Έλληνες και Ελληνάρες

Tου Ελευθέριου Ανευλαβή

Όσοι κι αν ήσαν, 140.000 ή 1,5 εκατομμύριο, μίλησαν. Και όλοι οι υπόλοιποι, καναπεδιασμένοι τηλεπυροβολημένοι, άκουσαν, ανάλογα με ό,τι ή θ ε λ ε ο καθένας ν’ ακούσει και ανάλογα με ό,τι του σέρβιραν γυάλινα ΜΜΕ: Μέσα Μαζικής Εγκεφαλομαλάκυνσης.

Είναι η ηλιθιότητα προϋπόθεση του πατριωτισμού; Πάντως η μικρόνοια είναι πολιτικώς ορθή. Ο Ευρωπαιο-ραγιάδικος πλουραλισμός της πυγοστόλου (εκ του πυγή. Βλέπε και πυγολαμπίδα, δηλαδή, κωλοφωτιά) πολυπολιτισμικότητας.

«Αν είσουν ως τα κόκκαλα ραγιάς και σάπιος,
δεν θάσουν τώρα σκοτωμένος, αλλά «κάποιος».
(Κ. Βάρναλης)

Ο ελληνάρας, με το κόυφιο νταηλίκι, «χέσαιτο γαρ ει μαχαίσετο: έτσι και μαχότανε σίγουρα θα χεζότανε»; (Αριστοφάνους Ιππείς).

Ο ελληνάρας πολιτικατζής, νεόπλουτος, δια της πολιτικής, βουλιμικός για εξουσία, χρήμα, και αναίσχυντη επίδειξη. «Πολιτικατζήδες, ψιλικατζήδες, κολλυβιστάδες, μουνούχοι…» (Γ. Σεφέρης)

Οι Ελληνάρες, νήπιοι, καταναλωτές, μαζάνθρωποι, «ξαπλωμένοι στης γης την πλάτη ανίδεοι και χορτάτοι» (Γ. Σεφέρης), στον κυνικό πλανήτη των παγκοσμιοποιημένων ηλιθίων, λοιδορούν το φιλότιμο και την μπέσα, εχθρεύονται την παράδοση και κολοβώνουν, έτσι, την Πατρίδα.

Πατριδέμποροι, κατηγορούν τους πατριώτες (καμιά σχέση με τους πατριδοκάπηλους-εθνικιστές), υμνολογούν τον συμβιβασμό και την καλπουζανιά.

Λένε: «καλά όλα αυτά, παράδοση και τέτοια, αλλά, ξεπερασμένα, πια, βρε παιδί μου. Ας είμαστε σώφρονες, και πραγματιστές. Τα σύνορα καταργούνται πια. Ο κόσμος μας με την τεχνολογία και την πληροφορία είναι ένα παγκόσμιο χωριό. Και ο κύριος ρυθμιστής των ανθρωπίνων σχέσεων είναι η ελεύθερη αγορά και οι κανόνες της.»

Ο Λαός, που δεν κατήντησε μαζοχυλός, ο Έλληνας, (εκάς οι ελληνάρες) τη νοιώθει στο πετσί του την «ελεύθερη», ασύδοτη, άπληστη, απάνθρωπη αγορά, που λατρεύετε, σεις, οι πραγματιστές, ελληνάρες, που, με κυνισμό, θέλετε να πείσετε του Έλληνες, πως είναι μονόδρομος να ζούνε, κυλισμένοι στη λάσπη, μέσα στο χοιροστάσι της παγκοσμιοποιημένης Κίρκης.

Για τους ελληνάρες, σήμερα, στη νεοφιλελεύθερη μετανεωτερικότητα, ο άριστος οιωνός είναι να αμύνονται μόνον περί π ά ρ τ η ς, ξεχνώντας πως: «εις οιωνός άριστος. Αμύνεσθαι περί πάτρης».

Ο Ελληνάρας, μεταμοντέρνος πολυπολιτισμικός, και «πολιτικώς ορθός: politically correct», διανοουμενίζων, θεωρεί πως «η Τουρκία έχει τεράστιο αιγαιακό μέτωπο και υφαλοκρηπίδα» Προφανώς, γι’ αυτόν, ο βασιλιάς των Αθηνών Αιγεύς ήταν κάποιος Τούρκος Σουλτάνος, και, επομένως, «έχει ζωτικά και νόμιμα συμφέροντα στο Αιγαίο»!

Προφανώς, κατά τον κενόκρανο κάλαμο της εφημερίδας, έχει «ζωτικά» και «νόμιμα» συμφέροντα και στην Κύπρο, όπου κατέχει το μισό μιας χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τη «νόμιμη» και «εύλογη» εισβολή του Αττίλα.

Και προφανέστατα, έχει και «ζωτικά και «νόμιμα» συμφέροντα και στη Θράκη, κατά τον ίδιο απελέκητο κάλαμο. Και, επομένως, κατά την ίδιο λογική του κουφιοκεφαλάκη, στην ελληνική Μακεδονία, έχει ανάλογα συμφέροντα το κρατίδιο των Σκοπίων, με το ψευδώνυμο FYROM, Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας.

Και κατά τον σύντροφο Φίλη, στον Real FM
«Υπάρχει σλαβομακεδονική γλώσσα, δεν υπάρχει; Τι ανακαλύπτουμε τώρα προβλήματα; Σλαβική-Μακεδονική γλώσσα υπάρχει.»,.

Προφανώς, ο Αριστοτέλης, για να συνεννοηθεί με τον μαθητή του Αλέξανδρο, του μιλούσε στη σλαβομακεδονική γλώσσα, κατά τον ιστορικό, και αριστερόστροφο υπουργό παιδείας Νίκο Φίλη.

« Ελάβατε νουν καθηγεμόνα… και του ανοηταίνειν ου παύεσθε» (Γρηγόριος Παλαμάς).

Οι ελληνάρες, χαλασοχώρηδες είναι και γλωσσοχαλαστήδες της ελληνικής γλώσσας, που «ει θεοί διαλέγονται τη των Ελλήνων γλώττη χρώνται: αν οι θεοί διαλέγονται χρησιμοποιούν τη γλώσσα των Ελλήνων» Κικέρων. (Ποιος είν αυτός; ρωτήστε τον Καρανίκα, σύντροφοι)

Οι Ελληνάρες, σημερινοί Λαγίδες, αδυνατούν «να νοιώσουν το φρόνημα της Σπάρτης» (Καβάφης).

Φορώντας το κοστούμι της ελευθερίας του ηδονοθηρικού εξευτελισμού, της μαζοδημοκρατίας του χυδαίου πολιτικαντισμού, της ισονομίας του δικολαβισμού, του κωλορεβερέντζη μπρος σε ανάξιους άρχοντες, οι ελληνάρες, οι νήπιοι γιαποελληνάρες του μαζοχυλού, επιδεικνύουν τα ξενόφερτα φύκια, που τους πούλησαν οι κάθε λογής καπάτσοι, για μεταξωτές κορδέλες.

Ξένοι, μέσα στην ίδια τους τη χώρα, νοικαρηδες του τουριστικού ξενοδοχείου, που κατήντησαν την Ελλάδα, αυτοί, οι σπουδαιογελοίοι του κόσμου της ερημιάς και της απόγνωσης, ανίκανοι, (αυνάνες γαρ, «εκχέουν επί την γήν» Γένεσις), να γονιμοποιήσουν την ίδια τους τη χώρα, παθαίνουν οργασμούς με την Ευρώπη της εσπερίας.

