες. Τις έντυναν με ρούχα, τα οποία έραβαν οι γυναίκες του σπιτιού γι’ αυτόν το σκοπό.

Eκτός από τη διασκέδαση, οι κούκλες εισήγαν τον νεαρό γυναικείο πληθυσμό στον κατά προορισμό ρόλο τους: να είναι καλές σύζυγοι, νοικοκυρές και μητέρες υγιών παιδιών.


Στρόβιλος (σβούρα) από το Καβείριο της Θήβας, 5ος αι. π.Χ. Oι σβούρες ήταν αγαπημένα παιχνίδια των παιδιών και των νεαρών γυναικών, όπως φαίνεται σε παραστάσεις αγγείων. Αλλά και ο προστάτης των παιδικών παιχνιδιών Ερμής έχει απαθανατισθεί να απολαμβάνει το παιχνίδι αυτό.
Οι στρόβιλοι ήταν γνωστοί από τους προϊστορικούς χρόνους, διαδόθηκαν όμως ιδιαιτέρως από τους αρχαϊκούς χρόνους και εξής. Κατασκευάζονταν από ξύλο ή, πολύ συχνά, από πηλό. Κάποιοι ήταν διακοσμημένοι με φύλλα κισσού ή ανθέμια ή έφεραν παραστάσεις ζώων.

apocalypsejohn.com

Η πειθαρχία στην αρχαία Ελλάδα



Πολλές μελέτες έχουν γραφτεί με θεμα τα στρατηγήματα και τις τακτικές που εφάρμοζαν στα Πεδία της Μάχης οι Αρχαίοι Έλληνες, επιτυγχάνοντας αποφασιστικό αποτέλεσμα για την Τροπή της Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Ιστορίας.

Στην αρχαία Ελλάδα, ο Ελληνικός στρατός γενικά αποτελείτο από γυμνασμένους άνδρες, με πολεμική περιβολή (θώρακας, περικνημίδες, περικεφαλαία) και με επιδεξιότητα στην χρήση οπλών (ακόντιο, σφενδόνα, τόξο, ξίφος).

Καλύτεροι σφενδονιστές ήταν οι Ρόδιοι, καλύτεροι τοξότες οι Κρήτες, καλύτεροι ακοντιστές οι Ακαρνάνες (από την Ακαρνανία) και οι Αγριάνες (λαός στον Στρυμόνα) και καλύτεροι πελταστές (βλ. παρακάτω) οι Θράκες.

Ο στρατός των αρχαίων Ελλήνων ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε στρατιωτικούς σχηματισμούς στη μάχη, καθώς και το τρέξιμο με ιαχές στην επίθεση κατά των εχθρών.

Η ναυτική υπερδύναμη της εποχής ήταν η Αθήνα. Είναι γνωστές οι περίφημες τακτικές των Αθηναίων που παραπλανούσαν τον εχθρό τους αλλάζοντας τους σχηματισμούς του στόλου τους. Στον στρατό ξηράς, ο Ελληνικός στρατός χρησιμοποίησε από τον 5ο αιώνα π.Χ., πολύ πριν από τον ρωμαϊκό (που είχε μισθοφορικό στρατό από Ρωμαίους και ξένους άνδρες), πολιορκητικές μηχανές όπως πολιορκητικούς κριούς, καταπέλτες και πολιορκητικούς πύργους.

Οι Ρωμαίοι αντέγραψαν το αρχαιοελληνικό στρατιωτικό πρότυπο: τον εξοπλισμό (οπλίτες, ιππείς, πελταστές, ακοντιστές, τοξότες, σφενδονιστές), τις πολεμικές κατασκευές (τριήρεις, πολιορκητικές μηχανές) και την στρατηγική, τόσο στο πεζικό, όσο και στο ναυτικό.

Οι Έλληνες Συρακούσιοι στον πελοποννησιακό πόλεμο – στην Σικελική Εκστρατεία (415 – 413 π.Χ.) είχαν Ιταλούς μισθοφόρους στους οποίους έμαθαν την τέχνη του πολέμου. Οι Έλληνες είχαν και σαλπιγκτές για τα στρατιωτικά παραγγέλματα στις μάχες, καθώς και αυλητές που συντόνιζαν το βήμα των στρατιωτών

Επιστρέφοντας στον σπαρτιατικό στρατό, πρέπει να σημειωθεί ότι ήταν ο πρώτος που εφήρμοσε τους στρατιωτικούς σχηματισμούς στη μάχη και μάλιστα αλλάζοντάς τους κατά την διάρκειά της. Αυτό έγινε πολύ πριν από την εμφάνιση της μακεδονικής φάλαγγας που δημιούργησε – περίπου το 338 π.Χ. – ο Μακεδόνας βασιλιάς Φίλιππος ο Β΄ (8).

Οι Λακεδαιμόνιοι οπλίτες έφεραν σκούρα κόκκινη επωμίδα ή θώρακα (οι πιο βαριά οπλισμένοι), δόρυ, ασπίδα στην οποία ενεγράφετο το χαρακτηριστικό μεγάλο Λ (=Λακεδαιμόνιοι), καθώς και μικρό εγχειρίδιο (φονικό μαχαίρι): την ξυήλη. Οι στρατιώτες συγχρόνιζαν το βήμα τους με τη μουσική αυλών. Κατά την διάρκεια της μάχης γινόταν αλλαγή των σχηματισμών κατά τέτοιον τρόπο, ώστε οι καλύτεροι πολεμιστές να είναι στην πρώτη γραμμή.

Αν ο εχθρός διασπούσε το σχηματισμό, τότε τους πεσόντες στρατιώτες αντικαθιστούσαν άλλοι οπλίτες που ήταν σκορπισμένοι στην περιοχή της μάχης.
Ο σπαρτιατικός στρατός, επίσης, χρησιμοποίησε και άλλα πολεμικά τεχνάσματα, τα λεγόμενα «κλέμματα΄΄. Τέτοιο κλέμμα ήταν, για παράδειγμα, η προσποίηση ότι ο σπαρτιατικός στρατός ήταν σε κατάσταση αδρανείας, για να παραπλανηθεί ο εχθρός. Πάντως και ο σπαρτιατικός και ο μακεδονικός στρατός, αποτέλεσαν πρότυπο οργάνωσης και τακτικής. Ομοίως και άλλοι στρατοί όπως των Αθηναίων και των Βοιωτών.

Ήδη κατά την ύστερη αρχαιότητα, Έλληνες και Ρωμαίοι συγγραφείς μέχρι και σύγχρονοι ακαδημαϊκοί, εξετάζουν το αντικείμενο από μία σχετική απόστασι, είτε σαν να παρακολουθούν επί χάρτου τις τακτικές κινήσεις των αντιπάλων στρατευμάτων, είτε σε γεωστρατηγικό και πολιτικό επίπεδο σε συσχετισμό με τις συνθήκες της υπό εξέτασι περιόδου .

Παρέβλεψαν όμως, σχεδόν όλοι, να ασχοληθούν και να εξετάσουν, το ίδιο το κύτταρο που γέννησε την ανάγκη χρησιμοποιήσεως αυτών των τακτικών και στρατηγικών εφαρμογών, το στοιχείο που επέδρασε τόσο καταλυτικά στην διαμόρφωσι του πεδίου της μάχης και του κοινωνικού γίγνεσθαι, που δεν είναι άλλο παρά η Επινόησι και Εισαγωγή της Οπλιτικής Φάλαγγος!

Πώς και από ποιους δομείται; πως διοικείται; πως κινείται; τι είναι αυτό που καταβάλλει τον αντίπαλο; και πως νοιώθει κάποιος που ανήκει σε αυτήν;… Ίσως οι σύγχρονοί της, εκ συναφείας και εγγύτητος, κάποια πράγματα τα θεώρησαν αυτονόητα και τετριμμένα για να τα αναφέρουν με αποτέλεσμα να τους διαφύγουν.

Ενώ οι σύγχρονοι μελετητές λόγω χρονικής αποστάσεως και ελλιπούς βιβλιογραφίας, είτε δεν τους απασχόλησε είτε δεν τόλμησαν να το αγγίξουν. Εκπληκτική βέβαια εξαίρεσι αποτελεί η αξιολογότατη μελέτη του Victor Davis Hanson με τίτλο: «Ο Δυτικός Τρόπος Πολέμου» η οποία καταπιάνεται με ακριβώς αυτό το αντικείμενο!

Στο παρόν άρθρο λοιπόν, θα ασχοληθούμε ειδικά με την επινόησι και χρήσι των Αρχαίων Ελληνικών Παραγγελμάτων και Ασκήσεων Ακριβείας Οπλιτικής Φάλαγγος, και καθόλου με τα λοιπά από τα παραπάνω ερωτήματα, αφού θα αποτελέσουν αντικείμενα ιδιαιτέρων άρθρων.

Από τα Βιβλία στην Πράξη!

Όπως είναι φυσικό λοιπόν, η επιτυχία της Φάλαγγος στο Πεδίο της Μάχης ήταν άμεση συνάρτησι της ακριβείας και συγχρονισμού των κινήσεών της και σαφώς του βαθμού πειθαρχίας αυτών που την απάρτιζαν. Διεφάνη αμέσως λοιπόν η ανάγκη καθιερώσεως μίας μεθόδου ώστε να καταστεί δυνατή η μετατροπή ενός μεγάλου αριθμού ανθρώπων, από μία απλή συνάθροισι ενός ατάκτου πλήθους, σε μία συγχρονισμένη, συμπαγή και αποφασιστική πολεμική μηχανή, με άριστη διάταξι σε γραμμές και στοίχους. Βεβαίως ο κάθε ένας οπλίτης χωριστά, δεν έπαυε να αποτελεί ξεχωριστή προσωπικότητα, με ατομικό χαρακτήρα, ανάγκες και επιθυμίες!!

Η λειτουργία όμως της Φάλαγγος προϋπέθετε την αυτοπροαίρετη και εθελοντική υποβολή των προσωπικών αναγκών και ενσυνείδητη πειθαρχία των κινήσεων και αποφάσεων του κάθε οπλίτου χωριστά.

Έτσι λοιπόν γεννήθηκε και το απαύγασμα της Ελληνικής Κοινωνικής Συνειδήσεως που είναι η υποταγή του προσωπικού συμφέροντος στο Συλλογικό!
Έτσι δομήθηκαν ευνομούμενες πολιτείες αποτελούμενες από ευσυνειδήτους, παραγωγικούς και ενεργούς Πολίτες, που μέχρι σήμερα θαυμάζουμε και ζηλεύουμε, σαν να αποτελούν άφθαστο όνειρο!!

Επομένως υπό συγκεκριμένη στρατιωτική διοίκησι, ΕΝΑΣ αποφάσιζε ποια θα ήταν η επόμενη κίνησι της Φάλαγγος, αλλά κοινή ενσυνείδητη συναπόφασι ΟΛΩΝ των Οπλιτών ήταν η σύγχρονη και ακριβής εκτέλεσι της συγκεκριμένης κινήσεως στον συγκεκριμένο χρόνο!

Αυτό βεβαίως, γέννησε την αμέσως επόμενη πρακτική ανάγκη: Της καθιερώσεως ενός σαφούς και συνοπτικού τρόπου μεταφοράς των διαταγών του επικεφαλής μέχρι και τον τελευταίο οπλίτη με τρόπο που να είναι πλήρως κατανοητός από όλους και με κοινή ορολογία.
Έτσι λοιπόν προέκυψε η επινόησι των Παραγγελμάτων που δεν είναι παρά μία κωδικοποίησι σειράς ενεργειών και κινήσεων σε συγκεκριμένο χρόνο, μετά από εκφώνησι μίας συντόμου και κοφτής φράσεως ή λέξεως από τον επικεφαλής.

Με σκοπό βεβαίως να καταστούν αυτές οι κινήσεις αποτελεσματικές και συγχρονισμένες στο πεδίο της μάχης, καθιερώθηκαν οι από την περίοδο της ειρήνης Ασκήσεις Ακριβείας για την εξάσκησι και προετοιμασία των Οπλιτών.

Όσο πιο ακριβείς ήταν στην εκτέλεσί τους οι Οπλίτες, τόσο πιο αποτελεσματικοί ήταν στο πεδίο της Μάχης, όπως αποδεικνύει περίτρανα το παράδειγμα των Σπαρτιατών που όχι μόνον είναι οι γεννήτορες της Ιδέας της Φάλαγγος αλλά είχαν αναγάγει την Στρατιωτική Αγωγή σε πραγματική τέχνη, καθιστώντας τους αναντιρρήτως Πρότυπα Πολεμικής Αρετής, ανά τους αιώνες!

Από την αρχαιότητα μέχρι και τις μέρες μας στον σύγχρονο Στρατό, λέμε ότι ο δείκτης πειθαρχίας ενός τμήματος είναι ο βαθμός ακριβείας κατά την εκτέλεσι ασκήσεων ακριβείας!

Μας παραδίδεται μάλιστα από αρχαίους ιστορικούς, η έκπληξη στα μάτια των Περσών βλέποντας από μακρυά την προέλαση της Μακεδονικής Φάλαγγος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, την οποία παρομοίασαν άψογα λέγοντας, ότι ήταν τόσο τέλεια ζυγημένοι και στοιχημένοι οι οπλίτες κατά την κίνηση τους, που από απόσταση δεν έμοιαζαν για ένα πλήθος ανθρώπων, αλλά σαν καρφιά καρφωμένα σε τέλειες γεωμετρικές θέσεις επί μίας κυλιομένης σανίδος!!! Και αυτή η εικόνα από μόνη της, τους έκανε να κυριευτούν από τρόμο.

Το διαβάσαμε από το: Όταν οι Έλληνες νικούσαν τους πάντες – Η πειθαρχία στην Αρχαία Ελλάδα http://thesecretrealtruth.blogspot.com/2018/07/blog-post_8709.html#ixzz5MkE56jKP

Θερινές διακοπές στον αρχαίο κόσμο

Στην αρχαία Ελλάδα οι άνθρωποι ταξίδευαν συχνά. Προτιμούσαν μάλιστα τις μετακινήσεις μέσω θαλάσσης – όχι βέβαια το καταχείμωνο – αφού ένα ταξίδι με πλεούμενο ήταν πιο ασφαλές, πιο άνετο και πιο γρήγορο. Πολλοί ήταν οι λόγοι που τους έκαναν να αφήνουν για λίγο την πόλη τους, λόγοι επαγγελματικοί, λόγοι υγείας, όταν πήγαιναν να επισκεφτούν κάποιο διάσημο ιατρικό κέντρο, όπως τα ασκληπιεία της Επιδαύρου και Κω, λόγοι θρησκευτικοί.

Επισκέπτονταν μεγάλα ιερά, όπως π.χ. αυτό της Ολυμπίας, για να συμμετάσχουν στα λατρευτικά δρώμενα και να παρακολουθήσουν τους Ολυμπιακούς αγώνες, παρευρίσκονταν σε περίφημες γιορτές, όπως ήταν τα Παναθήναια και τα Μεγάλα Διονύσια στην Αθήνα – στα τελευταία μάλιστα είχαν τη δυνατότητα να απολαύσουν και τις μοναδικές θεατρικές παραστάσεις των μεγάλων τραγικών-, πήγαιναν σε ιερά-μαντεία, όπως αυτό του Απόλλωνος στους Δελφούς, για να ζητήσουν τη γνώμη της θεότητας προκειμένου να αντιμετωπίσουν κάποιο πρόβλημά τους. Υπήρχαν ακόμη ορισμένοι, οπωσδήποτε λίγοι σε αριθμό, που ταξίδευαν για να γνωρίσουν τον κόσμο και τα αξιοθέατά του.

Αυτοί που πρώτοι καθιέρωσαν διακοπές για ξεκούραση ήταν οι αρχαίοι Ρωμαίοι. Οι πλουσιότεροι μάλιστα από αυτούς διέθεταν περισσότερες από μια εξοχικές κατοικίες, έτσι ώστε οι διακοπές τους να μη καταντούν μονότονες από τη διαμονή στα ίδια μέρη.

Οι εξοχικές αυτές επαύλεις εμφανίζονται από το δεύτερο προχριστιανικό αιώνα, όταν γίνεται πιο ευκρινής και η διάκριση ανάμεσα στην ιδιωτική και τη δημόσια ζωή του Ρωμαίου αριστοκράτη. Η εξοχική κατοικία αντιπροσώπευε την έννοια του otium (= σχόλη, ζωή στο ύπαιθρο) σε αντιδιαστολή προς την έννοια του negotium (= καθήκον, πολιτική δραστηριότητα). Ως τόποι διακοπών προτιμούνταν και τότε παραθαλάσσιες θέσεις, όπως και καταπράσινες πλαγιές ορεινών περιοχών με υγιεινό κλίμα.

Η αριστοκρατία π.χ. της Ρώμης έδειχνε ιδιαίτερη προτίμηση στον κόλπο της Νεάπολης και στους καταπράσινους λόφους γύρω από τη Ρώμη. Στις παραθαλάσσιες επαύλεις κατέφευγε τους ανοιξιάτικους μήνες, ενώ στις ορεινές στους καλοκαιρινούς. Και αυτό όχι μόνο για να αποφεύγει τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού αλλά και το θόρυβο των κοινών θνητών που συνωστίζονταν στις παραλίες. Πολλές από τις επαύλεις αυτές, που γρήγορα εξελίχθηκαν σε μέσα αυτοπροβολής και κοινωνικής αναγνώρισης, κατέπλησσαν με τον πλούτο τους, καθώς διέθεταν στοές, βιβλιοθήκες, πισίνες, κήπους με συντριβάνια, λουτρά.