Αυτοί οι ελληνάρες, οι κομπλεξικοί, σαλονάτοι σαλτιμπάγκοι της μεταμοντέρνας διανόησης και της απύθμενης ανοησίας, οι εύκολοι άνθρωποι, σουσουδίζουν, μαντάμ Σουσούδες, την Ευρώπη, ως πτωχαλαζόνες συγγενείς, χωρίς να την καταλαβαίνουν. Ξεχνούν, αυτό που κάθε πολιτισμένος Ευρωπαίος γνωρίζει: ο ευρωπαϊκός πολιτισμός στα θεμέλιά του είναι ελληνικός πολιτισμός.
Ξενόμυαλοι, ελληνάρες, δεν αντέχουν το λαμπερό φως της καθ’ ημάς Ανατολής. Αισθάνονται άνετα στο γκρίζο της παγκοσμιοποιημένης Δύσης, που δύει.

Αυτοί όλοι οι χαλασμένοι, «χαλούνε, προστυχεύουν» (Σεφέρης), τον λαό. Τον κάνουν, τον λαό, σαν τα μούτρα τους. Με τα δεκανίκια της Εσπερίας, προσπαθούν να κάνουν τον λαό να ξεχάσει, πως τα αληθινά του πόδια είναι οι κολώνες του Παρθενώνα.

Λοιπόν θα σιωπούν οι πατριώτες μπροστά στους πατριδέμπορους;,

ΟΧΙ!
Θα πολεμήσουμε. Γιατί το ξέρουμε πια. πως «Την φωτιά της δημιουργίας τη συντηρούν οι ανυπόταχτοι, οι ανικανοποίητοι, οι τυχοδιώκτες της ψυχής και του πνεύματος… Με την ψυχή γεμάτη κόσμους, χωρίς χαλινάρια ή παρωπίδες» (Γ. Θεοτοκάς)

«Καταραμένε Έλληνα, τα βρήκες όλα, φιλοσοφία, γεωμετρία, φυσική, αστρονομία, τίποτα δεν άφησες για εμάς» γράφει ο ποιητής, ιστορικός, ιατρός και φιλόσοφος, Schiller

Ας κοιταχτούμε, καλά, κατά πρόσωπο, στον καθρέφτη της Ιστορίας, με τον Εγώφθαλμο του νου μας ορθάνοιχτο.

Ναι. Είμαστε Έλληνες. Είμαστε οι Υπερβόρειοι, πέρα από τον βορρά, πέρα από την παγωμένη σκέψη.
Ζούμε κάτω από τον λαμπερό ήλιο του δικού μας θεού, του Απόλλωνα, του οποίου «…η αληθινή κατοικία… βρίσκεται ανάμεσα στους Υπερβορείους, σε μια χώρα Αιώνιας Ζωής…» (Πλάτων)

Οι Έλληνες, ζούμε τη ζωή μας διαφορετικά από τους άλλους. Είμαστε ξεχωριστοί.
Είμαστε Έλληνες (εκάς οι βέβηλοι ελληναράδες), ούτε ανώτεροι, ούτε κατώτεροι από τους άλλους, μα διαφορετικοί. Ναι, και παντογνώστες, συνάμα. Ο Σίλερ μας το αναγνωρίζει.

Με τον μίτο της δικής μας Αριάδνης βρήκαμε την έξοδο από τον λαβύρινθο του σκότους και της άγνοιας.

Ο Ευρωπαίος μετανωτερικός άνθρωπος, Χαμένος, μέσα στην τεμπέλικη, οκνηρή ομοφωνία του δειλού συμβιβασμού, που τον ονομάζει σωφροσύνη, ακόμη ψάχνει τον δρόμο του, μέσα στον λαβύρινθο της εκτεχνικευμένης ζωής, που αυτός έχει άσκεφτα δημιουργήσει. Ντυνεται την ομοιόμορφη κουρελού της μετανεωτερικής «πολιτικής ορθότητας», που όλα τα συν-χωρεί και τα χωνεύει και τα ανέχεται.

«Λιγοστέψαν οι ανθρώποι και περσέψαν οι μαϊμές» (Βάρναλης)

Η αποσύνθεση του Λόγου και η πολτοποίηση του ανθρώπινου προσώπου της πολιτικής, των πολιτικών, και των πολιτών, γέμισε την χώρα με μακάκες (macaca: πίθηκος). Και «όσο ανεβαίνει πιο ψηλά ο μακάκας, τόσο ποιο πολύ φαίνεται ο κώλος του.

Οι Έλληνες, (μακριά, όξ’ από ’εδώ, οι ελληνάρες με το κούφιο νταηλίκι), θαρραλέοι, Λοξίες του άφατου, «παρά δύναμιν τολμηταί, παρά γνώμην κινδυνευταί και τοις δεινοίς ευέλπιδες», παίδες αεί, σκαρφαλωμένοι στα πανύψηλα όρη του Ανθρώπινου Λόγου, τραβάνε τον κεραυνό των οδοιπόρων της ευθείας γραμμής, και της άνανδρης σώφρονος υποταγής, που επικαλούνται οι «πραγματιστές».

Οι Έλληνες, Προμηθείς, τροφοδότες του Λόγου, της Επιστήμης, της Φιλοσοφίας, της Κριτικής Σκέψης, αδιαφορούν για την κατηγορία του εμπρηστή, που τους προσάπτουν οι φυγόδικοι του πνεύματος.

Αυτόν τον Έλληνα, του ανεσπέρου φωτός, δεν ανέχονται, και παθαίνουν αλλεργία, οι Εσπέριοι της Δύσης, που δύει.

Αυτοί, οι Εσπέριοι, φορώντας το άδειο πουκάμισο των Ελληνοδυτικών αξιών, διατυμπανίζουν αξίες παρακμής, αγενείς και λειψές, και θεωρούν το ένστικτο της χαρούμενης ζωής, πλάνη και αμαρτία. Οι νεκροκρύοι εν ζωή.
Θυσιάζουν ειδωλόθυτα στους θεούς του άνομου κέρδους και του άνομου πλούτου.

«Kάποιος αποφάσισε να βγάλει από τη μέση τους Έλληνες. Τι μένει; Ένα συνεχές τραύλισμα!» (Ηλίας Κανέττι)

Και το γρύλισμα του μακάκα.

«Φωτιά και τσεκούρι» κριτικής, στους αλαζόνες πολιτικάντηδες. Στους ελληνάρες κενόκρανους. Στους σαλτιμπάγκους της «διανόησης.»

Δεν είναι μπρος
Είν’ από πίσω σου
Κρυφός ο οχτρός
(Βάρναλης;).

Γύρνα τους την πλάτη, Έλληνα. Κλείσε τους την πόρτα.
«Και μην ανοίγεις όσο κι αν χτυπούν.
Φωνάζουν μα δεν έχουν τι να πουν».

(Σεφέρης).
teleytaiaexodos.blogspot

Advertisements

Οι αλλαζόνες σπουδαρχίδιδες που νομίζουν οτι λέγονται μακεδόνες

Λέει, πως πρέπει κι εμείς ν’ αναγνωρίσουμε την Χώρα του με το (ψευδ)όνομα Μακεδονία.
«Δεν αισθανόμαστε ευχάριστα, όταν χιλιάδες τουρίστες, ρωτούν υπό σύγχυση, γιατί ο γείτονας μας, (σ.σ. η Ελλάδα) χρησιμοποιεί το όνομα της χώρας μας (σ.σ. Μακεδονία) ως όνομα του αεροδρομίου της Θεσσαλονίκης», έλεγε περίσσιο κυνισμό, ο Γκρουέβσκυ, και συνεχίζουν να το επαναλαμβάνουν, κουτοπόνηρα, και οι διάδοχοί του.
«Το ‘χει η κούτρα τους να κατεβάζει ψείρες».

Λοιπόν, ακούστε, παραχαράκτες της ιστορίας, που ονειρεύεστε, ετσιθελικά, έξω από κάθε ιστορική πραγματικότητα, δική σας «Μακεδονία» που, κατά τα ταραγμένα σας μυαλά, φτάνει μέχρι τον Όλυμπο και «μακεδονική μειονότητα» (ενώ καμία τέτοια μειονότητα δεν έχει καταγραφεί στην περιοχή είτε το 1908, είτε το 1926 που έγιναν απογραφές )

Bulgari (Βούλγαροι), ήταν το όνομά σας που χρησιμοποιούσατε εσείς οι ίδιοι μέχρι το 1944, το οποίο σας είχαν δώσει οι Σέρβοι.

Bardaska Banovina (Διοικητική Περιφέρεια του Βαρδάρη) ήταν το όνομα του Κράτους σας, από το 1918, μέχρι το 1944, όταν κατασκευάστηκε η «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας». Και έκτοτε, φωνασκείτε διεθνώς, και συνεχώς, ενώ είστε σλαβόφωνοι, πως εσείς είστε οι μοναδικοί και γνήσιοι απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων.

Ακούστε, λοιπόν, εσείς και οι ομόφρονές σας, τον ίδιο τον Αλέξανδρο, τον Πανέλληνα, του οποίου το όνομα σφετεριστήκατε στην ονομασία του αεροδρομίου σας:

«αυτός τε γαρ Έλλην γένος ειμί τωρχαίον», φωνάζει ο Αλέξανδρος μέσα στην Ιστορία του Ηρόδοτου.

« ..εγώ δε των Ελλήνων ηγεμών κατασταθείς και τιμωρήσασθαι βουλόμενος Πέρσας διέβην ες Ασίαν» κραυγάζει ο Αλέξανδρος στην «Αλεξάνδρου Ανάβασις» του Αρριανού.

«γράμματα τε μανθάνειν ελληνικά…» εντέλλεται ο Αλέξανδρος, τους νεαρούς Πέρσες που είχε στο στράτευμά του, όπως μαρτυρεί ο «Βίος Αλεξάνδρου» του Πλούταρχου.

Οι Σλάβοι προπάτορές σας, έκαναν την εμφάνισή τους στη Βαλκανική Χερσόνησο, τον 6ο μ.Χ. αιώνα, ανάμεσα στον ποταμό Δούναβη και την οροσειρά του Αίμου.

Όμως, η μακεδονική γη της Ελλάδας είναι γεμάτη με θραύσματα και σπαράγματα χιλιάδων επιγραφών που κραυγάζουν, από το βάθος του 5ου αιώνα π.Χ. μέχρι και τον 7ο αιώνα μετά τον Χριστό, πως:
«Η Μακεδονία, η ξακουστή, του Αλεξάνδρου η χώρα», Έλληνες ανέθρεφε που μιλούσαν γλώσσα ελληνική, από τότε μέχρι τώρα.

Ο Αλέξανδρος γεννήθηκε στην Πέλλα, την οποία ο πατέρας του Φίλιππος είχε κέντρο του Βασιλείου του. Ο Φίλιππος, κάλεσε τον Αριστοτέλη να μάθει, προφανώς, … «σκοπιανά» γράμματα, στον γιο του τον Αλέξανδρο, μιας και ο Αριστοτέλης μιλούσε την «μακεδονική» των Σκοπίων, για να συνεννοείται με τον Αλέξανδρο, στα φιλοσοφικά και πολιτικά του μαθήματα! .

Στα Σκόπια σας, τη γεωγραφική περιοχή που καταλαμβάνει το κράτος σας, το οποίο ψευδωνύμως αποκαλείτε «Μακεδονία», καθώς και σε όλη την περιοχή των Βαλκανίων, η ελληνική γλώσσα και ο ελληνικός πολιτισμός κρατούσαν, από την αλεξανδρινή εποχή μέχρι τους βυζαντινούς χρόνους.

Μάθετε, λοιπόν, ανιστόρητοι, θρασείς σφετεριστές, πως όταν ήρθαν οι προπάτορές σας Σλάβοι στην Βαλκανική, μόνο Έλληνες βρήκαν. Μόνο ελληνικά άκουσαν να ομιλούνται. Ελληνικές λέξεις περιέχει το σλαβικό γλωσσικό σας ιδίωμα, που είναι αποτέλεσμα και της επίδρασης της επίσημης ελληνικής γλώσσας του Βυζαντινού κράτους.

Χιλιάδες ελληνικές λέξεις, που εκφράζουν απλές έννοιες της καθημερινής ζωής, είναι δανεικά φυτεμένες μέσα στο γλωσσικό σας ιδίωμα, και αποδεικνύουν, πως η γεωγραφική περιοχή που ορίζεται ως βόρεια Μακεδονία, ήταν μια καθαρά ελληνόφωνη χώρα η οποία ιστορείται από την αρχαιότητα, από τους αλεξανδρινούς, τους Ρωμαϊκούς και τους Μεσαιωνικούς χρόνους, μέχρι την κάθοδο των σλαβικών φύλων.

Έλληνες, εκσλαβίσατε όταν εμφανιστήκατε στην περιοχή, και όχι Θρακοϊλλυριούς (οι οποίοι, βέβαια, δεν υπήρχαν στην περιοχή τον 7ο αιώνα, κατά τον οποίον εμφανισθήκατε εσείς), όπως ανιστόρητα και σκόπιμα ισχυρίζεστε, για να υποστηρίξετε τη «μακεδονικότητά» σας.

Ανοήτως, και με την ανοχή των ελληνικών Κυβερνήσεων το 1944, ονομάσθηκαν τα Σκόπια, με το ελληνικό ιστορικό όνομα «Μακεδονία», στην Γιουγκοσλαβία του Τίτο. Το νεοπαγές κράτος των σλαβοφώνων και Αλβανών συνάμα, ομιλούν το σερβοβουλγαρικό γλωσσικό ιδίωμα, το οποίο, σε πείσμα όλων όσων ορίζει η επιστήμη της γλωσσολογίας, αποκαλείται «μακεδονική» γλώσσα.

Παραγνωρίσαμε, τότε, την υποκλοπή. Δεν δώσαμε σημασία. Λόγω της απρονοησίας και αδιαφορίας των πολιτικών μας. Εξ αιτίας, των κάθε λογής πολυπολιτισμένων, που στο άκουσμα της λέξης «Πατρίδα» (μπερδεύοντας πατριδέμπορους μαζί με πατριώτες), τους σηκώνετε η τρίχα του «πολιτικώς ορθού» των…

Τώρα, που ο σωβινισμός, και η ανίερη, ανιστόρητη, αλλά πειστική προπαγάνδα, για τους τείνοντες ευήκοον ους στις σκοπιανές ανοησίες, τρέχουμε (και δεν φθάνουμε) πίσω από κάθε διεθνή μεσολαβητή, για να πείσουμε:

Πώς τα Σλαβόφωνα Σκόπια, ΔΕΝ δικαιούνται το όνομα Μακεδονία.