Η έπαυλη του γνωστού στρατηγού Λούκουλλου στη Νεάπολη είχε καταπληκτική θέα καθώς ήταν κτισμένη σε διάφορα επίπεδα, ενώ με μεγάλα τεχνητά ορύγματα μεταφερόταν θαλασσινό νερό απαραίτητο για τα ψάρια που ζούσαν σε τεχνικές λίμνες. Οταν κάποτε την επισκέφτηκε ο Πομπήιος είπε στον Λούκουλλο ότι έχει μια έπαυλη καταπληκτική για το καλοκαίρι αλλά εντελώς ακατάλληλη για το χειμώνα. Τότε εκείνος του απάντησε ότι δεν διαθέτει λιγότερο μυαλό από τους γερανούς και τους πελαργούς για να μην αλλάζει τόπο διαμονής ανάλογα με την εποχή.

Περίφημη ήταν και η βίλα του Βήδιου Πολλίωνος, γιου ενός απελεύθερου, που ήταν κτισμένη πάνω σε λόφο ανάμεσα στη Νεάπολη και τους Ποτεόλους (το σημερινό Pozzuoli) και την οποία ο ιδιοκτήτης της την ονόμασε «παυσίλυπον». Από την ελληνική αυτή λέξη ο λόφος ως τις μέρες μας ονομάζεται Posillipo! Πολλοί έκτιζαν τις επαύλεις τους δίπλα στη θάλασσα με τμήματά τους να εισχωρούν μέσα σ’ αυτήν ώστε να μπορούν να ψαρεύουν ακόμη και από τις κρεββατοκάμαρές τους! Οι πιο πολυτελείς διέθεταν και ιχθυοτροφεία στα οποία τρέφονταν σπάνια ψάρια, ιδίως σμύρνες, ένα λαχταριστό έδεσμα για τους Ρωμαίους καλοφαγάδες.

Μια πόλη στον κόλπο της Νεάπολης, την οποία προτιμούσαν ιδιαίτερα για τις διακοπές τους οι Ρωμαίοι αριστοκράτες, ανάμεσά τους και αυτοκράτορες και μέλη των οικογενειών τους, είναι οι Βαίαι (σημερινή Baia). Δεν ήταν μόνο ένα ξακουστό παραθαλάσσιο θέρετρο αλλά και μια κοσμοπολίτικη λουτρόπολη, αφού διέθετε και θερμές πηγές. Συχνά τις νύκτες μέλη της υψηλής κοινωνίας έκαναν εδώ βαρκάδες με τη συνοδεία γυναικών ελαφρών ηθών και κολυμπούσαν ολόγυμνοι, ενώ οι παραλίες αναστέναζαν από τα μεθύσια και τις ερωτοτροπίες τους.

Και μη νομίσει κανείς ότι δυνατότητα θερινών διακοπών στα μέρη αυτά είχαν μόνο οι γαλαζοαίματοι και οι αριστοκράτες. Κατά τη διάρκεια της ακμής της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, δηλαδή κατά τους δύο πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες, παραθέριζαν εδώ και άτομα μέσου εισοδήματος, ενώ η ίδια η Νεάπολη ήταν ο αγαπημένος παραθεριστικός τόπος των διανοούμενων και των εραστών της ελληνικής παιδείας.

Μιχάλης Α. Τιβέριος . Καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στοΑριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. [tovima.gr]

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος

Μυσταγωγία- Μυθαγωγία

Οι ρίζες του καρναβαλιού


1
Αυτό το άρθρο είναι μια μικρή μελέτη σχετικά με την προέλευση των καρναβαλικών εθίμων των ημερών μας, που εντοπίζονται στον Ελλαδικό χώρο.
Οι ρίζες των εθίμων αυτών εντοπίζονται στην αρχαία Ελλάδα και συγκεκριμένα στις Διονυσιακές εορτές όπως τα Ανθεστήρια, εορτές της Θράκης κτλ.
Ας δούμε την Αττική Διονυσιακή εορτή Ανθεστήρια…..

Ανθεστήρια ήταν ετήσια γιορτή της αναγέννησης της φύσης και γιορτή των νεκρών προς τιμή του Λιμναίου Διονύσου και του Xθόνιου Eρμή. Γίνονταν στην Aθήνα κατά τον μήνα Aνθεστηριώνα (τέλος Φεβρουαρίου – αρχές Μαρτίου) επί τρεις ημέρες. Tο όνομα της γιορτής πιθανολογείται από το ανθέω και το σχετίζουν με το έθιμο της δεύτερης μέρας των χοών να στεφανώνουν τα τρίχρονα αγόρια με λουλούδια.

Eπειδή τα Aνθεστήρια δεν ήταν γιορτή των λουλουδιών είχε υποστηριχθεί παλαιότερα η άποψη πως και το όνομα Aνθεστήρια της όλης γιορτής δε σχετίζεται με τα άνθη, αλλά με το ρήμα «αναθέσσασθαι» που σημαίνει την ανάκληση των ψυχών (όμως η συγκοπή της πρόθεσης ανά δεν είναι χαρακτήρας της ιωνικής διαλέκτου) και σχετίζουν την ετυμολογία με την τρίτη ημέρα της γιορτής που ήταν αφιερωμένη στις ψυχές των νεκρών.

Συνοπτικά τα δρώμενα των τριών ημερών των Ανθεστηρίων ήταν τα εξής:
1η μέρα Πιθοίγια
Άνοιγαν τους πίθους με το νέο κρασί
Συνήθιζαν να φέρνουν το πρώτο κρασί στο εν Λίμναις ιερό του Διονύσου
κάνανε σπονδές έξω από το κλειστό ιερό του θεού, προς τιμή του ευχόμενοι να καταναλώσουν αίσια την καινούρια παραγωγή
δοκίμαζαν οι ίδιοι το κρασί και χόρευαν και τραγουδούσαν ευχαριστώντας το Διόνυσο
την ημέρα εκείνη καθώς και την επόμενη, οι Αθηναίοι, επέτρεπαν στους δούλους να πίνουν μαζί τους.

2η μέρα Χόες
γινόταν η πομπική είσοδος του Διονύσου στην πόλη πάνω σε καράβι με τροχούς
πάνω στο καράβι υπήρχαν μεταμφιεσμένοι σε ακόλουθους του Θεού Διονύσου. Αυτοί οι μεταμφιεσμένοι ήταν οι Σάτυροι και πείραζαν τον κόσμο με τις βωμολοχίες δημιουργώντας κέφι και χαρά και κωμική διάθεση.
Οι μεταμφιεσμένοι Σάτυροι φορούσαν προσωπείο – μάσκα. Οι μάσκες αυτές ήταν πήλινες και όμοιες μεταξύ τους.
Άλλοι Σάτυροι φορούσαν δέρματα ζώων, άλειφαν το πρόσωπό τους με την τρυγία (κατακάθι του κρασιού) και στεφανώνονταν με κισσό, το αειθαλές ιερό φυτό του Διόνυσου.
Οι Σάτυροι προσπαθούσαν να μοιάζουν με με τράγους, και χαρακτηριστικό των τράγων είναι η μεγάλη ροπή προς τα αφροδίσια.
Οι Σάτυροι χοροπηδούσαν γύρω από το τροχοφόρο καράβι του Διονύσου χτυπώντας την γη με τα πόδια τους. (ίσως από εδώ βγήκε και η λέξη καρναβάλι αφού καρναβαλλίζω σημαίνει βαλλισμός των κάρνων δλδ πηδηχτός χορός των βοσκημάτων. Κατά Ησύχιο κάρνος· φθείρ. βόσκημα, πρόβατον). Το βόσκημα γενικά μπορεί να είναι τράγος, γίδα, πρόβατο.
γινόταν ο «ιερός γάμος» του θεού με τη σύζυγο του άρχοντος βασιλέως, την βασσίλινα, ο οποίος ήταν επικεφαλής του ιερατείου και όλων των θρησκευτικών αξιωματούχων της Aθήνας.
Γίνονταν αγώνες οινοποσίας
Tο απόγευμα των Xοών συνηθίζονταν στους δρόμους «αι εκ των αμαξών λοιδορίαι», δηλαδή πειράγματα εναντίον διαβατών που συνηθίζονταν και στην εορτή των Ληναίων.

3η μέρα Χύτροι
μαγείρευαν τα πολυσπόρια (πανσπερμία, κόλλυβα), που τα αφιέρωναν στο χθόνιο Eρμή, τον ψυχοπομπό. Η παράδοση που εξηγεί την πανσπερμία είναι πως όσοι σώθηκαν από τον Κατακλυσμό του Δευκαλίωνα, μαγείρεψαν «χύτραν πανσπερμίας».
Την ημέρα των Χύτρων πίστευαν ότι οι ψυχές ξαναγύριζαν στον επάνω κόσμο και βρίσκονταν αόρατες ανάμεσα στους ζωντανούς.
Πίστευαν ακόμη πως ανάμεσα στις ψυχές υπήρχε και παρουσία πονηρών πνευμάτων που ανέβαιναν στη γη με το άνοιγμα του Άδη και μόλυναν τους ανθρώπους και τις τροφές.
έβαζαν γύρω από τα ιερά τους ένα κόκκινο νήμα που λειτουργούσε αποτρεπτικά και εμπόδιζε τα πνεύματα να εισέλθουν.
Επίσης για να τα εμποδίσουν να μπουν στα σπίτια τους άλειφαν τις πόρτες με πίσσα και μασούσαν ράμφους.
Τα βλαβερά πνεύματα του κάτω κόσμου, που μαζί με τις ψυχές έμπαιναν στα σπίτια από το βράδυ των Xοών και έμεναν με τους ζωντανούς την ημέρα των Xύτρων, τις έδιωχναν την επόμενη ημέρα με τη γνωστή φράση: «Θύραζε Κᾶρες, οὐκ ἔτ’ Ἀνθεστήρια», δηλαδή «φύγετε ψυχές των νεκρών, τα Aνθεστήρια τελείωσαν πια».
Τα Υδροφόρια ήταν μια γιορτή που γινόταν την τρίτη μέρα των Aνθεστηρίων σε ανάμνηση όσων πνίγηκαν κατά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα:
“Yδροφόρια, εορτή πένθιμος Aθήνησιν επί τοις εν τω κατακλυσμώ απολομένοις”.

Κατά τη γιορτή αυτή έριχναν άρτους από σιτάρι και μέλι σε ένα χάσμα που υπήρχε μέσα στο ναό του Oλυμπίου Διός γιατί από το χάσμα εκείνο πίστευαν ότι η Γη είχε απορροφήσει τα νερά του κατακλυσμού.
Στις μέρες μας αυτά τα έθιμα έχουν διασωθεί αλλά μεταλλαγμένα ας τα δούμε ένα – ένα:
2

Υπάρχουν πάρα πολλά καρναβαλικά έθιμα από την Τουρκοκρατία και δεν έχουν όλα σχέση με τις Διονυσιακές γιορτές αφού μερικά σατυρίζουν καταστάσεις στην Τουρκοκρατία. Παρακάτω θα παρατεθούν μερικά από αυτά τα έθιμα που σχετίζονται με τις Διονυσιακές γιορτές.

Σημερινά έθιμα με αρχαία Διονυσιακή προέλευση.

3
Στην Κληματιά, στο Χλωμό, στο Μαραθιά, στα Κρητικά, στους Γιαννάδες κι αλλού έχουν τον Ιερό Γάμο. Η τέλεση του καρναβαλίτικου γάμου όπως λεγόταν στα χωριά της Κέρκυρας ως το 1960, γινόταν στα περισσότερα χωριά της Κέρκυρας. Σιγά – σιγά σε κάποια έσβησε και παρέμεινε μόνο ως
ανάμνηση ενώ σε κάποια άλλα ευτυχώς διατηρείται μέχρι σήμερα.
Συμβαίνει την Κυριακή της Τυροφάγου ή Τυρινής και ξεκινά από το πρωί όταν οι άνδρες του χωριού μαζεύονται σε κάποιο σπίτι και ντύνουν το γαμπρό. Σε άλλη γειτονιά οι γυναίκες στολίζουν τη νύφη. Το ότι η νύφη είναι κι αυτή άνδρας και μάλιστα μουστακαλής, μάλλον οφείλεται στην πατριαρχική κοινωνία που απαγόρευε στις γυναίκες να χουν θέση στα δρώμενα της κοινότητας. Στην τελετή του γάμου συμμετέχει κι ένας δαίμονας με τη μορφή σάτυρου που προσπαθεί να χαλάσει το γάμο. Σ’ όλη τη διάρκεια του μυστηρίου οι χωριάτες αισχρολογούν ακατάπαυστα, πειράζοντας οι μεν τους δε.

Δίκη του Καδή – Λιτόχωρο
Στο Λιτόχωρο Πιερίας θα αναβιώσουν το βράδυ της Κυριακής έθιμα που έχουν σκοπό τον εξαγνισμό των κακών πνευμάτων και τον εξοβελισμό της κακοτυχίας. Αυτό επιτυγχάνει, σύμφωνα με το έθιμο, ο Χορός των βωμολόχων που περιδιαβάζει όλο το χωριό με πειράγματα για όλους τους περαστικούς. Ακολουθεί βέβαια ξέφρενο γλέντι.

Στην Πολυκάρπη της Πέλλας θα αναβιώσει η Δίκη του Καδή. Οι κάτοικοι θα συγκεντρωθούν στην πλατεία για να δικάσουν τον αντιπρόσωπο της κακοκεφιάς και της κακής τύχης. Τελικά τον καταδικάζουν και καίνε το ομοίωμά του ανάμεσα σε χορούς και τραγούδια

Οι “κουδουνάτοι” στην Νάξο.
Η Νάξος θεωρείται η γενέτειρα του Θεού Διονύσου. Από το πρώτο κιόλας Σάββατο της Αποκριάς, ξεκινάει ο εορτασμός, με το σφάξιμο των χοίρων και άλλων εκδηλώσεων.
Το μεσημέρι της τελευταίας Κυριακής στην Απείρανθο, εμφανίζονται οι “κουδουνάτοι”. Αυτοί φορούν κάπα και κουκούλα, γυρνούν το χωριό κάνοντας θόρυβο και προκαλούν με άσεμνες εκφράσεις. Οι ίδιοι κρατούν “σόμπα”, ξύλο που παραλληλίζεται με τον διονυσιακό φαλλό. Μαζί τους μπλέκονται ο “Γέρος”, η “Γριά” και η “Αρκούδα”.
Στις αποκριάτικες εκδηλώσεις των “Κουδουνάτων” μπορεί κανείς να δει το “γάμο της νύφης”, το “θάνατο”, την “ανάσταση του νεκρού” και το “όργωμα”. Την Καθαρή Δευτέρα στις κοινότητες Ποταμιά, Καλόξιδο, Λειβάδια κλπ. οι κάτοικοι ντύνονται “Κορδελάτοι” ή “Λεβέντες” γιατί στο φέσι και στους ώμους έχουν κορδέλες. Οι Κορδελάτοι είναι φουστανελοφόροι και η δεύτερη ονομασία τους “Λεβέντες” αποδίδεται στους Πειρατές. Από κοντά τους ακολουθούν και οι ληστές, οι “Σπαραρατόροι”, που αρπάζουν τις κοπέλες για να τις βάλουν με το ζόρι στον χορό και το γλέντι, που κρατάει ως το πρωί.

Ο γέρος και η κορέλα στην Σκύρο.
Με την αρχή του Τριωδίου και κάθε Σαββατοκύριακο των ημερών της Αποκριάς, το έθιμο του νησιού θέλει το “γέρο” και την “κορέλα” να βγαίνουν στους δρόμους και να δίνουν μία ξεχωριστή εικόνα των ημερών. Ο “γέρος” φοράει μία χοντρή μαύρη κάπα, άσπρη υφαντή βράκα και έχει στη μέση του 2-3 σειρές κουδούνια, το βάρος των οποίων μπορεί να φτάσει και τα 50 κιλά. Το πρόσωπο του καλύπτεται από προβιά μικρού κατσικιού και περπατώντας με χορευτικό ρυθμό, καταφέρνει να ηχούν μελωδικά τα κουδούνια που φοράει.
Η “κορέλα” η ντάμα του γέρου είναι ντυμένη με παραδοσιακά σκυριανά ρούχα με κυρίαρχο χρώμα το άσπρο σε πλήρη αντίθεση με το μαύρο χρώμα του “γέρου” έχοντας και αυτή καλυμμένο το πρόσωπό της. Χορεύει γύρω από τον γέρο καθώς αυτός βαδίζει ανοίγοντάς του δρόμο ή προσπαθώντας να τον βοηθήσει και να τον ξεκουράσει.
Οι ικανότεροι από τους γέρους μάλιστα, αφήνουν για λίγο τους δρόμους της αγοράς, όπου συγκεντρώνεται ο κόσμος και ανεβαίνουν στο Κάστρο του νησιού. Εκεί θα κτυπήσουν τις καμπάνες στο Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου.
Τότε η “κορέλα” την ώρα που ο “γέρος” θα σταματήσει να πάρει μίαν ανάσα, θα του τραγουδήσει σκυριανό τραγούδι, παινεύοντάς τον για τις αξίες και τις χαρές του. Το δίδυμο αυτής της σκυριανής αποκριάς συνοδεύει πολλές φορές και ο “φράγκος”. Αυτός ο μασκαράς, ντυμένος με παραδοσιακά ρούχα του νησιού αλλά και παντελόνι, σατιρίζει τους σκυριανούς εκείνους που έβγαλαν τις βράκες και φόρεσαν παντελόνια (φράγκικα).
Η προέλευση του εθίμου αυτού χάνεται στα χρόνια και πολλοί μελετητές υποστηρίζουν ότι υπάρχουν στοιχεία και ρίζες διονυσιακών τελετών και θεωρούν τις εκδηλώσεις αυτές κατάλοιπα τέτοιων εορτών.
Οι γεροντότεροι στο νησί αναφέρουν ότι ο “γέρος” και η “κορέλα”, έρχονται κάθε χρόνο να θυμίσουν στους σκυριανούς κάποια θεομηνία που κατέστρεψε όλα τα ζώα του νησιού και για το λόγο αυτό ο τσοπάνης ζώστηκε τα κουδούνια των ζώων και ήρθε στο χωριό να ειδοποιήσει τους υπόλοιπους.