Πως το σερβοβουλγαρικό γλωσσικό τους ιδίωμα, ΔΕΝ είναι μακεδονική γλώσσα, διότι τέτοια δεν υπάρχει.

Πως οι Μακεδόνες ΗΤΑΝ και ΕΙΝΑΙ Έλληνες και ομιλούσαν και ομιλούν την Ελληνική γλώσσα, εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια. Όπως οι Κρητικοί. Όπως οι Μικρασιάτες. Όπως οι Πόντιοι.

«Κι απ’ την θαυμάσια πανελλήνιαν εκστρατεία
την απαράμιλλη: βγήκαμ’ εμείς•
ελληνικός καινούργιος κόσμος μέγας.
Εμείς• οι Αλεξανδρείς, οι Αντιοχείς,
οι Σελευκείς, κι’ οι πολυάριθμοι
επίλοιποι Έλληνες Αιγύπτου και Συρίας,…
Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά
ως μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ως τους Ινδούς.» (Κ. Καβάφης)

Πηγές ιστορικών στοιχείων:
Θεοδώρου Δημητρόπουλου, Μακεδονία Ιστορία και Πλαστογραφία. Εκδόσεις Κάκτος
Γεωργίου Χατζιδάκι, Η Ελληνικότητα των Αρχαίων Μακεδόνων, Εκδόσεις Κάκτος
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Μέγας Αλέξανδρος Ελληνιστικοί Χρόνοι. Εκδοτική Αθηνών
Τελευταία ενημέρωση: Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018, 15:50
zougla.gr

Κλέφτες, νταβατζήδες του λαού

Δεν μας κλέψατε, μόνο, τον γλίσχρο μισθό μας. Την τιποτένια μας σύνταξη.
Κλέψατε και το δώρο του παππού για τα εγγόνια.
Στερήσατε το παιχνίδι των παιδιών μας, και την ξεγνοιασιά της παιδικής ηλικίας.

Κλέψατε, και τη μέρα της αμφίβολης χαράς, καθώς περιμέναμε τη σύνταξή μας, ξεροσταλιάζοντας στα ΑΤΜ, και τα μετρούσαμε, κι ήσαν ακόμη λιγότερα, τα λιγοστά ευρώ της άθλιας σύνταξης.

Δεν μας κλέψατε, μόνο, το σπίτι μας, μαζί με τις προσδοκίες μιας ζωής χτισμένες στους τοίχους του. Στις πόρτες του, στις κρεβατοκάμαρές του.

Μας κλέψατε τα χρόνια της ζωής μας, ασπρίζοντας τα μαλλιά μας, μέσα σε μια ατέλειωτη νύχτα-εφιάλτη, και των δικών σας αριστερομνημονίων.

Μας αφήσατε να ζούμε σε υγρές τρώγλες απελπισίας. Σε βουβά σπίτια. Σε άδεια από φίλους καφενεία. Σε ετοιμοθάνατες γειτονιές.Σε σούρουπα γεμάτα θλίψη και πένθος.
Σε θλιβερά σκοτάδια με σβησμένα τζάκια και παγωμένα σπίτια. Κλεισμένοι μέσα στην παγωνιά στο σκοτάδι της ατέλειωτης νύχτας μας.
Χωρίς σκιές στους τοίχους, γιατί και το ρεύμα μάς κόψατε και η γκαζόλαμπα είναι σβηστή.

Πάνω απ’ όλα, όμως, μας κλέψατε, όλα τα επίσημα αρχεία της ιστορίας μας, κάνοντάς την συνωστισμό στην προβλήτα της Σμύρνης. Όλες τις βιβλιοθήκες της ηθικής και του δίκιου.

Μας κλέψατε, τα μουσεία του παρελθόντος μας, που χωρίς αυτά, αύριο δεν υπάρχει.
Τα κλέψατε, τα μαγαρίσατε, τα βρωμίσατε, για να ξεχάσουν οι άνθρωποι, πως είναι πολίτες. Για να αφανιστεί κάθε ήχος ελπιδοφόρος.
Για να μείνει, μόνο, το κίτρινο, φθινοπωρινό χρώμα του μίσους και του αλαζονικού, απάνθρωπου, διεφθαρμένου χρυσού σας. Αριστεροδεξιοί λαοπλάνοι.

Μάταια, πια, περιμένουμε να τρίξει η πόρτα ανοίγοντας, για να μπει ο αγέρας της ελπίδας του αύριο.
Κι αυτόν μας τον κλέψατε, πνίγοντας, μέσα στη μαυρίλα του αύριο, κάθε προσδοκία μας.

Μέσα στις ψυχές μας βρέχει ένα κίτρινο χολιασμένο βροχόνερο αγανάκτησης, απελπισμένης οργής, για το σήμερα που μας κάψατε, για το αύριο που μας κλέψατε.

Για την κατάντια, που μας οδηγήσατε, νοικοκυραίους, ανθρώπους του μόχθου, όλους εμάς, που από νοικοκύρηδες, μας καταντήσατε ζήτουλες και νοικάρηδες στην ίδια μας τη χώρα.

Εσείς οι ασυνείδητοι του πένθους της καρδιάς μας. Εσείς οι αχρείοι. Οι λαομπαίχτες πρωταριστεροί, κι όλοι οι προηγούμενοι μικροί ανίκανοι τυφλοί κυβερνήτες.

Οι μέρες μας περνάνε γκρίζες, χωρίς απόχρωση. Όλες ίδιες.
Με την ίδια απελπισία ζωγραφισμένη σε κάθε μας ξύπνημα.
Με τον ίδιο εφιάλτη, να μας τρομοκρατεί, κάθε νύχτα, στον ύπνο μας.

Τίποτα πια δε χαμογελά στην καρδιά μας.
Τη ζυγαριά τη γέρνετε πάντα προς το δολερό σας μέρος.
Κι’ εμείς, ανήμποροι να σας κόψουμε το άδικο χέρι.

Τα φύλλα, από το ημερολόγιο, πέφτουν, χωρίς να δείχνουν μιαν άλλη μέρα.
Κι οι γιορτές των αγίων χαθήκανε κι αυτές, μαζί και με τους άγιους.
Ούτε Εκείνος φαίνεται πουθενά. Χάθηκε; Τον ψάχνουμε. Δεν τον βρίσκουμε.

Μα, δεν ξεπληρώσαμε το χρέος μας ολάκερο, με τους πετσοκομμένους μισθούς μας; Με τι σκιώδεις συντάξεις μας; Με τον ευτελισμό της ζωής μας, που μας επιβάλατε;

Ολόγυμνοι, πια, φοράμε τον εαυτό μας και δεν τον αναγνωρίζουμε.
Η μνήμη, ανοιχτή πληγή του χτες. Τότε που ζούσαμε.
Τότε που γελούσαμε. Τότε που ονειρευόμασταν. Τότε που ελπίζαμε.

ΘΑ ΕΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ,που, πια, δεν θα ’χετε τι να πείτε.

Σπαταλήσατε, λερώσατε, σκοτώσατε όλες τις λέξεις.
Και τις πετάτε, άταφα κουφάρια, στα μούτρα μας. Αλεξοφονιάδες.