Μία άλλη εκδήλωση της σκυριανής αποκριάς είναι η “τράτα” που είναι αναπαράσταση ναυτικής ζωής, όπου ψαράδες στην πλειοψηφία τους, σατιρίζουν έμμετρα καταστάσεις και γεγονότα που αφορούν τη κοινωνική ζωή στην Ελλάδα γενικότερα.
Με τα σατυρικά αυτά ποιήματα, αλλά και με την αμφίεσή τους, καταφέρνουν να προκαλούν την ευθυμία των θεατών της παράστασης αυτής που κορυφώνεται την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς.
Την Καθαρή Δευτέρα σχεδόν όλοι οι Σκυριανοί με παραδοσιακές τοπικές στολές, κατεβαίνουν στην πλατεία του χωριού και χορεύουν και τραγουδούν σκυριανά τραγούδια.

Αναπαράσταση του Βλάχικου Γάμου στην Θήβα
Ένας γάμος βρίσκεται στο επίκεντρο των εορταστικών εκδηλώσεων της Αποκριάς, στη Θήβα. Δεν πρόκειται για έναν «γάμο για τα καρναβάλια», αλλά για αναπαράσταση ενός εθίμου που φθάνει στις ημέρες μας περίπου από το 1830, μετά την απελευθέρωση των ορεινών περιοχών. Το τελετουργικό, παρά το γεγονός ότι μεταφέρθηκε εδώ από τους Βλάχους των περιοχών Μακεδονίας – Ηπείρου – Θεσσαλίας, ενσωματώθηκε εύκολα στον κάμπο της Βοιωτίας.
Από τα Βουκόλια της Θήβας (αρχαία διονυσιακή γιορτή που κατέληγε σε γάμο) μέχρι τον Βλάχικο γάμο με το γαϊτανάκι, την πομπή, τον Πανούση-σάτυρο, τον χορό του πεθαμένου, η απόσταση δεν φαίνεται καθόλου μεγάλη. Οι ομοιότητες με τις ανοιξιάτικες διονυσιακές γιορτές της γονιμότητας και ανανέωσης είναι πολλές, οπότε το έθιμο έχει πολύ μεγαλύτερη αξία από αυτήν που του αποδίδουμε σήμερα.
Στις μέρες μας 9 διευρυμένες «οικογένειες» της Θήβας, με 40-45 άτομα η κάθε μία, αναλαμβάνουν (με προκαθορισμένη σειρά ανά έτος) να πρωταγωνιστήσουν στον Βλάχικο γάμο. Από αυτές διαλέγεται ο γαμπρός. H νύφη δεν είναι πλέον άνδρας ντυμένος γυναίκα (όπως ήταν το έθιμο… και μάλιστα άνδρας με μουστάκι!). Ούτε καμία κοπέλα της Θήβας δέχεται να πάρει τη θέση της νύφης. Οπότε διαλέγουν «μοντέλο». Θα πρέπει επίσης να αναφέρουμε ότι σημαντική θέση στο τελετουργικό πέρα από τους Βλάχους και τους Λιάπηδες, έχουν οι Μακεδόνες με τις δικές τους στολές, ενώ το κατ’ εξοχήν μουσικό όργανο του Βλάχικου γάμου δεν είναι το κλαρίνο, αλλά η πίπιζα.
Οι… διαδικασίες αυτού του γάμου ολοκληρώνονται την Καθαρά Δευτέρα. Μία πολύχρωμη γαμήλια πομπή θα ξεκινήσει από την εκκλησία της «Αγιά Τριάδας» προς τον δρόμο του Επαμεινώνδα όπου είναι τα «κονάκια» των συμπεθέρων. Ο γαμπρός θα… ξυριστεί ενώ οι δύο συμπέθεροι θα έχουν έναν διασκεδαστικό διάλογο για το «ελάττωμα» της νύφης, όμως τελικά θα τα «συμφωνήσουν» και το γλέντι θα κορυφωθεί στον δρόμο του Επαμεινώνδα. Το απόγευμα δεν πρέπει να χάσετε τον «χορό του πεθαμένου». Πρόκειται για άλλο ένα παλαιό έθιμο που συμβολίζει τον θάνατο του χειμώνα και τη γέννηση της άνοιξης.

Οι θρύλοι για τα “στοιχειά” στην Αμφισσα
Οι θρύλοι για τα “στοιχειά”, είχαν μεγάλη διάδοση στην περιοχή. Λέγεται πως τα “στοιχειά” αποτελούν ψυχές σκοτωμένων ανθρώπων ή ζώων που τριγυρίζουν στην περιοχή. Το σπουδαιότερο στοιχειό, που είναι συνδεδεμένο με την παράδοση είναι το στοιχειό της “Χάρμαινας”. Αυτό αγαπούσε και προστάτευε τους Ταμπάκηδες (βυρδοδέψες), που η δουλειά τους ανάγκαζε να βρίσκονται στην Βρύση νύχτα – μέρα. Πολλοί ορκίστηκαν, πως είδαν το στοιχειό να τριγυρίζει τη νύχτα σ’ όλη τη συνοικία, να καταλήγει στην πηγή του νερού και να χάνεται.
Ακόμη διηγούνται οι πιο παλαιοί πως το στοιχειό της Χάρμαινας έβγαινε κάθε Σάββατο βράδυ, κατέβαινε από της “Κολοκυθούς το Ρέμα” και γύριζε στους δρόμους μουγκρίζοντας και σέρνοντας αλυσίδες. Το τελευταίο Σαββατοκύριακο της Αποκριάς αναβιώνει στην Άμφισσα ο Θρύλος του “Στοιχειού”. Από την συνοικία Χάρμαινα, όπου βρίσκονται τα παλιά Ταμπάκικα και τα σκαλιά του Αϊ Νικόλα κατεβαίνει το “στοιχειό” και μαζί ακολουθούν εκατοντάδες μεταμφιεσμένοι. Στο ιστορικό μεγάλο καφενείο της πόλης γίνονται συζητήσεις σατυρικού περιεχομένου για τους Θρύλους και τα Στοιχειά.

Τυρναβίτικο Καρναβάλι – Μπουρανί (χορτόσουπα χωρίς λάδι)
Ένα από αυτά τα έθιμα που έκανα τον Τύρναβο ξακουστό είναι το έθιμο του «Μπουρανί» την ημέρα της Καθαρής Δευτέρας. Η χρησιμοποίηση σεξουαλικών και ερωτικών συμβόλων συνδυάζεται απόλυτα με τις παραδοσιακές λαϊκές εκδηλώσεις των Τυρναβιτών.
«Το μπουρανί» είναι στην κυριολεξία ένα λαϊκό πανηγύρι αλλά στην ουσία είναι η γιορτή του φαλλού και συμβολίζει την αναπαραγωγή και την ευτεκνία. Για την προέλευση του, υπάρχουν δύο εκδοχές.
Η πρώτη αναφέρει ότι οι ρίζες του βρίσκονται στις πανάρχαιες εορτές των Ελλήνων: τα Διονύσια, τα Θεσμοφόρια, τα Αφροδίσια, τα Θαργήλια και κυρίως οι αλωαί που ήταν γεωργική εορτή πανάρχαια λατρεία και προθρησκευτική.
Και η δεύτερη ότι προέρχεται από Αρβανίτες που εγκαταστάθηκαν στον Τύρναβο γύρω στο 1770, λίγο πριν τα Ορφωλικά. Η δεύτερη εκδοχή μάλλον είναι και η επικρατέστερη, καθώς τεκμηριώνεται από ιστορικά στοιχεία.
Καθώς λέγεται εκείνη την εποχή, έπεσε στον Τύρναβο επιδημία χολέρας και οι περισσότεροι κάτοικοι του βρήκαν θάνατο.
Η πόλη ερημώθηκε και ο σουλτάνος της περιοχής, έφερε ένα τμήμα Αρβανιτών, για να κτίσει την καινούργια πόλη, δίπλα στην παλιά (η περιοχή αυτή ονομάζεται «Κόκκαλα» επειδή στην περιοχή θάφτηκαν όσοι βρήκαν τον θάνατο από την χολέρα).
Οι Αρβανίτες αυτοί λοιπόν καθιέρωσαν το έθιμο που σώζεται ως τις μέρες μας.
Το έθιμο αυτό λαμβάνει χώρα την Καθαρή Δευτέρα κάθε χρόνο στον Τύρναβο. Οι κάτοικοι της πόλης πηγαίνουν στο εξωκκλήσι του Προφήτη Ηλία στα βόρεια της πόλης σ’ έναν ελεύθερο ευρύ χώρο (ένα μεγάλο αλώνι).
Η πορεία γίνεται σε πομπή της οποίας προηγούνται διάφορες ομάδες (θίασοι) μεταμφιεσμένων ή μη (μόνον ανδρών), οι οποίοι κουβαλούσαν όλα τα απαραίτητα για την λειτουργία.
Όταν η πόλη έφθανε στο χώρο του Προφήτη Ηλία εκεί κάθε ομάδα έστρωνε στο έδαφος διάφορα φαγητά και μια μεγάλη φιάλη σε σχήμα «φαλλού» γεμάτη με κρασί ή με γαλακτόχρουν κράμα ούζου ή τσίπουρου με νερό.
Παράλληλα άναβαν φωτιά πάνω στην οποία παρασκευάζοταν το «Μπουρανί» μια χορτόσουπα από σπανάκι και ξύδι για να νοστιμίζει.
Αφού γινόταν το μπουρανί που είχε την μορφή σούπας σερβιριζόταν στους «μυουμένους» ως μέθεξη – συμμετοχή στα δρώμενα – και έτσι άρχιζε ο χορός και τα τραγούδια, οι αστεϊσμοί και τα πειράγματα με άσεμνες βασικά εκφράσεις.
Πολλοί από τους άντρες που συμμετείχαν σ’ αυτό το τελετουργικό κρατούσαν στα χέρια τους φαλλούς σαν σκήπτρα και ήταν κατασκευασμένα από ξύλο ή πηλό ή ακόμα και από ψωμί και που αποτελούσαν το κυριότερο τελετουργικό σύμβολο.
Στο έθιμο αυτό συμμετείχαν αυστηρά μόνο άντρες ενώ οι γυναίκες απείχαν, ίσως για λόγους σεμνοτυφίας λόγω των φερόμενων φαλλικών συμβόλων.
Γυναικόπαιδα όμως παρακολουθούσαν τα δρώμενα καθώς επίσης και πλήθη επισκεπτών από διάφορα μέρη της Ελλάδας.

Το έθιμο του καλόγερου στο νομό Σερρών
Στο νομό Σερρών στην Αγία Ελένη την Δευτέρα της Τυρινής συναντάμε το έθιμο του “καλόγερου”. Την γιορτή αυτή αρχίζουν οι Αναστενάρηδες με απόκρυφη μυσταγωγία και συμμετέχουν και οι μίμοι, οι οποίοι συγκροτούν τον θίασο: ο Βασιλιάς, το Βασιλόπουλο, ο καπιστράς, ο καλόγερος, η νύφη, η μπάμπω και το εφταμηνίτικο, οι γύφτοι με την αρκούδα και τέλος οι Κουρούτζηδες (φύλακες).
Αφού ο θίασος του Καλόγερου επισκεφθεί όλα τα σπίτια του χωριού, συγκεντρώνονται όλοι οι κάτοικοι στην πλατεία, όπου γίνεται η προετοιμασία του συμβολικού αγρού για την σπορά και ακολουθεί η σκηνή του θανάτου και της ανάστασης του πρωταγωνιστή Καλόγερου. Μόλις αναγγελθεί η ανάσταση του πρωταγωνιστή, ο θίασος αρχίζει κυκλικό χορό γύρω από το συμβολικά σπαρμένο χωράφι με τον Βασιλιά Σπορέα, στην κορυφή του χορού. Μετά τον χορό ο Αναστενάρης δίνει τις ευχές του και το πλήθος ευχόμενο “κι από του χρόνου” διαλύεται.
Η λαϊκή αυτή θρακική λατρεία, παρουσιάζει επίσης εμφανή τα γνωστά στοιχεία του αρχαίου Διονυσιασμού.
Οι ερευνητές του εθίμου, βλέπουν τα πάθη και την Ανάσταση του Καλόγερου ως επιβίωση από τα πάθη του Θεού Διονύσου.

Το έθιμο του Μπέη – Διδυμότειχο
Πραγματοποιείται αναβίωση του εθίμου του “Μπέη”, που περιέχει διονυσιακά στοιχεία και έχει σατυρικό χαρακτήρα. Ο Μπέης είναι ώριμος άνδρας με μουστάκι, ντυμένος με “γούνα”, βαμμένος με κοκκινάδι, πολλά στολίδια, μαύρο φέσι, μπότες και φέρει μαζί του ραβδί, πιστόλια και ναργιλέ. Μέσα από αυτή την αναπαράσταση σατιριζόταν η τουρκική κατοχή και η ανέχεια της εποχής εκείνης.
Προηγείται όλων ο τελάλης, ακολουθεί η φρουρά του Μπέη, δηλ. οι αστυνομικοί του, έπειτα ο ίδιος, οι αυλικοί και οι γεωργοί, που αναπαριστούν γεωργικές εργασίες της εποχής εκείνης. Το ντύσιμο όλων σχεδόν των προσώπων, βασίζεται σε ρούχα παλαιότερων εποχών και στον αυτοσχεδιασμό. Αφού τελειώσει η “γύρα” του μπέη, γίνεται αναπαράσταση των τοπικών εργασιών (όργωμα, θερισμός) από τους γεωργούς. Ακολουθεί γαϊδουροδρομία και ρωμαϊκή πάλη. Μετά την ολοκλήρωση της ρωμαϊκής πάλης στο Μεσοχώρι, ο κόσμος μαζεύεται στις ταβέρνες, και μαζί με το προσωπικό του Μπέη, πίνει και διασκεδάζει με παραδοσιακά όργανα της περιοχής.

Δερβένα στο χωριό Μυρρίνη
Εθιμο των Αποκριών, η Δερβένα τηρείται στο χωριό Μυρρίνη, όπου οι κάτοικοι από τις γύρω περιοχές συναθροίζονται στην πλατεία του χωριού και ανάβουν φωτιές για να ξορκίσουν το κακό. Με το άναμμα της φωτιάς και το κάψιμο των ξύλων θεωρείται ότι καίγονται τα πάθη, το μίσος, η κακία και η εχθρότητα ανάμεσα στους ανθρώπους. Είναι η ημέρα της συγχώρησης των μικρών από τους μεγάλους και των μεγάλων από τους μικρούς. Η παραδοσιακή αυτή τελετουργία συνοδεύεται από φαγοπότι, τραγούδια και χορούς.

Η χάσκα στις Αμυγδαλιές Γρεβενών
Την Κυριακή της Τυρινής (την Μεγάλη Αποκριά) λίγο πριν ανάψει ο φανός, συνηθιζόταν και συνηθίζεται οι πιο νέοι σε ηλικία να επισκέπτονται τους μεγαλύτερους συγγενείς τους. Τους φιλούσαν το χέρι (με το αζημίωτο φυσικά, πάντα οι μεγαλύτεροι “κερνούσαν” τους νεότερους συγγενείς τους χρήματα όταν είχαν ή γλυκά και άλλα κεράσματα)και αλληλοσυγχωριούνταν ενόψει των Αποκριών. Αφού τρώγανε στο οικογενειακό τραπέζι, η βραδιά τελείωνε με την περίφημη παραδοσιακή “χάσκα“.
Στην άκρη μακριού σπάγκου στερεωμένου σε έναν κλώστη, έδεναν ένα σφιχτό-βρασμένο και καθαρισμένο αυγό. Αυτός που κρατούσε τον σπάγκο από τον κλώστη τον περιέφερε γύρω-γύρω μπροστά στα στόματα των συγκεντρωμένων, οι οποίοι προσπαθούσαν να αρπάξουν με τα δόντια το αυγό. Αυτό ήταν πολύ δύσκολο, γιατί συχνά η “χάσκα” δεν σταματούσε σε ένα σημείο και το αυγό τους ξέφευγε. Έτσι δημιουργούνταν μια ατμόσφαιρα γεμάτη με ευθυμία, γέλια και ξεφωνητά.
Μετά, περίπου στις 9 το βράδυ ακολουθούσε το άναμμα του φανού. Ο κόσμος συγκεντρώνονταν γύρω από το φανό. Τα πειράγματα, οι αθυροστομίες, οι βωμολοχίες και τα υπονοούμενα κυριαρχούν στα τραγούδια και τους χορούς γύρω από τη φωτιά, απομεινάρια από τις αρχαίες Διονυσιακές γιορτές και Αριστοφανικές εκφράσεις. Τα τραγούδια τα τραγουδούσε ο πρωτοχορευτής και επαναλάμβαναν τα λόγια οι υπόλοιποι. . Οι πιο νέοι παίρνουν φόρα και επιχειρούν να πηδήσουν πάνω από τον φανό φωνάζοντας “ψύλλοι, ψύλλοι, ψύλλοι …..”.Πολλοί τα καταφέρνουν, αλλά άλλοι όχι. Και τότε ακολουθούν γέλια και πειράγματα .Οι παλαιότεροι λένε πως αυτό γινόταν παλιά για να διώξουν τις ψείρες και τους ψύλλους που είχαν πάνω τους .Αλλά το πιο πιθανό είναι πως και αυτό είναι απομεινάρι αρχαίας λατρείας.

ΜΩΜΟΓΕΡΟΙ
– Στις περιοχές της Μακεδονίας, Θράκης και Θεσσαλίας εμφανίζεται το έθιμο των μεταμφιέσεων, που φαίνεται πως έχει σχέση με τους καλικάντζαρους. Συγκεκριμένα, στα χωριά (Σιταγροί κ.ά.) όπου υπάρχουν πρόσφυγες του Πόντου, την παραμονή των Χριστουγέννων, εφτά άνδρες του χωριού γίνονται οι Μωμόγεροι: η αρκούδα, που συμβολίζει τη δύναμη, η γραία το παρελθόν, η νύφη το μέλλον, το άλογο την ανάπτυξη, ο γιατρός την υγεία, ο στρατιώτης την άμυνα, η κατσίκα το την τροφή και ο Άι Βασίλης είναι η νέα χρονιά που θα έρθει σε λίγες ημέρες. Οι μεταμφιεσμένοι γυρίζουν όλη την ημέρα στους δρόμους με τη συνοδεία ζουρνάδων και
νταουλιών .
– Οι επτά πρωταγωνιστές κάνουν μεταξύ τους διάφορα αστεία και από πίσω τους ακολουθεί όλο το χωριό. Ο κάθε μεταμφιεσμένος πλησιάζει ένα άτομο από το πλήθος και δεν το αφήνει ήσυχο, αν δεν προσφέρει κάτι. Αν δεν πληρώσει, τότε του αλείφει το πρόσωπο με “παστί καν” (ξινό γιαούρτι). Συχνά γίνεται και παραγγελία προς τον πρωταγωνιστή, δηλαδή τον πλήρωναν και του ζητούσαν να αλείψει με το ξινό γιαούρτι κάποιο συγκεκριμένο άτομο. Σήμερα ο σκοπός του εθίμου είναι ψυχαγωγικός, ενώ μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ΄50 ήταν ευετηρικός, δηλαδή ανήκε στις εθιμικές εκείνες παραστάσεις, που κατά κανόνα είχαν ένα μαγικό χαρακτήρα και αποσκοπούσαν σε μια εύφορη χρονιά. Άλλα καρναβαλικά έθιμα

Ετυμολογία της λέξεως “καρναβάλι”
Η λέξη καρναβάλι δεν έχει αποδεκτή ετυμολογία από όλους, είναι μια λέξη άγνωστη, υπάρχουν ωστόσο πιθανές ετυμολογίες που δίνουν διάφοροι λαογράφοι.

wwwaristofanis
i-diadromi.gr
4

Ποιά παιχνίδια παίζουμε από την αρχαιότητα έως σήμερα;


1

Παίζουμε τα ίδια παιχνίδια από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, αξίζει να δείτε ποια είναι και τα παράξενα ονόματά τους
Όσο και αν η τεχνολογία προχωρήσει και τα ενδιαφέροντα των παιδιών αλλάξουν δε θα σταματήσουν ποτέ να παίζουν τα ίδια παιχνίδια, στη φύση ή στο δρόμο. Παιδί και παιχνίδι, δυο λέξεις που συνεπάγεται η μια την άλλη και γιαυτό εδώ και χιλιάδες χρόνια με κάποιους ίδιους τρόπους τα παιδιά ψυχαγωγούνται, αυτοδιαπαιδαγωγούνται, δημιουργούν προσωπικότητα, κοινωνικοποιούνται, ασκούν το σώμα και το πνεύμα τους με τα παιχνίδια. «Το παιγνίδι είναι έκφραση του υποσυνείδητου και της φαντασίας του παιδιού», είπε ο Φρόιντ.
2

Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα με τα ίδια παιχνίδια

Οι αρχαίοι Έλληνες έδιναν μεγάλη σημασία στο παιχνίδι και στο ρόλο του. Αφιέρωναν μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου τους σε ομαδικά παιγνίδια και σε αγώνες, στους δρόμους, τις αυλές των σπιτιών και είχαν πάντα σαν στόχο να υπάρχουν κανόνες και να τηρούνται. Ο Πλάτωνας τόνιζε την ανάγκη να αφήνουν τα παιδιά να παίζουν ως τα έξη τους χρόνια, με όποια παιγνίδια ήθελαν και όπως ήθελαν, ενώ ο Αριστοτέλης συμβούλευε τους γονείς να δίνουν όσο γίνεται πιο πρωτότυπα παιγνίδια, για να αφοσιώνονται σ’ αυτά και να ενοχλούν λιγότερο και ταυτόχρονα να αναπτύσσουν δημιουργική φαντασία.

3

Στον Ιπποκράτη συναντάμε τη συμβουλή να παίζουν με το στεφάνι και οι μεγάλοι, τότε ονομαζόταν κρίκος σε εμάς τσέρκι ή ρόδα. Τα αγόρια έπαιζαν διαφορετικά παιχνίδια από τα κορίτσια αλλά όχι πολύ διαφορετικά από τα σημερινά, κυνηγητό, κρυφτό, τόπι, στεφάνι, κότσια, σβούρα. Τα κορίτσια παίζανε με πήλινες ή κέρινες «πλαγγόνες» (κούκλες),που τις έντυναν με ρούχα. Ακόμα έπαιζαν με τόπια, στεφάνια, μικροσκοπικά είδη νοικοκυριού.
Στους βυζαντινούς χρόνους συνέχισαν με κάποια ίδια παιχνίδια, κρυφτό, κυνηγητό, τσιλίκι, γουρούνα, τυφλόμυγα, αλώνι, μήλο και άλλα, και τα κορίτσια με τις κούκλες στο σπίτι. Το ίδιο και στην Τουρκοκρατία Μερικά από τα παιγνίδια που έπαιζαν ήταν το κλέφτικο (το κρυφτό ), ο πετροπόλεμος, η ξιφομαχία, το κυνηγητό. Υπήρχαν υπαίθρια παιγνίδια και για τα κορίτσια όπως η μέλισσα, το κουτσό το μήλο, η πινακωτή η τυφλόμυγα το τσιλίκι.Οι μεταπολεμικές αλάνες φιλοξένησαν τα παιχνίδια των παιδιών μετά τον Β’ παγκόσμιο Πόλεμο. Ήταν σχεδόν τα ίδια με των προηγούμενων χρόνων.
4

Μικρό λεξικό με παιχνίδια της αρχαιότητας που αγαπάμε και σήμερα
Μπορεί οι ονομασίες τους να είναι διαφορετικές, αυτά όμως τα παιχνίδια τα αγαπούν τα παιδιά και σήμερα και ας μην έχουν ονομασίες που μας φαίνονται παράξενες.
Αιώρα, η γνωστή κούνια ή κρεμάστρα
Ακινητίνδα, στα νεώτερα χρόνια το παίζονταν με την ονομασία τ΄ Αγκούτς. Παραλλαγή του παιγνιδιού είναι τα σημερινά στρατιωτάκια ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα και τα αγαλματάκια.
Αμπάριζα , κυνηγητό, σήμερα το συναντάμε με το ίδιο όνομα και σαν σκλαβάκια.
Ασκωλιασμός , παιγνίδι ισορροπίας, σήμερα το βρίσκουμε ως ασκί και με παραλλαγές ,στον τρόπο παιξίματος, σαν :κουτσαλωνάκι, προζύμι, κουτσοκαλόγερος, άντζης, κουτσό-κουτσό.
Αστραγαλισμός , τυχερό παιγνίδι,(ζάρια), παίζονταν με πεσσούς-κύβους (ζάρια) και κόττα (αστραγάλους-κότσια) .στους νεώτερους χρόνους έχουμε κάποιες παραλλαγές στον τρόπο παιξίματος, χρησιμοποιώντας όμως τα κότσια, αλλά και αμύγδαλα, ποντιακά καρύδια (μικρά στο μέγεθος) και μεταλλικά νομίσματα.
Βασιλίνδα, όμοιο με το κλέφτες και αστυνόμοι
Διελκυστίνδα, το σημερινό τράβηγμα του σχοινιού, το τραβηχτό

5

Εφεδρισμός, το συναντάμε σαν πλακίτσες, λούμπαρδα, τσουνιά , κά.
Ιμαντελισμό, το συναντάμε σήμερα σαν λουρί
Κολλαβισμός , το γνωστό μπιζ ή βζζ.
Κρικηλασία,παιγνίδι με κρίκο, τροχό, το σημερινό στεφάνι, το τσέρκι.
Κρυπτίνδα ή αποδιδρασκίνδα ή μυίνδα, το γνωστό κρυφτό
Κυνδαλισμός, παίζεται το ίδιο και σήμερα, με άλλες ονομασίες: παλούκια, αλαμάνα, μπηχτιές, καζίκια, καρφιά.
Κώνος, ή στρόμβος, στρόβιλος, ρόμβος, βόμβυκας, η γνωστή σβούρα.

6

Πέταυρον, η τραμπάλα με διάφορες ονομασίες σήμερα: τράμπα, ξυλογαϊδάρα, νταντζαλαβίτσα , κά.
Πεντέλιθα, τα πεντόβολα, επίσης ονομάζεται: πετράδια, πενταπέτρια, πεντεκούκια, πεντεγούλια, στα βυζαντινά χρόνια το ονόμαζαν καλαλάτζια ή καλολαλάκια.
Πετροπόλεμος, επικίνδυνο παιγνίδι παίζεται και σήμερα αλλά όχι τόσο έντονα όπως παλιά.
Στρεπτίνδα, σήμερα το βρίσκουμε σαν γυριστάρι, πετράδι, βωλάκι, γκαζές
Σφαίρα, η μπάλα, το τόπι. Όπως και σήμερα παίζονταν πολλά παιγνίδια με την μπάλα. Κάποια που τα ονόμαζαν ουράνια σφαίρα και ήταν το πέταγμα της στον αέρα, απόρραξις που ήταν το χτύπημα της στον τοίχο ή στο έδαφος, επίσης άλλοι τρόποι παιξίματος ήταν: το χτύπημα της με κάποιο αντικείμενο (ξύλο ή ρακέτα), το να σημαδέψει κάτι μ΄ αυτήν ή να την ρίξει μέσα σ΄ ένα αγγείο ή μια τρύπα . Όλες αυτές οι χρήσεις της μπάλας τις βρίσκουμε σε πολλά σημερινά παιγνίδια.

7

Σοινάκι, το γνωστό μας σχοινάκι που παίζεται από ένα η περισσότερα άτομα.
Σχοινοφιλίνδα,παίζεται το ίδιο και σήμερα αλλάζει ονομασία ,όπως μαντιλάκι, λουρί, λουριδίτσα, πετρούλα, χτυπητό, βαρετό, βαλμάς.
Φωτιά, το συναντάμε σαν αγιώργηδες, τζίφο, καστροπαρσιά, κάστρο κτλ.
Χυτρίνδα, παίζεται και σήμερα με τον ίδιο τρόπο. Το βρίσκουμε σαν γύρω γύρω το ψητό, παπαδίτσα, φεσάς, μυζηθρούλα, μπλαγόμεσο, χύτρα κ.τ.λ.
Χαλκή μυία ή ψηλαφίνδα, η τυφλόμυγα γνωστό παιγνίδι και σήμερα. Το συναντάμε σαν: τυφλοπάννι, τυφλοπαννιάρα, τυφλοπάννα, τυφλός, ζουρλοπαννιάρα, γούσταρ-πάτσα, μπούφος

thetoc ,arxaia-ellinika

Το διαβάσαμε από το: Έρευνα: Ξέρετε ποια παιχνίδια παίζουμε από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα; http://thesecretrealtruth.blogspot.com/2017/01/blog-post_298.html#ixzz4WmX6zwG0

Έπιπλα των αρχαίων Ελλήνων


1

Έτσι ήταν τα έπιπλα των αρχαίων Ελλήνων. Σκαμπό, καρέκλες, ανάκλιντρα και τραπέζια, με σχέδια από τον 5ο αιώνα π.Χ. που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε ένα σύγχρονο σπίτι
Τα αγγεία διάφορων μεγεθών, είναι από τα πιο συχνά αρχαιολογικά ευρήματα.
Πολλά από αυτά χρησιμοποιούνταν στην καθημερινότητα είτε για μεταφορά και αποθήκευση υγρών (νερού και κρασιού), είτε για διακοσμητικούς λόγους, για τη μέτρηση του χρόνου, ακόμα και σε θυσίες προς τιμήν κάποιου θεού.
Τα αγγεία είναι μια ανεξάντλητη πηγή πληροφόρησης για την καθημερινότητα και τη ζωή των αρχαίων, εξαιτίας των πλούσιων παραστάσεων που τις ζωγράφιζαν για διακοσμητικούς λόγους οι αρχαίοι.
Ο αθλητισμός της εποχής, τα γνωστά πρόσωπα, αρκετοί Θεοί και διάφορες δραστηριότητες είναι οι πιο συχνές παραστάσεις.
Τα αγγεία χωρίζονται από τους αρχαιολόγους ανάλογα με τη χρονική περίοδο στην οποία κατασκευάστηκαν, τον ρυθμό, τα χρώματα και τα σχέδια τους.

Η εντυπωσιακή έκθεση

Το περιοδικό Εικόνες τον Ιούνιο του 1961 δημοσίευσε φωτογραφίες από μια εντυπωσιακή έκθεση επίπλων, τα σχέδια των οποίων προήλθαν από παραστάσεις αγγείων.

Δημιουργός της έκθεσης ήταν ο Ελ. Σαρίδης, ο οποίος ήθελε να «αναβιώσει το αρχαίο έπιπλο».
Κατασκεύασε 19 διαφορετικά ξύλινα κομμάτια. Εφτά τραπέζια, έξι σκαμνιά (δίρφοι στα αρχαία), πέντε καρέκλες (κλισμοί) και ένα ανάκλιντρο. Τα αγγεία από τα οποία εμπνεύστηκαν τα έπιπλα ήταν του 4ου, 5ου και 6ου προ Χριστού αιώνα.
Τις αρχικές μακέτες κατασκεύασε ο ξένος σχεδιαστής Ρόμπσον Γκίμπινς, τα υφάσματα φτιάχτηκαν υπό την επίβλεψη της κυρίας Σαρίδη Σουζάνας και τα τελικά σχέδια από καρυδιά, έγιναν από τον σύζυγό της.
Το άρθρο κατέληγε με την εξής ερώτηση: «Θα μπορέσει πάλι να ξαναμπεί το αρχαίο έπιπλο στη ζωή μας; Αυτό ο χρόνος θα το δείξει…»
Σήμερα λοιπόν, μετά από μισό αιώνα, κοιτώντας κανείς τις φωτογραφίες διαπιστώνει ότι πολλά από αυτά τα έπιπλα θα μπορούσαν άνετα να μπουν ακόμα και σε ένα καινούριο σπίτι με λίγο πιο κλασική διακόσμηση.
2

Κλισμός. Το σχέδιο αυτού του καθίσματος είναι από λήκυθο του 5ου πΧ αιώνα. Φυλάσσεται στο μουσείο της Οξφόρδης

3

Ανάκλιντρο από ερυθρόμορφο αγγείο του 465- 460 π.Χ που ανεσκάφη στην αρχαιότερη ελληνική συνοικία Σπίνα στις εκβολές του Πάδου

4

5
«Τράπεζα» από λεκάνη του 400 π.Χ που βρίσκεται στο Ερμιτάζ του Λένινγκραντ


«Τράπεζα» από αγαλματίδιο του 6ου αιώνα που βρέθηκε στις ανασκαφές της Κύπρου και είναι σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου

6
Δίφρος. Το σχέδιο του καθίσματος αυτού, που διπλώνει, είναι από πήλινη πλάκα του 6ου π.Χ αιώνα και βρίσκεται στο κρατικό Μουσείο Βερολίνου

7
Δίφρος. Το σχέδιο αυτού του καθίσματος είναι εμπνευσμένο από κύλικα του 480 π.Χ που βρίσκεται στο Μουσείο του Βερολίνου

mixanitouxronou.gr

Το διαβάσαμε από το: Έτσι ήταν τα έπιπλα των αρχαίων Ελλήνων. (φωτογραφίες) http://thesecretrealtruth.blogspot.com/2016/02/blog-post_7073.html#ixzz41ZG9WYVH

Η θεραπευτική δύναμη του ήχου

bad40-11

Ο ήχος και η φωνή επικοινωνώντας άμεσα με τις υποσυνείδητες περιοχές του νου, θεωρείται ως το αρχαιότερο μέσο θεραπείας. Σήμερα είναι πλέον αποδεκτή η θεραπευτική δύναμη του ήχου. Από παλιά ιερείς, θεραπευτές, φιλόσοφοι και μουσικοί πίστευαν, ότι η δύναμη του ήχου και γενικά της μουσικής μπορεί να φέρει σε αρμονία σώμα και νου του ανθρώπου. Ο ήχος έχει πρόσβαση στις βαθύτερες καταστάσεις της συνείδησης.