Θα έρθει μια μέρα, που δεν θα μπορείτε να πείτε «είμαι λογιστής», γιατί δεν θα είστε Υπουργοί της Τρόικας. Και κανένας λογιστής δεν θα θέλει να είναι Υπουργός. Θα ντρέπεται.

Θα έρθει μια μέρα, που το πέπλο της εξουσίας και της αυθαιρεσίας, θα έχει κουρελιαστεί, τελείως. Ήδη είναι διάτρητο. Και φαίνεται ο αδιάντροπος κώλος της πρωταριστερής, αδιάντροπης εξουσίας σας.
«Η αγένεια προς την αλαζονική εξουσία είναι προτέρημα»

Θα έρθει μια μέρα, που θα περιμένεις ένα γράμμα και δεν θα έρχεται, γιατί εκείνο που έλαβες, αλαζονικά, το πέταξες.

«Ανέγνων, έγνων, κατέγνων», είπες, ως άλλος Ιουλιανός ο Παραβάτης.

«Ανέγνως , αλλ’ ουκ έγνως»: το διάβασες μα δεν το κατάλαβες, θα σου απαντήσουμε, Πρωταριστερέ Μεγαλοψεύτη.

Όχι δεν πιάνω το χέρι σου. Δεν ταιριάζει η παλάμη σου στη δικιά μου.
Η δικιά σου γεμάτη με άνομο χρήμα. Η δικιά μου άδεια ακόμη και από ελπίδα.

Θα έρθει μια μέρα που θα ντρέπεσαι να με κοιτάξεις στα μάτια.
Δεν θα έχεις, πια, τι άλλο να κλέψεις.

Κι’ εγώ θα σωπαίνω. Και η σιωπή μου θα λέει:
«Σε σιχαίνομαι, μα δεν καταδέχομαι ούτε και να σε φτύσω», πρωταριστερέ ονειροκλέφτη.

Χαλασμένε. Κερδοσκόπε των ελπίδων. Καιροσκόπε απατεώνα.
Δεν θα αγγίξεις την οργή και τη θλίψη μου.

Νεκροζώντανος, θα περιμένεις μια συγχώρεση, που δεν θα έρχεται.
Πώς να συγχωρέσει κανείς το άδικο.

Θα έρθουμε, κάποτε,χωρίς συναισθηματισμούς. Χωρίς αγάπη ή μίσος.
Θα έρθουμε, κάποτε, ακλόνητοι. Αδυσώπητοι.
Με μπροστάρη, το κλεμμένο μας δίκιο.
Με σύντροφο, την κρυμμένη μας περηφάνια, που φυλάξαμε ζωντανή μέσα στην καρδιά μας. Την περηφάνια που ποτέ δεν μπορέσατε να μας κλέψετε.

ΘΑ ΕΡΘΟΥΜΕ, μια μέρα, όρθιοι και υπερήφανοι, να σας ΡΩΤΗΣΟΥΜΕ: ΓΙΑΤΙ;

Θα έρθουμε, μια μέρα, αυστηροί κριτές των πεπραγμένων σας, να σας ζητήσουμε να ΑΠΟΛΟΓΗΘΕΙΤΕ επί του φοβερού βήματος του λαού,

Εσείς, οι λειεγκέφαλοι. Οι ματαιόσπουδοι. Οι σπουδαιογελοίοι, σπουδαρχήδες, άνθρωποι πάντα βιαστικοί μέσα στους άσκοπους δρόμους προφασιζόμενοι κάποιο μεγάλο πρωταριστερό σκοπό.
Άνθρωποι χωρίς λεβεντιά.
Εσείς οι νταβατζήδες ενός ολόκληρου λαού. Οι τρομοκράτες των ονείρων μας.

Εσείς, οι ΚΛΕΦΤΕΣ του μόχθου και του ιδρώτα της ζωής μας.
Της παράδοσής μας. Της πόλης μας. Της αξιοπρέπειάς μας.
Της ανθρωπιάς μας.

Θα σας επιβάλουμε ΠΟΙΝΗ ΕΞΟΣΤΡΑΚΙΣΜΟΥ από την πόλη των Πολιτών,

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ:
Της ΑΛΗΘΕΙΑΣ.
Της ΤΙΜΙΟΤΗΤΑΣ των ματιών μας.
Της ΑΔΟΛΗΣ σκέψης μας.
Της ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑΣ της καρδιάς μας.

«Τρέμουν οι σπιτικοί μικροί θεοί,
Γιατί άκουσαν μιαν απαίσια βοή,
Την σκάλα ν’ ανεβαίνει» (Κ. Καβάφης)

Είναι η φωνή του λαού, «που γυρεύει ένα τίποτα για να πιστέψει και να πεθάνει» (Μ. Αναγνωστάκης),
«Ούτινος δούλος…ούδ’ υπήκοος.» (Σοφοκλής)

zougla.gr
Ελευθέριος Ανευλαβής

Ταπί και ψύχραιμοι; Όχι. Για να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση

11665603_937640966296222_8709608748497365265_n
Ψυχραιμία συνιστά ο Πρωθυπουργός. Μα, ακόμη, και το ψυχρό μας αίμα, αφαιμάξατε, μέχρι τελευταίας ρανίδος ευρώ, εσείς οι διαχρονικοί, μικροί τυφλοί ανίκανοι κυβερνήτες μας.

Ναι, ο ανάλγητος ξένος τραπεζίτης έκλεισε τις τράπεζες, όπως κοάζουν, στην γυάλινη παραμύθα, ευτραφείς κύριοι και παρλαλαλέουσαι κοιλίαι.

Όμως εμείς, οι οποίοι ζούμε από το μισθό ή την σύνταξή μας, και μόνο. Εμείς που δεν έχουμε εξαψήφιους τραπεζικούς λογαριασμούς, μα ούτε ένα ευρώ καταθέσεων. Εμείς, που μόνο με τον μόχθο της δουλειά μας, και ΟΧΙ με υποτραπέζιες (κάτω από το τραπέζι) μίζες, πάσης φύσεως και φακελάκια, επιλέξαμε να ζήσουμε.

Εμείς, στην τελική, ΜΕΙΝΑΜΕ ΤΑΠΙ.

Ενώ οι κομματόσκυλοι και άλλοι καπάτσοι ελληνάρες, (Ελληνάρας: Homo Ellinarus Cafrus Frapedius), διάγουν βίον τρυφηλόν, με ξένα κόλλυβα. Με τον ιδρώτα του εργαζόμενου και συνταξιούχου, τρέφουν τις σαπιοκοιλιές των.

Επιμηθείς, δεν προνοήσατε, δεν προβλέψατε τις συνέπειες των αποφάσεών σας.
Ούτε καν, ο θεωρητικός των παιγνίων έκαμε μία ανάλυση αποφάσεων, ώστε να επιλέξει την καλύτερη δυνατή απόφαση, εξετάζων και αναλύων, όλα τα ενδεχόμενα, ακόμη και τα πιο απίθανα;

«Όμως, «οι συνετοί άνδρες (και κυβερνήτες) προλαβαίνουν τα κακά πριν να γίνουν και οι ανδρείοι όταν συμβούν τα διορθώνουν: συνετών ανδρών πριν γενέσθαι τα δυσχερή, προνοήσαι όπως μη γένηται∙ ανδρείων δε, γενόμενα ευ θέσθαι.». (Πιττακός).