Οι απεριόριστες χρήσεις της δύναμης του ήχου ήταν αρκετά γνωστές στους Αρχαίους Έλληνες. Ευρύτατα διαδεδομένη ήταν η χρήση επωδών, που θεωρούνταν ιαματικά άσματα ή λόγια, που αποδίδονταν στον Ασκληπιό. Μ’ αυτά πίστευαν, ότι θεραπεύονταν τραύματα και κάθε νόσος. Η Ελληνική Μυθολογία και Ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα ατόμων, που έκαναν χρήση των απόκρυφων δυνάμεων του ήχου. Ο θεός Πάνας με την άγρια φωνή του τρομοκρατούσε τους εχθρούς του και τους έτρεπε σε φυγή (πανικός), ενώ με τη μουσική του αυλού του προσέλκυε τις νύμφες, που δεν μπορούσαν να αντισταθούν στο άκουσμα της μουσικής του. Με τη δύναμη της μουσικής του ο φιλόσοφος Εμπεδοκλής γαλήνεψε έναν εξαγριωμένο νέο, που ήταν έτοιμος να επιτεθεί στον συκοφάντη του πατέρα του. Ο Αμφίονας, γιος της Αντιόπης, γνώριζε την τέχνη εμψύχωσης των λίθων και μ’ αυτή τη γνώση που κατείχε, κατάφερε να οικοδομήσει τα τείχη των Θηβών. Στο άκουσμα της λύρας και του τραγουδιού του οι πέτρες κινούνταν και τα δέντρα άφηναν τις ρίζες τους στο χώμα και παραδίνονταν στους ξυλουργούς. Οι κινούμενες πέτρες έμπαιναν σε τάξη με τον ήχο της λύρας και έτσι υψώθηκε το τείχος με τις επτά πύλες, γιατί η λύρα του είχε επτά χορδές. Μ’ αυτό τον τρόπο η Θήβα έγινε ισχυρή πόλη. Ο θεός Απόλλων με τη δύναμη των μελωδιών της λύρας του έχτισε τα τείχη της Τροίας.* Ο Ορφέας με τη μουσική του μάγευε θεούς και ανθρώπους. Οι ορφικοί ύμνοι με τη σωστή χρήση και εκφορά τους μπορεί να επιταχύνουν τους ρυθμούς της πνευματικόνοητικής εξέλιξης του χρήστη. Ο Ορφέας ψέλνοντας με την συνοδεία ενός μουσικού οργάνου είχε την δύναμη να επιδρά στην συναισθηματική και νοητική σφαίρα των ανθρώπων εξαγνίζοντάς τις και βοηθώντας στην εξέλιξή τους. Χρησιμοποιώντας τη μελωδική φωνή του και επαναλαμβάνοντας τους ήχους μπορούσε να δημιουργήσει εικόνες στα μάτια των μαθητών του και να διευρύνει την αντίληψή τους για την πραγματικότητα. Μ’ αυτό τον τρόπο τους οδηγούσε σε επαφή με ανώτερους κόσμους. Αυτή η συγκεκριμένη τεχνοτροπία χρησιμοποιήθηκε αργότερα στις τελετουργίες των Ελληνικών Μυστηρίων. Ακόμη πιο καθοριστική ήταν η συμβολή του Πυθαγόρα, τόσο στην εξέλιξη του ήχου, όσο και στη συστηματοποίηση της μαθηματικής βάσης της μουσικής κλίμακας. Ο Πυθαγόρας πίστευε ότι τα άστρα και οι πλανήτες παράγουν ήχους, που δεν γίνονται αντιληπτοί, λόγω ατέλειας του ανθρώπινου αυτιού. Μπορούν όμως και επηρεάζουν τον ψυχισμό του ανθρώπου. «Αν κάποιος σαν τον Πυθαγόρα, που άκουγε αυτή την αρμονία, είχε ελεύθερο τον γήινο φορέα του και εξαγνισμένες τις αισθήσεις του και φωτεινό τον ουράνιο φορέα του, από αγαθή τύχη, ή λόγω χρηστής ζωής, ή μέσω κάποιας τελειοποίησης από τα ιερά λειτουργήματα, αυτός ο άνθρωπος θα αντιλαμβάνονταν αόρατα πράγματα και θα άκουγε ανήκουστα πράγματα σε άλλους». (Αριστοτέλους: Περί Ουρανού). Οι Πυθαγόρειοι πίστευαν, ότι η μουσική οδηγεί στην ενοποίηση σώματος και ψυχής και διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή τους. Κοιμόντουσαν ακούγοντας ένα είδος μουσικής, που τους βύθιζε σε βαθύ ύπνο και ξύπναγαν στο άκουσμα μιας μουσικής, που τους έδινε ενέργεια και ζωτικότητα. Όλες αυτές οι συνήθειες και πεποιθήσεις των Αρχαίων Ελλήνων δείχνουν, ότι κατείχαν αρκετά σημαντικές γνώσεις γύρω από την επιστήμη της Ψυχο-Ακουστικής. Η μουσική, μαζί με το σιτάρι και τις μέλισσες, ήταν κατά την Αρχαιότητα τα δώρα των Θεών στον άνθρωπο, στην προσπάθεια να τον βοηθήσουν στην εξέλιξή του. Η γενεσιουργός αιτία των δομών της ύλης είναι η ΔΟΝΗΣΗ. Η μουσικοθεραπεία βασίζεται στην επιστήμη της Κυματικής, σύμφωνα με την οποία κάθε υγιές όργανο εκπέμπει μια συγκεκριμένη δόνηση και η μεταβολή της σημαίνει την εμφάνιση κάποιας ασθένειας. Πίσω από τη δημιουργία των δομών του ορατού κόσμου κρύβονται οι ηχητικές δονήσεις. Ο Πλωτίνος ταύτιζε τον ήχο με την δημιουργό ενέργεια. Οι δονήσεις, οι συχνότητες, η περιοδικότητα και τα ρυθμικά μοτίβα ίσως είναι η γενεσιουργός αιτία της ύλης, αποτελώντας ταυτόχρονα μια γιγάντια μουσική ορχήστρα ηχοχρωμάτων, που αέναα εκτελεί ένα μουσικό έργο εν αγνοία μας. Τα ενεργειακά κέντρα του ανθρώπου αφυπνίζονται με την εκφορά επαναλαμβανόμενων λεκτικών φράσεων. Η αφύπνιση αυτή οδηγεί στην ανάπτυξη των ψυχικών δυνάμεων του ατόμου. Η σωστή χρήση τους μπορεί να βοηθήσει στην καλή υγεία του σώματος και την επιμήκυνση της ζωής για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Από την Αρχαιότητα είναι ευρύτατα διαδεδομένη η θεραπεία ασθενειών με τη χρήση επαναλαμβανόμενων ήχων. Ο Πλάτων πίστευε ότι τα δημιουργήματα των καλλιτεχνών δεν είναι στην ουσία δικά τους, αλλά δώρο των θεών. Η επίδραση του ήχου στη ζωή μας είναι πολυεπίπεδη και πολυποίκιλη.

theancientwebgreece

olympia.gr

Χαλκιδική, η Ελληνική Μυθολογία


1

Η Ελληνική µυθολογία αναφέρεται συχνά στη Χαλκιδική:
Το αρχαίο όνοµα της Κασσάνδρας ήταν Φέγρα, δηλαδή τόπος της φωτιάς. Πιστεύεται ότι ήταν η γη των Γιγάντων και το πεδίο µάχης του πολέµου µεταξύ των Θεών του Ολύµπου και των Γιγάντων, όταν οι τελευταίοι επιχείρησαν να εκδιώξουν τους Θεούς από τον Όλυµπο.

Σύµφωνα µε ένα µύθο,
ο Εγκέλαδος, ένας από τους Γίγαντες, καταπλακώθηκε από βράχο που πέταξαν εναντίον του οι Θεοί του Ολύµπου. Έτσι, ο “Εγκέλαδος-Σεισµός” γίγαντας, είναι θαµµένος
στην Κασσάνδρα, αλλά µη έχοντας πεθάνει, από καιρό σε καιρό προσπαθεί να ελευθερωθεί από το βράχο που τον έχει καταπλακώσει και οι προσπάθειές του αποτελούν το φαινόµενο του σεισµού.
Στο άλλο άκρο της Χαλκιδικής η χερσόνησος του Aθω πάλι σχηµατίστηκε και πήρε το όνοµα της από το βράχο που έριξε εναντίον των θεών ο Γίγαντας Άθως. Η Σιθωνία οφείλει το όνοµά της στο Σίθωνα, το γιο του Ποσειδώνα.
2

Η Θεά Άρτεμις,
ρωμαϊκό αντίγραφο
ελληνικού πρωτοτύπου,
τέλη 4ου αρχές 3ου αι. π.Χ.
Τα απολιθωµένα λείψανα ελεφαντοειδών και άλλων εξαφανισµένων ειδών που βρέθηκαν στη Νικήτη και έχουν εντοπιστεί στα Βραστά, στην Τρίγλια κ.α. αποτελούν µάρτυρες µιας άλλης εποχής, που µάλλον δεν είδε ποτέ ανθρώπινο γένος. Επίσης τα ευρήµατα στο Σπήλαιο των Πετραλώνων απέδειξαν ότι η παρουσία του ανθρώπου εδώ ξεπερνά τις 700.000 χρόνια, ενώ το κρανίο του αρχανθρώπου υπολογίζεται πως έχει ηλικία 200.000 ετών περίπου. Εγκαταστάσεις οργανωµένης κοινωνίας έχουµε στη Χαλκιδική από το 4.000 π.Χ. και οι παλαιότεροι κάτοικοί της ήταν Θράκες και Πελασγοί.
Τον 8ο αι. π.Χ. πλήθος κατοίκων καταφθάνει στην περιοχή, προερχόµενο κυρίως από την Χαλκίδα (εξ ού και η ονομασία “Χαλκιδική”) και την Ερέτρια. Στο τέλος του 5ου αι. π.Χ. οι 32 σπουδαιότερες πόλεις ιδρύουν υπό την ηγεσία της Ολύνθου, το “κοινόν των Χαλκιδέων”, το οποίο θα διαλυθεί το 379 π.Χ. από τους Σπαρτιάτες. Το 348 π.Χ. ο Φίλιππος ενσωµατώνει την περιοχή στο Μακεδονικό Βασίλειο. Στα Ελληνιστικά χρόνια ιδρύονται τρεις µεγάλες πόλεις: Κασσανδρεία (315), Ουρανούπολις (315) και Αντιγόνεια (στη µέση της Καλαµαριάς το 280 π.Χ.). Το 168 π.Χ. περνά στα χέρια των Ρωµαίων και παρακµάζει καθώς οι πόλεις της περιήλθαν υπό τον έλεγχο Ρωµαίων εµπόρων κυρίως.

3
Ναός της Άρτεμης στην Έφεσο
Οι αρχαίοι Έλληνες αποίκησαν την χερσόνησο του Αγίου Όρους πολύ νωρίς, η οποία κατά τους αρχαίους χρόνους ονομάζονταν Ακτή. Ξέρουμε πως υπήρχαν οκτώ πόλεις στην Ακτή: το Δίον, η Ολόφυξος,ο Άθως οι Ακροθώοι (εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η Μονή Μεγίστης Λαύρας), οι Κλεωνές,η Απολλωνία,η Ουρανούπολη, το Παλαιώριο και η Θυσσός. Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε την ακριβή θέση των οικισμών αυτών. Εικάζεται πως οι πρώτες τρεις βρισκόντουσαν στην ανατολική πλευρά και οι άλλες δύο στην δυτική.
Ο Ηρόδοτος χαρακτηρίζει τη θάλασσα του Aθω «θηριωδεστάτη», μιας και το 492π.Χ. εκεί καταποντίστηκε ολόκληρος ο περσικός στόλος που είχε βάλει πλώρη για την Αθήνα υπό τον στρατηγό Μαρδόνιο. Χάθηκαν είκοσι χιλιάδες άνδρες και τριακόσια πλοία. Την εποχή των περσικών πολέμων η χερσόνησος αριθμούσε περί τις δέκα χιλιάδες κατοίκους. Πρέπει να έκαναν πολύ υγιεινή ζωή, μιας και σύμφωνα με τον Λουκιανό, ζούσαν εκατόν τριάντα χρόνια! Πολλοί από αυτούς ήταν Πελασγοί και Ετρούσκοι.
Αν και ήξεραν ελληνικά, μιλούσαν κι άλλες γλώσσες, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη. Οι πλυθησμοί που ζούσαν στην Ακτή τιμούσαν τους ίδιους θεούς με την λοιπή Ελλάδα. Στο υψηλότερο σημείο του Aθω ορθώνονταν ένα άγαλμα που ονομαζόταν ο “Αθώος Δίας” (εξ ου και η ονομασία Άθως), του οποίου η σκιά όταν έγερνε ο ήλιος λέγεται ότι άγγιζε τη Λήμνο. Οι πρώτοι κάτοικοι του Aθω λάτρευαν επίσης τη Δήμητρα, την Αφροδίτη, την Αρτέμιδα, τον Απόλλωνα και τον Ασκληπιό.
Κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. οι Αθηναίοι χάνουν τον έλεγχο της Χαλκιδικής, η οποία εντάσσεται στο βασίλειο της Μακεδονίας. Αργότερα, κατά τους πρώτους αιώνες της χριστιανικής εποχής, επιδεινώνεται συνεχώς η παρακμή της Χαλκιδικής: πέραν του ζυγού των Ρωμαίων δέχεται μαζικές εισβολές Σλάβων και Βουλγάρων. Οι επιπλέον ταλαιπωρίες από τους πειρατές εξηγούν γιατί εγκαταλείπεται σταδιακά ο πληθυσμός της χερσονήσου. Έτσι, κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ. δεν κατοικεί πλέον κανείς στις πόλεις της Ακτής. Υπάρχουν μόνον αγάλματα…
Αντιθέτως κατά τα αρχαία χρόνια υπήρχε αυστηρό Άβατον για τους άντρες. Εκεί υπήρχαν ιερά της θεάς Αρτέμιδος, στα οποία βρίσκονταν οι ιέρειες της, νέες αγνές κοπέλες, και θεραπαίνιδες της θεάς.

Στη Μονή Μεγίστης Λαύρας υπάρχει μία μαρμάρινη αναθηματική ανάγλυφη πλάκα,στην οποία απεικονίζεται ένα τεράστιο αυτί εντός πλαισίου, πάνω από το οποίο υπάρχει εγχάρακτη η επιγραφή: ΑΡΤΕΜΙΔΙ ΑΓΡΟΤΕΡΑ / ΝΕΒΡΙΣ ΕΠΙΤΑΓΗΝ / ΑΝΕΘΗΚΕΝ. Από τους χαρακτήρες εξάγεται το συμπέρασμα ότι η πλάκα ανήκει στην κλασική ελληνική περίοδο και χρονολογείται στον Ε΄ – Δ΄ π.Χ. αιώνα. Η τοποθέτηση της αναθηματικής πλάκας στο συγκεκριμένο σημείο είναι αφιέρωμα κάποιας Νεβρίδος στην θεά Αρτέμιδα και αποτελεί απόδειξη πως υπήρχαν ελληνικοί ναοί οι οποίοι κατεστράφησαν (ίσως, χωρίς να είμαστε βέβαιοι και) από τους χριστιανούς μοναχούς.
Κατά την ομηρική εποχή, η θεά «ρυθμίζει την αγνότητα του πρωτόγονου βίου, όπου η μητρότητα συνδυάζεται με τη γονιμότητα αλλά όχι και με τον έρωτα».
Παραπέμπει στον Γάλλο φιλόσοφο και ιστορικό Πιέρ Γκριμάλ, ο οποίος παρατηρεί «μια ιδιοτυπία στη λατρεία της Αρτέμιδος: στην παρθένο θεά απευθύνονταν για να ζητήσουν βοήθεια κατά τον τοκετό», αφού μπορούσε να φανεί και κακότροπη, οπότε «οπλισμένη με τόξο, έριχνε ένα βέλος στην ετοιμόγεννη, δίνοντάς της αιφνίδιο θάνατο».
Αυτό συνδέει την Αρτέμιδα με την πρωιμότερη Ειλείθυια, η οποία, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Παυσανία, «λατρεύτηκε στη Δήλο ως εύλινος (αυτή που κλώθει καλά) και ταυτιζόταν φανερά με τη μοίρα. Η Ειλείθυια», προσθέτει ο Γκριμάλ, «είναι η θεά του τοκετού, δηλαδή της στιγμής κατά την οποία αρχίζει να ξετυλίγεται το νήμα της ζωής.
“Μήπως, λοιπόν, η Aρτεμις, η θεά του αιφνίδιου θανάτου, ήταν εκείνη που στην προομηρική ποίηση σπάει αυτό το νήμα;” Aλλωστε σ’ αυτήν μόνο αποδίδει ο Oμηρος το επίθετο «χρυσήλακτος», αυτή που κρατάει τη χρυσή ηλακάτη, τη χρυσή ρόκα.

Η θεά Άρτεμη
H Άρτεμη είναι μια από τις παλαιότερες, πιο περίπλοκες αλλά και πιο ενδιαφέρουσες μορφές του ελληνικού πανθέου. Κόρη του Δία και της Λητώς, δίδυμη αδερφή του Απόλλωνα, βασίλισσα των βουνών και των δασών, θεά του κυνηγιού, προστάτιδα των μικρών παιδιών και ζώων.
Η γέννηση της ιδιόρρυθμης θεάς τοποθετείται στο νησί Ορτυγία. Σ’ αυτό το άγονο πετρονήσι και μετά από φοβερές ταλαιπωρίες και περιπλανήσεις είχε καταφύγει η έγκυος Λητώ προκειμένου να κρυφτεί και να προφυλαχτεί από την καταδιωκτική μανία της νόμιμης συζύγου του Δία, της Ήρας. Εκεί και με τη βοήθεια όλων των γυναικείων θεοτήτων (εκτός της Ήρας) ήρθε στο φως η Άρτεμη και λίγο αργότερα ο αδερφός της ο Απόλλωνας.
Από τις πρώτες κιόλας ώρες της γέννησής της η Άρτεμη παίρνει πρωτοβουλίες. Αν και νεογέννητο βρέφος, βοηθά την εξουθενωμένη μητέρα της να ξεγεννήσει και το δεύτερο της παιδί και ταυτίζεται με τον τρόπο αυτόν με την Ειλείθυια, τη θεά του τοκετού. Πανέμορφη και πανέξυπνη η Άρτεμη, είχε από πολύ νωρίς κερδίσει την εκτίμηση των άλλων θεών. Ήδη από τα τρία της χρόνια είχε συγκεκριμένες απαιτήσεις, που αφορούσαν την ενδυμασία της, τον εξοπλισμό της και την ακολουθία της στην πιο αγαπημένη της ενασχόληση, το κυνήγι. Ήταν παιδί που ήξερε τι ήθελε και πραγματικά σταθερό και άκαμπτο στις αποφάσεις του.
Ο Δίας τη θαύμαζε για την επιμονή της και, λόγω της ευστροφίας της, της έτρεφε πολύ μεγάλη αγάπη και ικανοποιούσε όλες της τις επιθυμίες. Ένα από τα πρώτα πράγματα που ζήτησε η Άρτεμη σαν δώρο από τον πατέρα της ήταν η αιώνια αγνότητα και παρθενία. Πιστή και σταθερή σ’ ό,τι ζητούσε και τη δέσμευε, η παρθενική θεά δε σπίλωσε ποτέ ούτε το ήθος της, ούτε και το χαρακτήρα της. Σοβαρή και περήφανη, διατήρησε την αγνότητά της περιφρονώντας ερωτικές πολιορκίες κι επιθέσεις. Αφοσιωμένη στο κυνήγι και τη φύση, αδιαφόρησε για τις χαρές του γάμου και τις απολαύσεις του έρωτα. Με επιβολή και αυστηρότητα απαίτησε την αθωότητα και την παρθενικότητα όχι μόνο του εαυτού της, αλλά και των Νυμφών που την περιστοίχιζαν κι επίσης αυτών που με τις υπηρεσίες τους την τιμούσαν.

Η Άρτεμη ήταν μια θεά αμείλικτη που ποτέ σχεδόν δε συγχωρούσε. Οποιαδήποτε παρατυπία σε βάρος της, οποιαδήποτε παρέκκλιση από τα πιστεύω της και τις αρχές της άξιζε την τιμωρία της. Η αδυσώπητη οργή της ήταν έτοιμη να ξεσπάσει ανά πάσα στιγμή απέναντι στον παραβάτη των αυστηρών της κανόνων. Τα θανατηφόρα της βέλη στόχευαν διαρκώς θνητούς, θεούς και ήρωες που παρέβλεπαν την ύπαρξή της ή αμελούσαν τις αρχές και τη λατρεία της.

http://ift.tt/1tR74e
olympia.gr

Καλλυντικά και Αρώματα

6089c-ce91cea1cea9ce9cce91cea4ce99cea3ce9cce9fcea3cea1ce9fcea5cea7ce99cea3ce9cce9fcea5

ΑΡΩΜΑΤΙΣΜΟΣ ΡΟΥΧΙΣΜΟΥ
Η αρωματοποιία αποτελούσε έναν κλάδο ξεχωριστό, που απαιτούσε δεξιοτεχνία, εφευρετικότητα, αλλά και την απαραίτητη μυστικότητα. Επρόκειτο για μια σπουδαία τέχνη για την οποία γράφτηκαν ποικίλα αρχαία συγγράμματα, με περιεχόμενο θεραπευτικό, καλλωπιστικό και επικουρικό. Οι αρχαίοι διέκριναν τα αρώματα σε δύο κατηγορίες. Σε αυτά που βρίσκονταν σε υγρή κατάσταση, τα έλαια, και στα παχύρρευστα και στερεά, τιςαλοιφές. Τα ρήματα που χρησιμοποιούσαν αντίστοιχα ήταν το χρίω και το αλείφω, ενώ συναντάται επίσης το ξεραλοίφειν για επάλειψη σε στεγνό και όχι υγρό σώμα. Τα αρωματικά έλαια χαρακτηρίζονται ως ευώδη.

Οι αρχαίοι συγγραφείς όπως ο Αθήναιος, ο Ιπποκράτης, ο Ξενοφών, ο Ηρόδοτος, ο Αριστοτέλης, ο Θεόφραστος και άλλοι, αναφέρουν λεπτομέρειες σε σχέση με τα αρχαία αρώματα από λουλούδια, τα οποία έπαιρναν το όνομά τους είτε από το αρωματικό φυτό από το οποίο παράγονταν είτε από το όνομα του παρασκευαστή τους. Το μεγαλείον για παράδειγμα, διάσημο άρωμα της Εφέσου, πήρε το όνομά του από τον
Μέγαλλο από τη Σικελία. Τα πιο γνωστά αρχαία ελληνικά αρώματα ήταν το ίρινον, ελαιόλαδο με εκχυλίσματα από ρίζες ίριδας, το νάρδον, το βάλσαμο, η στακτή το αυθεντικό βάλσαμο μύρου, το μελίνιο από κυδωνέλαιο, το ρόδιο μία διάσημη αλοιφή από τη Ρόδο από εκχύλισμα τριαντάφυλλου μαζί με άλλα αιθέρια έλαια, το τύλιον έλαιον και άλλα.Πολλές πόλεις μάλιστα ήταν ταυτισμένες με την παραγωγή συγκεκριμένων αρωμάτων και αλοιφών, όπως η Κύζικος περίφημη για το άρωμα της ίριδας, η Κως για το άρωμα μαντζουράνας και μήλων, η Φάσηλης για το ρόδο της κ.τ.λ.

Τα αρώματα, τα καταπλάσματα και οι αλοιφές, έπαιζαν σπουδαίο ρόλο στις ποικίλες εκδηλώσεις της καθημερινής ζωής των αρχαίων. Στις αρχαίες πηγές γενικά γίνεται αναφορά σε σχετικά προϊόντα, όπως για παράδειγμα στον Όμηρο, στον Αρχίλοχο, τη Σαπφώ, τον Αλκαίο και τον Ανακρέοντα. Η χρήση των προϊόντων αυτών θα πρέπει να ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στην εποχή του Σόλωνα, γεγονός που οδήγησε το νομοθέτη στο να απαγορέψει τους άντρες να πουλάνε αρώματα και αλοιφές. Ο Σωκράτης, ο Αριστοφάνης και ο Θουκυδίδης διαμαρτύρονται επίσης για τη χρήση αρωμάτων από τους άντρες. Ο Μέγας Αλέξανδρος γνωρίζουμε ότι ανάμεσα στα υπόλοιπα υπάρχοντα του Δαρείου ανακάλυψε και ένα κιβώτιο με αρώματα, πολυτέλεια την οποία υιοθέτησαν έπειτα οι συμπατριώτες του, μαζί με διάφορες άλλες τρυφές.

Ο Ξενοφώντας αναφέρει ότι οι Πέρσες διέθεταν κοσμητές, δηλαδή αρωματοποιούς για να τους τρίβουν και να τους κάνουν όμορφους. Από τον Πλίνιο πληροφορούμαστε επίσης πώς κατά περιόδους υπήρχαν αρώματα τα οποία ήταν στη μόδα. Έτσι για παράδειγμα το άρωμα από τη Δήλο έδωσε τη θέση του σ’ αυτό από τη Μένδη της Αιγύπτου, ενώ αυτό της Κορίνθου στο άρωμα της Κυζίκου. Γενικά στον ελλαδικό χώρο υπήρχαν σημαντικά κέντρα παρασκευής αρωμάτων, όπως η Κόρινθος και η Χαιρώνεια η οποία ήταν διάσημη για την κρύα αλοιφή από τον κρίνο, η οποία παρασκευάζονταν και στα χρόνια του Παυσανία το 180 μ.Χ. Το σημαντικότερο όμως κέντρο του ελληνικού κόσμου για την παραγωγή καλλυντικών, αλοιφών και αρωμάτων από την ελληνιστική περίοδο και εξής ήταν η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.

Μινωίτες και Μυκηναΐοι
Οι Μινωίτες για την παρασκευή αρωμάτων εκμεταλλεύονταν την πλούσια Κρητική βλάστηση. Στις πινακίδες που αποκαλύφθηκαν στην Κνωσό, αναφέρονται περίπου δώδεκα είδη κομμεορρητίνης, σπόροι και αρωματικά λάδια προερχόμενα από φυτά, όπως ο κορίανδρος, η κύπερη, το σφάκο (φασκομηλιά), το κρίτανο, η μαστίχα της φιστικιάς τερεβίνθου και το φοινίκιο. Το σπουδαιότερο φυτό της Κρήτης ήταν το λάδανο του οποίου η ρητίνη χρησιμοποιούνταν σε θυμιάματα, σε θεραπευτικές αλοιφές, αλλά και στην κόκκινη βαφή των αρωμάτων. Άλλο ονομαστό φυτό ήταν η Theangelis γνωστή ως δίκταμος, φυτό που φύονταν στα Δικταία Όρη, από το οποίο παρασκευάζονταν έλαιο με τονωτικές και διεγερτικές ιδιότητες. Οι Μινωίτες εκμεταλλεύονταν επίσης τον κρόκο, τον κρίνο, την ίριδα, τη μυρτιά, τη μαντζουράνα, τα άνθη και τα φρούτα της κυδωνιάς, το μάραθο, τον άνηθο, τον κορίανδρο, τη ρητίνη της αγριοκυδωνιάς, του κέδρου, του κυπαρισσιού και του πεύκου του Χαλεπιού.

Μεταφερθείτε ΕΔΩ για να δείτε σε φωτογραφικό και περιγραφικό περιβάλλον τα αγριολούλουδα που μπορούσαν να χρησιμοποιούν την Κρητομυκηναϊκή εποχή στην Κρήτη

ΜΙΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΛΟΥΚΑΚΗ

Οι Μυκηναΐοι χρησιμοποιούσαν στην Πύλο και τις Μυκήνες κύπερη, φασκόμηλο, κύμινο, κορίανδρο, ίριδα, μάραθο, μαντζουράνα και γλυκάνισο. Τα σημαντικότερα Μυκηναϊκά αρώματα ήταν της φασκομηλιάς, του ρόδου, της κύπερης και του άσπρου κρίνου. Επίσης γνωστά ήταν και τα αρώματα σύνθετης οσμής, με μυρωδιά κύπερης και ρόδου. Τα αρωματικά λάδια και οι κρέμες εκτός από την περιποίηση των ζωντανών, προσφέρονταν στους θεούς, αλλά και ως κτερίσματα στους νεκρούς.
Σχετικά με τα προϊόντα καλλωπισμού των Μυκηναΐων πληροφορίες αντλούμε από τις πινακίδες της Γραμμικής Β΄, οι οποίες μας δίνουν στοιχεία τόσο για τις πρώτες ύλες και τη χορήγησή τους στους αρωματοποιούς, όσο και για την αποθήκευση, την παραγωγή και τη διακίνησή τους.

Μυρεψεία – Σκεύη και Μέθοδοι Επεξεργασίας των προϊόντων
Στο Μινωικό και Μυκηναϊκό πολιτισμό πρέπει να υπήρχαν πολλά μυρεψεία, χώροι παρασκευής προϊόντων καλλωπισμού, αλοιφών και αρωμάτων. Τέτοια στοιχεία εντοπίστηκαν στο ανάκτορο της Ζάκρου (α΄ μισό 15ου αιώνα), στο ανάκτορο της Πύλου (τέλη 13ου αιώνα), στην Οικία του Λαδεμπόρου, αλλά και στην Οικία των Σφιγγών στις Μυκήνες.Στα μυρεψεία αυτά και κυρίως σ’ αυτό της Ζάκρου, βρέθηκε πλήθος αγγείων, κυάθια, κύπελλα, αγγεία κοινής χρήσης, σταμνοειδή, ευρύστομα καδοειδή, αλλά και ολόκληρες σειρές από πύραυνα, θυμιατήρια δηλαδή με διάτρητο πόδι και άνοιγμα για την τοποθέτηση του κάρβουνου, πυριατήρια, καλύμματα χυτρών, ηθμοί(σουρωτήρια), τριποδικές χύτρες, πήλινη σχάρα, σκεύη που στο σύνολό τους χρησιμοποιούνταν για την παρασκευή εκχυλισμάτων αρωματικών βοτάνων.

Γενικώς τα σκεύη που χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή καλλυντικών προϊόντων και αρωμάτων ήταν:
· Τα γουδιά και οι τριπτήρες, για το κομμάτιασμα ή το άλεσμα του καρπού ή για την επεξεργασία άλλων υλών, όπως το θρυμμάτισμα των ανόργανων υλικών για τα χρώματα

· Οι λεκάνες, για την παραγωγή του κρασιού ή του λαδιού

· Η ασάμινθος, η μπανιέρα δηλαδή, για το μούλιασμα των λουλουδιών μέσα σε νερό, λάδι ή λίπος για την εξαγωγή του αρώματός τους

· Οι χύτρες, για το βράσιμο του λαδιού με σκοπό την παρασκευή του αρώματος

· Τα μυροδοχεία, τα αγγεία στα οποία συσκεύαζαν το έτοιμο προϊόν, τα οποία είχαν διάφορα σχήματα, ονόματα, αλλά και διακόσμηση

· Τα θυμιατήρια, τα λεγόμενα πύραυνα ή πυριατήρια

Επεξεργασία

Σε σχέση με τις μεθόδους επεξεργασίας που πιθανόν χρησιμοποιούσαν οι αλοιφοποιοί της μινωικής και μυκηναϊκής εποχής, δεν έχουμε σαφείς γραπτές μαρτυρίες αλλά ούτε και άλλες αρχαιολογικές πληροφορίες. Ο Διοσκουρίδης του 1ου αι. μ.Χ. περιγράφει λεπτομερώς τη μέθοδο παρασκευής αρωματικών λαδιών, η οποία από τους ερευνητές θεωρείται πως θα πρέπει πιθανόν να ήταν ίδια με αυτή και των προγενέστερων εποχών (Demateria medica 1.43-55):

«Η επεξεργασία γινόταν σε δύο στύψεις. Σκοπός της πρώτης ήταν να καταστήσει το λάδι δεκτικό στο άρωμα των λουλουδιών και των φύλλων που θα προσέθεταν αργότερα. Κατά την πρώτη φάση λοιπόν παρασκεύαζαν μία αλοιφή από κονιορτοποιημένες ρίζες καλάμου, σχοίνου και κύπειρου, αναμεμειγμένες με νερό ή κρασί και την έβραζαν σε λάδι. Μετά σούρωναν το λάδι και το άφηναν να κρυώσει. Η δεύτερη στύψη αποτελούνταν από το βούτηγμα στο κρύο λάδι, εκείνων των λουλουδιών ή των φύλλων που θα έδιναν το τελικό άρωμα. Στο τέλος προσέθεταν τεχνικό χρώμα, αλάτι για τη συντήρηση ή μπαχαρικά.