Ο άνδρας ο σοφός και ο πολιτικός
«Ου μετανοείν αλλά προνοείν χρη.» (Επίμαρχος).

«Εκείνος που το καράβι κυβερνά της χώρας πρέπει να μιλάει στοχαστικά, βαστώντας το τιμόνι και τα βλέφαρα να μην του κλείνει ο ύπνος: Χρη λέγειν τα καίρια, όστις φυλάσσει πράγος εν πρύμνη πόλεως, οίακα νωμών βλέφαρα μη κοιμών ύπνω» (Αισχύλος).

Κι εσείς, που κυβερνάται τη Χώρα, τα τελευταία άθλια πέντε χρόνια, από εποχής Καστελορίζου, του Γιώργου του μικρού, μέχρι και σήμερα, όλοι εσείς, οι λαομπαίχτες, νταβατζήδες τους λαού, εκλιπαρείτε την ψήφο του, προεκλογικά, και γίνεστε λαγοί, όταν την αρπάξετε.

Κι εσείς, αδρανούντες, τον νήδυμον ύπνον της αλαζονικής εξουσίας κοιμώμενοι, περί άλλα τυρβάζετε. Πως θα διατηρήσετε τα καλά και συμφέροντα της εξουσίας σας

«Μα όταν η εξουσία συμφέρει, λογάριαζέ την για πόρνη.»

Ως πότε, θα μοστράρετε τη φκιασιδωμένη φάτσα σας, με τα φκιασίδια της εσπερίας, εσείς, οι σκουπιδάρχες της χωματερής των νεοελληναράδων, που τη δημιουργήσατε από το περίσσευμα της σκουπιδοσύνης σας;

Εσείς, οι αδιάντροποι των ξεδιάντροπων, μεταμοντέρνων νεοφιλελεύθερων καιρών

Ως θα αμαυρώνετε το ελληνικό πρόσωπο; Το πρόσωπο, που αντίκριζε την Ευρώπη κατάματα και η Ευρώπη, το αντίκριζε με δέος και σεβασμό;

Οι απάνθρωποι λαομπαίχτες, εμπαίζουν το καθαρό πρόσωπο, που αυτοί δεν έχουν, γιατί το βρώμισαν, ρουθουνίζοντας, σαν τα γουρούνια, στο γουρουνοστάσι της σύγχρονης νεοφιλελεύθερης Κίρκης, που προστάζει:

Άρπαξε. Κλέψε. Εξαπάτα.

Ο Κινησίας (ο κουνιστός του Αριστοφάνη), ο εραστής της πόλης.

Ο Πολέμαρχος της αρετής των καταγωγίων της βρωμερής ψυχής του και της άδειας σκέψης του. Η Αγία Τριάδα του: Βλακεία, Ανικανότητα, Χρήμα.

Ο Κοτζαμπάσης και ο Νταβατζής της Δημοκρατίας, που λιμνάζει μέσα στα κομματικά λασπόνερα. Ο «μπροστάρης» του λαού, που αν υπήρχε δικαιοσύνη, θα έπρεπε να δουλεύει στο κάτεργο, στο οποίο έχει ρίξει τον κοσμάκη.

Ο Πολυδάκτυλος Σαρανταχέρης, ο «τίμιος» φύλακας της δημόσιας περιουσίας, με μυστικούς, αόρατους λογαριασμούς, στους παραδείσους των φοροφυγάδων.

Ο Αληθίων των οκτώ ή των εννέα, με την αλήθεια να τρέχει, από το χαλασμένο καζανάκι της τρύπιας σκέψης του.
Ο Κωλορεβερέντζης (ο βαθέως και δουλικά υποκλινόμενος), των αφεντικών του: εργολάβων δημοσίων έργων, συνάμα δε, καναλαρχών, εκδοτών, άμα τε και τζογαδόρων και με τον νόμο.

Ο Κλινήρης του πνεύματος, με την σπουδαιογελοία επισημότητα του λείψανου, που ακαδειμίζεται (παριστάνει τον ακαδημαϊκό), κάτω από τον θόλο, απλώς γιατί έχει Κώλο και Προστάτη.

Ο Κολλυβιστής Σαράφης, ντόπιος και ξένος με τα σφουγγοκώλια του, που ρημάζει τη Χώρα, και χρεώνει τις κλεψιές του στους αδύναμους, γιατί, λέει, «μαζί τα φάγαμε». Ουστ, αρχικοπρίτη.

Όλοι αυτοί, ένοικοι της ταριχευμένης τους ζωής, κράζουν:
Μαζί τα φάγαμε.
Μαζί τα κάναμε.
Εξ’ ονόματός σου, Λαέ, κυβερνούμε. Εσύ, μας εξέλεξες.

Φτάσαμε στ ανείπωτα. Χορτάσαμε τα ψέματα.

Ας πούμε, ας δαχτυλοδείξουμε την αλήθεια. Έστω κι αν ; «Το σωστό που ο μικρός το ξεστομίζει Πικραίνει τους τρανούς και φαντασμένους: Οι γαρ πνέοντες μεγάλα τους κρείσσους λόγους πικρώς φέρουσι των ελασσόνων ύπο.». ( Ευριπίδης)

Ένα δάχτυλο ξεπροβάλλει μέσα από το σύννεφο, δείχνοντας το σημείο πάνω στον άγραφο χάρτη.
Οι μαυροπαγωμένες ρυτιδιασμένες, ραγιάδικες καρδιές, κάτω στην στέρφα γη των σκλάβων, αναρριγούν.

Μια μακρινή φωνή, πέρα, μέσα από απύλωτο στόμα βγαλμένη, συρίζει:

Αχ! τι ζωή είναι αυτή, σαν του φυτού, που κάνεις;
«Δυστυχισμένε μου λαέ καλέ και αγαπημένε.
Πάντα ευκολόπιστε και πάντα προδομένε.» (Δ. Σολωμός)

Η απόκοσμη φωνή φωνάζει:

ΕΞΕΓΕΡΣΗ!

Για να πάρουν εκδίκηση των καταπιεσμένων τα όνειρα, που ’γιναν εφιάλτες.
Οι μαυρισμένες σκιές των αδικημένων της γης, τη μέρα της δημιουργίας του Νέου Κόσμου, να γιορτάσουν.

Έλα, Λαέ της φωτιάς. Σκόρπα φως της φλόγας σου, να λάμψη ο καινούργιο κόσμος.

Να καεί το σαρακοφαγωμένο χτες.

ΚΑΙ, ΠΙΑ, ΤΟ ΑΥΡΙΟ ΣΑΝ ΤΟ ΧΤΕΣ, ΠΟΤΕ, ΠΙΑ, ΝΑ ΜΗ ΜΟΙΑΖΕΙ.

Οι εφτά σφραγίδες αποσφραγίστηκαν.

— Από πού το κρίμα;
— Από τους μνημονιομουνούχους.

— Και ποια η ώρα;
— Μεσημβρινή Καστελορίζου.

— Και ποιός έφερε τη συμφορά;
— «Τυφλοί μικροί και ανίκανοι Κυβερνήτες. Λαοί που αυτοκτονούν ομαδικά» (Γ. Σεφέρης)

— Και ποιοι οι συνεργοί;
— «Άνθρωποι, χωρίς ηθική και πίστη. Και κρίμα τα φώτα τους. Ότι ο άνθρωπος κάνει τα φώτα κι όχι τα φώτα τον άνθρωπον» (Μακρυγιάννης).