Η απόσταξη στη αρχαιότητα

Η απόσταξη με τη σημερινή της έννοια δεν ήταν γνωστή στην αρχαιότητα. Οι μέθοδοι για την εξαγωγή αρώματος ήταν η εξαγωγή αρώματος από λουλούδια με εμποτισμό και η έκθλιψη – στύψη.

Στην πρώτη περίπτωση τα πέταλα των λουλουδιών απλώνονταν σε ζωικό λίπος ή λάδι και αντικαθίσταντο με νέα μέχρι το λίπος να κορεστεί από το άρωμά τους. Μέσα σ’ αυτό το λάδι ή το λίπος, που πιθανόν να ήταν ζεστό, τα λουλούδια θα έπρεπε να παραμείνουν για να μουλιάσουν. Από αυτή τη διαδικασία προέκυπτε έπειτα μία μυραλοιφή στην οποία έδιναν σχήμα σφαίρας ή κώνου και τη χρησιμοποιούσαν στις γιορτές και τον καλλωπισμό.

Στην έκθλιψη ή στύψη τα άνθη ή οι σπόροι τοποθετούνταν σε λινά υφάσματα υπό μορφή σάκου με θηλιές στις δύο απολήξεις οι οποίες στρέφονταν αντιθετικά ή ακολουθούσαν την ίδια διαδικασία του πιεστηρίου, όπως για την παρασκευή του κρασιού και του λαδιού.Στην όλη διαδικασία θα χρησιμοποιούνταν επίσης η ρητίνη του λαδάνου, του στύρακος, της μαστίχας, του κέδρου και του πεύκου. Τα υλικά θα πρέπει να ανακατεύονταν στις κατάλληλες ποσότητες, στη σωστή σειρά και θερμοκρασία, ενώ στο μείγμα θα προστίθετο και μία ορυκτή χρωστική ουσία. Τις αλοιφές θα πρέπει να τις έβραζαν.

Οι Μινωίτες γνωρίζουμε πως εισήγαγαν κανέλα, βάλσαμο, μύρο, χέννα, νάρδο, βάλανα από την Αίγυπτο, τη Συρία, την Κύπρο, ενώ εξήγαγαν πρώτες ύλες, όπως ξύλα κυπαρισσιού, αλλά και έτοιμα προϊόντα όπως λάδι ελιάς, αμυγδάλου και λαδάνου. Πολλά μινωικά βάλσαμα ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή στην Αίγυπτο και αναφέρονται σε πολλά κείμενα της 18ης και 19ης Δυναστείας.

Στις πινακίδες της Γραμμικής Β αναφέρονται επίσης διάφορα καρυκεύματα, κάποια από τα οποία αναφέρεται ότι ζυγίζονταν και άλλα ότι μετριόταν σε όγκο. Προφανώς οι ουσίες που αποτελούνταν από μικρούς σπόρους ή μόρια με συμπαγή και ομογενή φυσιογνωμία καταγράφονται με βάση τις μετρήσεις όγκου, ενώ αυτές που αποτελούνταν από μόρια διαφορετικών διαστάσεων και δεν παρουσίαζαν συμπαγή όψη, καταγράφονται με βάση τις μονάδες βάρους.

Παραγωγή αρωμάτων

Βασική πηγή πληροφοριών σε σχέση με τα αρχαία αρώματα αποτελεί το βιβλίο του Θεόφραστου, Περί Οσμών. Τα βασικά σημεία των όσων σχετικά αναφέρει ο Θεόφραστος, είναι ότι τα αρώματα γενικά οφείλονται στην ανάμειξη. Η μέθοδος για την παραγωγή αρωμάτων σχετιζόταν είτε με την ανάμειξη στερεού με στερεό, μέθοδος με την οποία παράγονταν διάφορες αρωματικές σκόνες, είτε μέσω της ανάμειξης στερεού με υγρό, μέθοδος η οποία ακολουθούνταν από τους αρωματοποιούς και έχει να κάνει με την παραγωγή όλων των αρωμάτων και αλοιφών. Φυσικά θα έπρεπε κανείς να ξέρει πώς να παράγει ένα καλό μείγμα.

Το λάδι

Ο Θεόφραστος δίνει μεγάλη σημασία στον παράγοντα του λαδιού. Το λάδι γενικά είναι δύσκολο να πάρει ένα άρωμα, εξαιτίας της λιπαρής του φύσης, με το σισαμέλαιο και το ελαιόλαδο να είναι τα δυσκολότερα ως προς την απόκτηση αρώματος. Το πιο σύνηθες γι’ αυτή τη δουλειά ήταν το λάδι βαλάνου από την Αίγυπτο ή τη Συρία, καθώς ήταν και το λιγότερο παχύρρευστο. Το ελαιόλαδο που χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή τέτοιων προϊόντων, ήταν το ομφάκινο, από χοντρές ελιές σε ακατέργαστη κατάσταση. Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, για τις αλοιφές ως καλύτερο λάδι χρησιμοποιούνταν το λάδι από πικραμύγδαλο. Γενικά το λάδι το οποίο ήταν το πιο δεκτικό, κρατούσε περισσότερο και ενοποιούνταν καλύτερα με τα υπόλοιπα συστατικά, παράγοντας μία ενιαία ουσία. Με βάση τον Πλίνιο φυτικά έλαια, εκτός από το ομφάκινον, ήταν το λάδι που παράγονταν από τα σταφύλια που μαζεύονταν στα μέσα του καλοκαιριού, το αμυγδαλέλαιο και το λάδι βαλάνου. Αναφέρει επίσης πώς έλαια παράγονταν από τον ασπάλαθο, από τον κάλαμο, το βάλσαμο, την ίριδα, το κάρδαμο, τη μαντζουράνα, τη ρίζα της κανέλας κ.τ.λ.

Τα μπαχαρικά

Για την παρασκευή όλων των αρωμάτων χρησιμοποιούνταν ποικίλα μπαχαρικά, ορισμένα για να λεπτύνουν το λάδι, ώστε να δεχτεί καλύτερα το άρωμα, ορισμένα για να μεταδίδουν τα ίδια το άρωμά τους. Συνήθως, τα λιγότερο έντονα μπαχαρικά χρησιμοποιούνταν για τη λέπτυνση του λαδιού και έπειτα σε επόμενο στάδιο τοποθετούνταν τελευταίο το μπαχαρικό του οποίου η μυρωδιά έπρεπε να διασφαλιστεί, καθώς αυτό που έμπαινε τελευταίο, κυριαρχούσε πάντα. Ο Θεόφραστος αναφέρεται στα καρυκεύματα που χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή αρωμάτων. Τα καρυκεύματα αυτά ήταν όλα στεγνά, ζεστά, στυπτικά και δηκτικά. Κάποια ήταν επίσης πικρά, όπως η ίρις, η σμύρνα και το λιβάνι.

Η φωτιά

Τα περισσότερα αρώματα αποκτούν τις στυπτικές ιδιότητές τους εκτιθέμενα στη φωτιά, ενώ κάποια άλλα ακόμη και χωρίς να εκτεθούν σ’ αυτή. Πάντως σε κάθε περίπτωση η όλη διαδικασία σε σχέση με τη φωτιά πραγματοποιούνταν μέσα σε αγγεία με τη χρήση νερού, χωρίς άμεση επαφή του αρώματος με τη φωτιά, γιατί έτσι θα υπήρχε τεράστια σπατάλη αρώματος, ενώ παράλληλα το προϊόν θα κινδύνευε να πάρει και τη μυρωδιά του καμένου. Σε γενικές γραμμές υπήρχε πολύ λιγότερη απώλεια, όταν το άρωμα έπαιρνε τη σωστή οσμή μέσω της έκθεσής του στη φωτιά, παρά σε ψυχρή κατάσταση. Τα αρώματα αυτά που εκτίθεντο στη φωτιά, αρχικά τα βουτούσαν είτε σε αρωματισμένο κρασί είτε σε νερό. Στην περίπτωση του αρώματος της ίριδας η χρήση της ρίζας γινόταν σε στεγνή κατάσταση, χωρίς τη χρήση της φωτιάς, γιατί στην προκειμένη περίπτωση η αρετή του αρώματος αναδεικνύονταν έτσι πολύ περισσότερο. Συχνά όταν τα αρώματα στύβονταν πρώτα, απορροφούσαν λιγότερο, οι αρετές τους χάνονταν σε μεγάλο βαθμό και γίνονταν στυπτικά.

Τα άνθη

Πολλά πράγματα σε σχέση με τα αρώματα έχουν να κάνουν με την εποχή κατά την οποία μαζεύονταν τα άνθη, αλλά και με το χρόνο και την ωρίμανσή τους. Όλα τα αρώματα τα οποία ήταν από λουλούδια είχαν λίγο σθένος, με το καλύτερό τους άρωμα να είναι αυτό μετά από δύο μήνες και έπειτα να αποσυντίθενται αρκετά γρήγορα. Τα αρχαία αρώματα γενικά καταστρέφονταν από την παραμονή τους σε ιδιαίτερα ζεστό μέρος, καθώς και με την έκθεσή τους στον ήλιο. Έτσι συνήθως για λόγους διατήρησης τοποθετούνταν σε δωμάτια που δεν τα έβλεπε ο ήλιος, σκιερά, μέσα σε δοχεία από μόλυβδο ή σε φιάλες από αλάβαστρο, υλικά κρύα, με πυκνή δομή, που διέθεταν τις επιθυμητές ιδιότητες.

Συνταγές – Χρώματα

Ο Θεόφραστος, ο Πλίνιος και ο Διοσκουρίδης παραδίδουν διάφορες συνταγές για αρώματα. Επίσης ο Θεόφραστος παραδίδει και κάποια πράγματα σχετικά με το χρωματισμό των αρωμάτων, αλλά και των αλοιφών. Κάποια αρώματα, λέει, παράγονταν άχρωμα και κάποια με χρώμα. Για παράδειγμα η βαφή που χρησιμοποιούνταν για το χρωματισμό των κόκκινων αρωμάτων, ήταν η αλκαννίνη από το φυτό βούγλωσσο, ενώ το γλυκό άρωμα της μαντζουράνας βάφονταν με μια βαφή που ονομαζόταν χρώμα, από μία ρίζα εισαγόμενη από τη Συρία.

Ο Θεόφραστος αναφέρει πως όσο πιο πολλοί οι συνδυασμοί των πρώτων υλών, τόσο πιο ενδιαφέρον και ξεχωριστό το άρωμα που παράγονταν. Στα αναμεμειγμένα μάλιστα αρώματα στόχος δεν ήταν να παραχθεί ένα άρωμα με κυρίαρχη τη μυρωδιά ενός από τα υπάρχοντα συστατικά, αλλά ένα άρωμα που να προέρχεται απ’ όλα τα υλικά μαζί. Για το λόγο αυτό κατά τη διάρκεια της παραγωγής του αρώματος, ανοίγονταν το αγγείο και αφαιρούνταν το στοιχείο αυτό του οποίου η μυρωδιά κυριαρχούσε, ενώ προστίθεντο παράλληλα μικρές δόσεις από τα υλικά τα οποία ήταν λιγότερο κυρίαρχα. Στην όλη διαδικασία σύνθετων αρωμάτων τα καρυκεύματα που χρησιμοποιούνταν, υγραίνονταν με αρωματικό κρασί. Έτσι παράγονταν αρώματα τα οποία διαρκούσαν για περισσότερο καιρό. Γενικά ανάμεσα σε όλα τα αρώματα τα οποία χρησιμοποιούνταν, αυτό που προστίθετο στο τέλος ήταν και το πιο κυρίαρχο.

Αλοιφές

Με βάση τον Πλίνιο η συνταγή για την παραγωγή αλοιφών περιλαμβάνει δύο στοιχεία, τους χυμούς και το στερεό μέρος. Τους χυμούς αποτελούσαν ένα σύνολο από έλαια και τα στερεά ένα σύνολο από αρωματικές ουσίες. Το τρίτο στοιχείο που χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή αλοιφών ήταν το χρώμα. Τα έλαια ραντίζονταν με αλάτι για τη διατήρησή τους.

Τα αρώματα και οι αλοιφές της αρχαιότητας γινόταν πιο παχύρρευστα, μέσω της θέρμανσης του λαδιού και των καρυκευμάτων μέσα σε μία δεξαμενή νερού, με την προσθήκη ρετσινιού και γόμμας. Στην τελική σύνθεση αρωμάτων και αλοιφών σημαντικό ρόλο έπαιζαν επίσης τα αρωματικά κρασιά, το νερό και το μέλι. Η λανολίνη χρησιμοποιούνταν μόνο από την εποχή του Πλίνιου και μετά αναμεμειγμένη με μέλι, ως αλοιφή για την απομάκρυνση των λεκέδων από το πρόσωπο.

Μυροδοχεία

Τα αρωματικά λάδια, τα καλλυντικά και τις αλοιφές οι αρχαίοι τα τοποθετούσαν μέσα σε μυροδόχα αγγεία, των οποίων το σχήμα, το μέγεθος και η διακόσμηση εξελίσσονταν μέσα στα χρόνια. Στη μινωική και τη μυκηναϊκή περίοδο χαρακτηριστικό μυροδοχείο ήταν ο ψευδόστομος αμφορέας, ενώ υπήρχαν επίσης ληκύθια, φλασκιά, αλάβαστρα, αλαβαστροειδή και σταμνίσκοι. Στην αρχαϊκή και κλασική εποχή χρησιμοποιούνταν το αλάβαστρο, ο αρύβαλλος, η λύκηθος, ο ασκός και τα εξάλειπτρα, καθώς και ένα σύνολο πλαστικών αγγείων με τη μορφή ανθρώπινων κεφαλών ή ζώων. Για την κατασκευή των αγγείων αυτών χρησιμοποιούνταν υλικά όπως ο πηλός, το αλάβαστρο, ο λίθος, το γυαλί και ακόμη πιο σπάνια ο χρυσός και ο άργυρος. Το αλάβαστρο, η φαγεντιανή, η υαλόμαζα και το μάρμαρο ως «ψυχρά» υλικά, ευνοούσαν τη διατήρηση των ευπαθών αρωμάτων.

Η αποθήκευση των αλοιφών και των αρωμάτων ήταν γενικά μία σημαντική υπόθεση που ήθελε πολύ προσοχή. Σύμφωνα με τον Πλίνιο μέσα στα αλαβάστρινα σκεύη όπου φυλάσσονταν, τα αρώματα αναμειγνύονταν με το λάδι για τη διατήρησή τους. Ιδιαίτερα επιβλαβής για όλα αυτά τα προϊόντα ήταν ο ήλιος. Οι αλοιφές βελτιώνονταν με το πέρασμα του χρόνου και φυλάσσονταν μέσα σε μολύβδινα δοχεία σε σκιερό μέρος. Όταν δοκιμάζονταν, τοποθετούνταν στην πίσω πλευρά του χεριού για να μην επηρεαστούν από τη θερμοκρασία του δέρματος.

Εμπόριο Αρωμάτων

Τα αρώματα και τα καλλυντικά κατασκευάζονταν από τους μυρεψούς ή μυροποιούς και πωλούνταν από τους μυροπώλες, χωρίς αυτό να σημαίνει πως αποκλειόταν και η ταυτόχρονη άσκηση των επαγγελμάτων αυτών από το ίδιο άτομο. Στην Αγορά της Αθήνας υπήρχε μάλιστα ειδικός χώρος για την πώληση των εγχώριων αλλά και ξένων αρωμάτων, ενώ στην αττική ύπαιθρο καλλιεργούνταν διάφορα αρωματικά και καλλωπιστικά φυτά όπως δάφνες, κισσοί, τριανταφυλλιές, ίριδες, βιολέτες κτλ. που πωλούνταν έπειτα στην Αγορά. Στην αρχαιότητα υπήρχαν επίσης οι φαρμακίδες οι οποίες έφτιαχναν αρώματα και φίλτρα, φάρμακα και έμπλαστρα, τα οποία πουλούσαν από πόρτα σε πόρτα.

Σκηνές αγοραπωλησίας απλού ή αρωματικού λαδιού συναντούμε σε διάφορα αρχαία αγγεία. Από τις παραστάσεις αυτές βλέπουμε ότι τα υγρά ήταν αποθηκευμένα σε αμφορείς και πελίκες απ’ όπου ο πωλητής τα μετάγγιζε με τη βοήθεια ενός ηθμού, χωνιού δηλαδή, σε μικρότερα μυροδοχεία, αλάβαστρα ή ληκύθους. Σε μία μελανόμορφη πελίκη μάλιστα του Ζωγράφου του Αχελώου σώζεται επιγραφή η οποία μας μεταφέρει τα λόγια του μυροπώλη: «Ω Δία πατέρα, μακάρι να γίνω πλούσιος!», ευχή που σχετίζεται με το πραγματικά προσοδοφόρο επάγγελμά του, ενώ στην άλλη όψη του αγγείου ο νεαρός πωλητής, μιλώντας στον πελάτη αναφέρει «είναι και με το παραπάνω εντάξει!». Η αγγειογραφία μας παρουσιάζει επίσης το εσωτερικό των εργαστηρίων και των πρατηρίων αρωμάτων, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στη μελανόμορφη λήκυθο του Ζωγράφου της Γέλας, όπου μία σειρά από ληκύθους κρέμονται στον τοίχο και στο έδαφος παρατάσσονται τα αποθηκευτικά αγγεία. Στις παραστάσεις οι μυρεψοί καθισμένοι στα σκαμνιά περιμένουν πελάτες, δουλεύοντας

Αρώματα – Έλαια

Οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τα αρώματα για την περιποίηση και τον καλλωπισμό του σώματος, για τον αρωματισμό των κατοικήσιμων χώρων, των ρούχων και των επίπλων. Παράλληλα, αρωμάτιζαν το κρασί, το λάδι, τους λύχνους και σε ορισμένες περιπτώσεις και το νερό. Η χρήση αρωματικών ελαίων και αλοιφών μετά το μπάνιο ήταν κάτι γνωστό ήδη από την εποχή του Ομήρου. Γενικώς το άλειμμα ήταν συμπλήρωμα της ιεροτελεστίας του πλυσίματος, είτε για λόγους προσωπικής υγιεινής και χαλάρωσης, είτε για λόγους τελετουργικούς, όπως το πλύσιμο των νεκρών.