— Και με ποιανού «πατριώτη» τη συνδρομή;
— Όλων των πατριδέμπορων και πατριδολογάδων.

— Και ποιος σκότωσε το αύριο;
— Οι νταβατζήδες του λαού και οι πολιτικατζήδες.

— Και πού ήσουν εσύ, όταν το σκοτώνανε;
«Εμείς οι τρεις στον καφενέ, τσιγάρο πρέφα και καφέ και δε βαριέσαι, αδερφέ!»

Εκείνος, ο φλεγόμενος πυρπολητής, έρχεται.
Ρήμα άναρχο και Λόγος πύρινος.

Εγώ ειμί, ο ων, ο ην, και ο ερχόμενος, αεί.

Ο ΛΑΟΣ ΣΟΥ.
Οικιστής, οιακιστής, τιμονιέρης των νέων τόπων.

Έλα, Πυρφόρε μου Λαέ.
Κάψε τη Βαβυλωνοβαβέλ, την καστρωμένη και τη γητεύτρα.

ΕΞΕΓΕΡΣΗ!
Για μια καινούργια Ηλιούπολη. Ηλιόμορφη! Καστρωμένη, γκαστρωμένη τους πολίτες του φωτός.

Για ΛΑΟ και ΠΟΛΙΤΕΣ, που την πόλη κρατύνουν.

ΟΧΙ στέρφους αυνάνες, σπουδαιογελοίους, «πολιτισμένους» βάρβαρους. Νεοευρωπαιοέλληνες, που παθαίνουν αλλεπάλληλους οργασμούς,— άνευρος μαζοχυλός, μπροστά στο χαζοκούτι, — χάσκακες των αδόντων, χορευόντων, μπουρδολογούντων και λοιπών αιδοίων.

Για έναν και μόνον νόμο:
«Οι παραβάτες του φωτός, οι ΦΩΤΟΣΒΕΣΤΕΣ, θα ΦΩΤΟπυρπολούνται».

Φτάσαμε στ’ ανείπωτα.

«Μας έρχεται κάθε σκατάς, θαρρούμε πως σωθήκαμε,
Μα μόλις φύγει βλέπομε, πως αποσκατωθήκαμε.» (Ροΐδης, ο αφορισθείς.)

Ξυπνάνε οι άνθρωποι.

«Και δεν ακούν τα κόμματα και το μεγάφωνό τους
Τον χτύπο μόνο της καρδιάς που μας βαφτίζει ανθρώπους» (Δ. Σαββόπουλος).

«Μέχρι που ο ήλιος θα πορεύεται το ίδιο δρόμο, … εμείς ουδέποτε θα συμβιβαστούμε με τον Ξέρξη. … Θα αμυνόμαστε συνεχώς … Συ δε μη τολμήσεις να ξανάρθεις!: Έστ’ αν ήλιος την αυτήν οδόν ίη, … μήκοτε ομολογήσειν ημέας Ξέρξη. Αλλά επέξιμεν αμυνόμενοι… Συ τε του λοιπού μη επιφαίνεο!»

Οι Έλληνες «προμαχούντες Μαραθῶνι, χρυσοφόρων Μήδων ἐστόρεσαν (συνέτριψαν) δύναμιν.»

Ελευθέριος Ανευλαβής
impious@otenet.gr
zougla.gr

Ποιός είπε πως επέρασε της λεβεντιάς η ώρα (Κωστής Παλαμάς)


ceb4cf89ceb4ceb5cebaceb1cebdceb7cf83ceb1

Γράφει ο Ελευθέριος Ανευλαβής

Και κατεβαίνουν, «ωραίοι σαν Έλληνες» (Ν. Εγγονόπουλος) οι Πολίτες-Οπλίτες της Πατρίδας στους δρόμους και στις πλατείες, τη σημαία της λεβεντιάς και της θυσίας περήφανα κρατώντας. Με το απροσκύνητο βλέμμα τους, το καθάριο.

Και φωνάζουν:

Προχωρείτε. Εμπρός Έλληνες, να σώσουμε την Πατρίδα, την έρμη και πονεμένη Πατρίδα, από την τροϊκανή ξένη ακρίδα, που κουβάλησαν στη Χώρα οι πολιτικατζήδες-σκιτζήδες, οι ανίκανοι, τυφλοί μικροί, Κυβερνήτες.

Εμπρός στην ντάπια σας, Πολίτες-Οπλίτες, να σώσουμε τη Χώρα από τους χαλασοχώρηδες, τους κακοπάτριδες, του σφουγγοκωλάριους των τροϊκανών και της Μέρκελ, με την καρδιά σαν πέτρα.

Εμπρός, να σώσουμε την Πατρίδα από τους φυγόδικους του πνεύματος και της καθαρής αντρίκιας ματιάς. Από τους Γούσηδες, που άφησαν τις μπουκαπόρτες ανοιχτές και μπούκαραν, σαν φίλοι οι εχθροί, που τους καλωσόρισαν σαν σωτήρες.

Και κραυγάζουν, οι Έλληνες Πολίτες-Οπλίτες:

«ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ και ΔΙΚΑΙΗ ΤΙΜΩΡΙΑ» των ληστών της πατρίδας. Των χαλασοχώρηδων, των «αρχόντων» της χώρας, που ροκανίζουν το μεροκάματο του εργάτη, τη σύνταξη του συνταξιούχου, τα όνειρα των νέων ανθρώπων, το δημόσιο χρήμα.

Και κατεβαίνουν, οι Πολίτες-Οπλίτες της Πατρίδας, οι πατριώτες (μακριά οι πατριδέμποροι, οι πατριδοκάπηλοι), κρατώντας της καμπάνας το σχοινί, για να σημάνουν την ώρα, της Καινούργιας Ελλάδας. Της Ελλάδας που δεν θα ντρεπόμαστε να τη λέμε Ελλάδα.

Για να μπορούμε να σηκώνουμε το κεφάλι, οι Έλληνες, ΟΧΙ οι ελληναράδες, και να λέμε:

ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΕΛΛΑΔΑ:

Η ΕΛΛΑΔΑ με το καθαρό πρόσωπο. Με το φιλότιμο το ελληνικό. Με την ελληνική παιδεία και τη φιλοξενία. ΟΧΙ η Ελλάδα των νταήδων, με το κούφιο νταηλίκι, και της ξενηλασίας, της προγραφής των ξένων, που ήταν έθιμο των βαρβαρικών φυλών. (Ερατοσθένης)

Η ΕΛΛΑΔΑ των ανθρώπων του μόχθου, που «κάνουν το σκατό τους παξιμάδι», για να ζήσουν με τον κουτσουρεμένο μισθό, την πετσοκομμένη σύνταξη, το άθλιο μεροκάματο. Και έχουν «το κούτελο καθαρό» κι αγωνίζονται τίμια, για ένα καλύτερο αύριο. ΟΧΙ η Ελλάδα των μεγαλοφοροφυγάδων, των άπληστων κηφήνων της εύφορης κοιλάδας και των λαδωμένων τρωκτικών.