Αρώματα χρησιμοποιούνταν επίσης κατά τη διάρκεια του συμποσίου. Ο Σωκράτης απέρριπτε τη χρήση αρωματικών ελαίων και προτιμούσε το απλό ελαιόλαδο που κατά τη γνώμη του άρμοζε στους άντρες, με το οποίο αλείφονταν και οι νέοι στις παλαίστρες. Το ελαιόλαδο αποτελούσε ένα βασικό μέσον καθαρισμού, κάτι σαν το σύγχρονο σαπούνι. Παραστάσεις απεικονίζουν αθλητές να χύνουν λάδι στο χέρι τους από αρύβαλλο που κρέμονταν στον καρπό τους, για να αλείψουν το σώμα τους και να το καθαρίσουν στη συνέχεια με τη στλεγγίδα. Στην Ιλιάδα (Κ 577) ο Οδυσσέας και ο Διομήδης πλένονται πρώτα με ζεστό νερό και έπειτα αλείφονται με λάδι, ενώ στην Οδύσσεια (Δ 49) την ίδια διαδικασία ακολουθεί και ο Τηλέμαχος. Στην Οδύσσεια αναφέρονται επίσης ρούχα που γυαλίζουν, ενώ ο Πλούταρχος (Βίος Αλέξανδρου 35) λέει για το ελαιόλαδο ότι δίνει λάμψη στα λευκά υφάσματα.

Πέρα από το σώμα, με αρώματα και αρωματικά έλαια οι αρχαίοι αρωμάτιζαν επίσης τα ενδύματα και τα μαλλιά τους, γεγονός που απεικονίζεται στην αγγειογραφία. Τα αρώματα και τα καλλυντικά αποτελούσαν ένα δημοφιλές ερωτικό δώρο, ενώ η χρήση τους ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στις θρησκευτικές τελετές, αλλά και στη λατρεία των νεκρών. Οι αρωματικές ουσίες έκαιγαν μέσα στα θυμιατήρια, ενώ με αρωματικά λάδια ράντιζαν τους τάφους στους οποίους άφηναν και διάφορα αγγεία με έλαια και αρώματα. Η σημασία των αρωμάτων και των μυροδοχείων στον κόσμο των γυναικών φανερώνεται μέσα από ένα πλήθος παραστάσεων που απεικονίζουν σκηνές γυναικωνίτη, λουτρού, γάμου ή καλλωπισμού. Στο αγγείο για παράδειγμα από το Μόναχο απεικονίζεται λουόμενη η οποία πίσω από ένα μεγάλο λουτήριο έχει αντλήσει άρωμα από το αλάβαστρο που είναι κρεμασμένο απ’ τον καρπό της και αρωματίζει τα φρεσκοπλυμένα μαλλιά της. Αρωματικές σκόνες χρησιμοποιούνταν για την κλινοστρωμνή, ώστε να έρχονται έτσι και σε επαφή και με το δέρμα. Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιούνταν και από τους άντρες αντί να αρωματίζουν απευθείας το σώμα τους, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις αντί να ρίχνουν απευθείας τη σκόνη επάνω στην κλινοστρωμνή, τη διαπότιζαν πρώτα με αρωματικό κρασί, ώστε να αποκτήσει τη μυρωδιά του. Μερικές σκόνες πάλι τις αρωμάτιζαν ανακατεύοντάς τες με υδρόμελι και κρασί ή απλώς με υδρόμελι. Από τις πηγές γνωρίζουμε ότι στους προθαλάμους των διαμερισμάτων του Μεγάλου Αλεξάνδρου έκαιγαν πάντα μύρα και αρωματικές ουσίες.

Μαλλιά

Τα μαλλιά χρωματίζονταν μαύρα με διάφορα εκχυλίσματα λαχανικών ή με λειχήνες σε αποσύνθεση. Από τις πηγές μαθαίνουμε για τους μπλε καρπούς της μυρτιάς ή την τριμμένη κουφοξυλιά ή τους καρπούς βάτου ή τα βρασμένα φύλλα φασκομηλιάς για το μαύρο χρώμα. Τα ξανθιά μαλλιά ήταν επίσης δημοφιλή στην αρχαία Ελλάδα και έτσι ο Μένανδρος αναφέρεται στη σχετική διαδικασία που προϋπέθετε την έκθεση στον ήλιο για κάποιες ώρες ώστε να ξανθύνει το μαλλί, μετά από λούσιμο με μία συγκεκριμένη αλοιφή.

Ο Μένανδρος δεν μας παραδίδει την εν λόγω συνταγή, αλλά ίσως να ήταν η ίδια μ’ αυτή που διασώζεται από τον 1ο αι. π.Χ., η οποία παραπέμπει πιθανόν σε συνταγή της αρχαιότητας: «Πάρε στεγνά cauls από την Ανατολή, τρίψ’ τα μέχρι να γίνουν σκόνη και ανακάτεψε με ίση ποσότητα κρόκου βρασμένου αβγού και αφού ολοκληρώσεις ανακάτεψε με άγριο μέλι. Άπλωσέ το στο κεφάλι το απόγευμα και τύλιξε το κεφάλι με ένα μαντήλι. Το επόμενο πρωί λούσε τα μαλλιά με ελαιόλαδο και σαπούνισε με καθαρό νερό. Όλα με προσοχή για να μην πάθεις έγκαυμα από τον ήλιο».

Για την τριχόπτωση χρησιμοποιούσαν αλόη αναμεμειγμένη με κρασί ή τιθύμαλλο δενδρίτη, ενώ χυμό καπνού χρησιμοποιούσαν για να εμποδίσουν το ξαναφύτρωμα των βγαλμένων φρυδιών και στάχτη τριανταφυλλόμηλου με μέλι για τη φαλάκρα. Γενικά για την περιττή τριχοφυΐα χρησιμοποιούνταν τα τσιμπιδάκια.
Η τριχόπτωση προλαμβάνονταν μέσω ενός μείγματος από λάδανο και σμύρνα, ενώ το γκριζάρισμα του μαλλιού με συχνό μασάζ με λίπος αρκούδας ή με αλοιφές που παράγονταν από σκουλήκια. Τα ψεύτικα μαλλιά εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της ελληνιστικής περιόδου, αλλά δεν ήταν συνήθη μέχρι τα ρωμαϊκά χρόνια.

Δέρμα

Τα αιθέρια έλαια και οι διάφορες κρέμες προστάτευαν το σώμα από ρυτίδες, δερματοπάθειες, ξηρασία, με στόχο μία ελκυστική αλλά και περιποιημένη εμφάνιση. Οι αρχαίες Ελληνίδες έβαζαν στο πρόσωπό τους μάσκα κυρίως αποτελούμενη από πλιγούρι την οποία κρατούσαν στο πρόσωπο όλη τη νύχτα και την αφαιρούσαν το πρωί με γάλα. Τέτοιου είδους μάσκες χρησιμοποιούνταν για να αφαιρέσουν κάθε είδος κηλίδας από το πρόσωπο, όπως και χυμό από αγριοστάφυλλα για τις φακίδες και τους λεκέδες του δέρματος. Ο Διοσκουρίδης προτείνει μάσκα από Χιώτικη γη, κυρίως καολίνη, την οποία ανακάτευαν με ίση ποσότητα από κολοφώνιο και telinon από αλοιφές τριαντάφυλλου που είχε αποχρωματιστεί στον ήλιο. Το μείγμα αυτό απομάκρυνε τις φακίδες και τα σημάδια. Κάποιες φορές προστίθετο μέλι, το ασπράδι του αβγού, τα ψίχουλα του ψωμιού ή του ζυμαριού, traganth ρετσίνι και γάλα γαϊδούρας. Οι αρχαίες Ελληνίδες ήταν οι πρώτες που υιοθέτησαν άσπρο μόλυβδο για να λευκαίνουν το πρόσωπό τους. Και παρότι κατά καιρούς σ’ αυτό οφειλόταν διάφοροι θάνατοι από δηλητηριάσεις, ο μόλυβδος παρέμεινε δημοφιλής για πολλούς αιώνες. Μάλιστα άσπρος μόλυβδος έχει έρθει στο φως με τη μορφή στρόγγυλων δισκίων σε αθηναϊκούς τάφους του 3ου αι. π.Χ. Οι άσπρες κηλίδες των νυχιών καταπολεμούνταν με καταπλάσματα από φύλλα κηρίθνου ελάσσονα ανακατεμένα με ξύδι, ενώ για τον ιδρώτα χρησιμοποιούσαν χυμό από ρίζες χρυσάγκαθου βρασμένες με κρασί για μετά το μπάνιο.

Βάψιμο

Για τον καλλωπισμό των ματιών χρησιμοποιούσαν χυμό από καρπούς ευθαλείας, εκχύλισμα από φύλλα χέννας για το βάψιμο των χεριών, ενώ από την άγχουσα έφτιαχναν το κοκκινάδι για το βάψιμο του προσώπου. Μετά την απομάκρυνση της μάσκας από πλιγούρι την οποία κρατούσαν στο πρόσωπο όλη τη νύχτα και την αφαιρούσαν το πρωί με γάλα, έβαζαν άσπρη σκόνη από μόλυβδο, έπειτα ρουζ, σκιές για τα μάτια και τα φρύδια. Η περιποίηση των νυχιών στα χέρια και τα πόδια έπαιζε επίσης ένα σημαντικό ρόλο, καθώς μάλιστα δεν φοριόταν γυναικείες κάλτσες. Στην πυξίδα, το καλλυντικό αυτό αγγείο, έχουν βρεθεί ίχνη ρουζ, το οποίο στην πρώιμη ελληνική αρχαιότητα προέρχονταν από εκχυλίσματα διαφόρων φυτών, μεταξύ των οποίων τα φύκια, ένα είδος λειχήνας, αλλά και το εκχύλισμα από την πορφύρα. Αργότερα για τον ίδιο λόγο χρησιμοποιούνταν διάφορα ορυκτά, όπως η κιννάβαρις.
Οι βαφές των ματιών παράγονταν από γαληνίτη και subnite, αλλά ιδιαίτερη προτίμηση υπήρχε στη στάχτη, κυρίως αυτή που προέρχονταν από ψίχα καρυδιού, αμυγδάλου ή φύλλων τριαντάφυλλου. Οι αρχαίοι πίστευαν ότι φρύδια που ενώνονται, αποτελούν ένδειξη μίας εκρηκτικής προσωπικότητας και έτσι κάτι τέτοιο διαμορφώνονταν μέσω του βαψίματος.
Στην Ελλάδα αυτές οι διαδικασίες ομορφιάς υλοποιούνταν βασικά από τους σκλάβους υπηρέτες του σπιτιού, αλλά με το πέρασμα των χρόνων, όσο η τρυφή και η πολυτέλεια αυξάνονταν, απαιτούνταν και ένα σύνολο σκλάβων ειδικών στις περιποιήσεις του είδους.

Χρήση των αρωμάτων, ελαίων και βοτάνων στη λατρεία

Σημαντικό ρόλο στην αρχαία λατρεία έπαιζε το λιβάνι ή λιβανωτός, το θυμίαμα δηλαδή, ένα είδος αρωματικού ρετσινιού, το οποίο αποτελούνταν από ρετσίνι, μαστίχη και άχρωμα αιθέρια έλαια με ελαφρύ άρωμα λεμονιού. Η παραγωγή του θεωρούνταν προερχόμενη από τη Συρία και την Αραβία, ενώ το ρετσίνι του παράγονταν καθώς χαράσσονταν τα κλαδιά και ο κορμός του φυτού. Το ρετσίνι που προέρχονταν από νεαρά δέντρα είχε λευκό χρώμα και λιγότερο έντονη μυρωδιά, ενώ εκείνο από τα μεγαλύτερα σε ηλικία δέντρα ήταν κιτρινωπό και με δυνατό άρωμα. Για το λιβάνισμα οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τα θυμιατήρια τα οποία ήταν κατασκευασμένα από πηλό, χαλκό, πολύτιμα μέταλλα και πιο σπάνια από λίθο. Συνήθως έφεραν κάλυμμα σε σχήμα διάτρητου κώνου, ώστε να διαχέεται η ευωδιά του λιβανιού και στέκονταν επάνω σε ψηλό πόδι. Το σκεύος όπου φυλάσσονταν το θυμίαμα, ήταν η κυλιχνίδα ή λιβανωτρίδα, αγγείο με πλατύ στόμιο και διακοσμητικές ραβδώσεις στο σώμα. Οι πηγές αναφέρουν συχνά λιβανωτρίδες από χρυσό και μάρμαρο, ενώ υπήρχαν επίσης από πηλό και χαλκό. Το σχήμα τους ήταν κυκλικό ή τετράπλευρο, ενίοτε με ποδαράκια, ενώ έφεραν κωνικό κάλυμμα για να προστατεύονται οι κόκκοι του λιβανιού στο εσωτερικό.

Μυθολογία και Αρώματα

Οι αρχαίοι για να χαρακτηρίσουν τις αλοιφές και τα αρώματα τα οποία χρησιμοποιούνταν στην περιποίηση, στη λατρεία και την ιατρική, μεταχειρίζονταν τη λέξη μύρο, από το εβραϊκό mor που διαδόθηκε με το φοινικικό εμπόριο.

Ο Όμηρος αναφέρεται συχνά σε σπάνια αρωματικά έλαια σε σχέση με την εμφάνιση των θεών, των θεαινών και των νυμφών, ενώ γενικά πολλές είναι και οι αναφορές που κάνει σε σχέση με την προσωπική περιποίηση, κάτι στο οποίο οι αρχαίοι έδιναν μεγάλη σημασία. Γενικά οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πώς τα αρώματα είχαν θεϊκή προέλευση και ότι ήταν σύμβολα των θεών. Σύμφωνα μάλιστα με τη μυθολογία, τα αρώματα τα παρασκεύαζαν συνήθως γυναίκες που τις θεωρούσαν μάγισσες, όπως η Μήδεια, η Κίρκη και η Ωραία Ελένη. Στη μυθολογία αναφέρεται ότι η νύμφη Οινώπη αποκάλυψε στον Πάρη τα μυστικά της ομορφιάς της Αφροδίτης και αυτός τα μετάφερε στην Ελένη η οποία όταν επέστρεψε από την Αίγυπτο στη Σπάρτη, τα δίδαξε στους συμπατριώτες της και έτσι ξεκίνησε η ελληνική αρωματοποιία.

Θεός των αρωμάτων στην κλασσική Ελλάδα θεωρούνταν ο Άδωνης, προς τιμήν του οποίου γίνονταν τα Αδώνια. Κατά τη διάρκεια των Αδωνίων οι γυναίκες φύτευαν σε αγγεία σπόρους μάραθου, σταριού, κριθαριού και μαρουλιού, ανέβαιναν σε μια σκάλα, τα εξέθεταν στον ήλιο και στη συνέχεια έκαιγαν σε θυμιατήρια αρωματικούς σπόρους και προσέφεραν στο θεό αρώματα και αλοιφές.

ΠΗΓΕΣ -Βιβλιογραφία

Νόησις – Κέντρο Διάδοσης Επιστημών & Μουσείο Τεχνολογίας

Forbes J. R., Studies in Ancient Technology, Volume III, 1993.

Λιβέρη Α., «Η χρήση των αρωματικών φυτών και βοτάνων για την παρασκευή αρωμάτων και καλλυντικών στην ελληνική αρχαιότητα, 56-82, στο Φαρμακευτικά και Αρωματικά Φυτά, Ζ΄ Τριήμερο Εργασίας, Κύπρος, Παραλίμνι, 21/25-3-1997, ΕΤΒΑ, Αθήνα 1997.
Ραυτοπούλου Ε., «Η πώληση και χρήση του ελαιολάδου και του αρωματικού λαδιού στην Αρχαϊκή Ελλάδα», 110-117 στο Ελιά και Λάδι, Δ’ Τριήμερο Εργασίας, Καλαμάτα 7-9 Μαΐου 1993, Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, 1996.
Τζιγκουνάκη Α., Perna M., «Καρυκεύματα και αρωματικά φυτά κατά τη μυκηναϊκή εποχή», 39-48, στο Ελιά και Λάδι, Δ’ Τριήμερο Εργασίας, Καλαμάτα 7-9 Μαΐου 1993, Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, 1996.

theancientweb.wordpress.com