Η ΕΛΛΑΔΑ των τίμιων πολιτικών, (είδος προς εξαφάνισιν), που θέλουν και μπορούν, να κοιτάνε τους πολίτες στα μάτια και αγωνίζονται για να πάψει να είναι το κράτος, «Κράτος αδηφάγων και ασυστόλων κώλων» (Δ. Σαββόπουλος). ΟΧΙ η Ελλάδα των πολιτικατζήδων, των σφετεριστών της ψήφου του λαού, των λαοπλάνων, που καμώνονται τους εκπροσώπους του λαού και προσπαθούν να μας πείσουν, πως «ο γάιδαρος πετάει». Οι ξεκαπίστρωτοι γαϊδάροι και γαϊδάρες.

Η ΕΛΛΑΔΑ των Ελλήνων, που αμύνονται «περί Πάτρης». ΟΧΙ η Ελλάδα των ελληναράδων-κωλοελλήνων (Δ. Σαββόπουλος), που δουλεύουν για την πάρτη τους, και μας δουλεύουν.

«Έλληνες μην κιοτέψετε,
Σαν Έλληνες βαστάξετε και σαν γραικοί σταθείτε.
Παιδιά μ’ να νταγιαντίσετε, να γίνετ’ ένα σώμα
Να μη χαθεί η πατρίδα μας, την πάρτε στο λαιμό σας.»
(Δημοτικό)

zougla.gr

Το Έθνος είναι πνευματική κοινότητα και όχι ΜΚΟ


2
Η λέξη Έθνος, πρωτακούγεται στην Ιλιάδα του Ομήρου, με την έννοια των συντρόφων, συμπολεμιστών: «εις έθνος εχάζετο κηρ αλεείνων: και να σωθεί εσύρθηκε στη μέση των συντρόφων» (Ιλιάς. Γ:32). Με την έννοια ομάδας ανθρώπων ζώντων ομού: «ίζευ ίων μετά έθνος εταίρων: έλα κάθισε ανάμεσα στο πλήθος των συντρόφων» (Ιλιάς. Η:115). Με την έννοια μεγάλου πλήθους ανθρώπων: «ως ίδε λαών έθνος: μόλις είδε το πλήθος των ανδρών.» (Ιλιάς Ν:495).

Για πρώτη φορά, ορίζει το Ελληνικό Έθνος ο Ηρόδοτος: «το Ελληνικό (έθνος), είναι και όμαιμο και ομόγλωσσο και έχει κοινά τα λατρευτικά κέντρα των θεών και … συνήθειες ίδιες κι απαράλλαχτες: το Ἑλληνικὸν ἐὸν ὅμαιμόν τε καὶ ὁμόγλωσσον καὶ θεῶν ἱδρύματά τε κοινὰ καὶ θυσίαι ἤθεά τε ὁμότροπα.» (Ηροδότου Ιστοριών Η, 144)

Το Έθνος, ως έννοια, είναι μια ψυχή, μια πνευματική αρχή, διακηρύσσει ο Ερνέστος Ρενάν, η οποία συμπυκνώνει το παρελθόν με τις παραδόσεις και τις μνήμες, με τη παροντική επιθυμία, βούληση και συμφωνία, οι άνθρωποι που απαρτίζουν το Έθνος, να ζούνε μαζί, για να διαιωνίσουν την αξία της κληρονομιάς που κληρονομήσανε.

Το Έθνος, όπως και ο άνθρωπος, είναι η σύνθεση των προσπαθειών, των αγώνων και των θυσιών του μακρινού παρελθόντος, των προγόνων, που μας έκαναν αυτό που είμαστε, και παρέδωσαν τούτη χώρα «ελευθέραν δι’ αρετήν» (Περικλής) Αυτό το παρελθόν αποτελεί το κοινωνικό κεφάλαιο που διατρέχει την ιδέα του Έθνους. Δεν είναι προγονολατρία. Είναι αναγνώριση της πραγματικότητας και η προϋπόθεση για να είμαστε Έθνος.

Το Έθνος είναι η ενότητα θυσιών που έκαναν οι άνθρωποί του, ο λαός στο παρελθόν και είναι έτοιμοι να κάνουν και στο μέλλον, έχοντας τη θέληση και τη βούληση να είναι μαζί. Να έχουν κοινή ζωή. Γιατί «αυτήν την πατρίδα της έχουμε όλοι μαζί» όπως βροντοφωνάζει Μακρυγιάννης.

Ακούστε τον σπαρτιάτικο χορικό ύμνο. Οι γέροντες ψάλλουν: «Εμείς είμασταν κάποτε ρωμαλέοι νέοι: Άμμες ποκ΄ ήμες άλκιμοι νεανίαι». Οι άνδρες απαντούν: «Εμείς είμαστε τώρα, αν θέλετε δοκιμάστε: Άμμες δε γ΄ ειμέν, αι δε λης πείραν λάβε.» Και οι νέοι ανταπαντούν: «Εμείς όμως θα γίνουμε πολύ καλλίτεροι: Άμμες δε γ΄ εσσόμεθα πολλώ κάρονες.» Κι αυτό κάνει το Έθνος, το θαύμα των Ελλήνων. «Γιατί το θαύμα δεν είναι πουθενά, παρά κυκλοφορεί μέσα στις φλέβες του ανθρώπου» όπως λέει ο Σεφέρης.

Βάλθηκαν, οι παγκοσμιοποιημένοι πολυπολιτισμικοί κουλτουριάρηδες, να εξαφανίσουν το Έθνος. Ήδη τα Έθνη χάνουν τα χαρακτηριστικά τους μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Θεός να την κάνει ένωση. Σήμερα είναι μια πολύχρωμη κουρελού. Όμως η παρουσία του Έθνους εγγυάται την Ελευθερία και τη Δημοκρατία, που συνθλίβονται μαζί του, κάτω από την μπότα της παγκοσμιοποίησης, που δυναστεύει τα Έθνη και τους ανθρώπους.

Τα Έθνη μετέχουν στον κοινό μας πολιτισμό, καθένα παίζοντας το μουσικό του κομμάτι, στην ορχήστρα του ανθρωπισμού, που είναι το υψηλότερο ιδεώδες του ανθρώπου. Η ανθρωπότητα έχει υποφέρει, και πολλές δοκιμασίες την περιμένουν ακόμη. Ο Έλληνας πανανθρώπινος Λόγος είναι ο μόνος δρόμος, για να διατηρηθεί αυτό το ανθρώπινο ιδεώδες του Έθνους, μέσα στο χάος της απάνθρωπης παγκοσμιοποίησης.

Μια ομάδα ανθρώπων, με ανοιχτό μυαλό και ζεστή καρδιά, δημιουργούν το είδος της εθνικής συνείδησης, που είναι το Έθνος. Και όσο αυτή η εθνική συνείδηση, το Έθνος, θα υπάρχει, ο άνθρωπος θα παραμένει άνθρωπος, κοινωνικό όν. Δεν θα γίνει «ακοινώνητος, άνομος, ανέστιος: αφρήτωρ αθέμιστος ανέστιος» (Ιλιάς Ι 63).

Οι υθλοηλίθιοι (ύθλος : φλυαρία, μωρολογία, φληνάφημα), μεταμοντέρνοι πολυπολιτισμικοί αερολόγοι-μπαρουφολόγοι, ίσως χαμογελούν ειρωνικά, ακούγοντας τη λέξη Έθνος. Αυτοί οι μοντέρνοι πραγματιστές, οι κενόκρανοι. Όμως το μοντέρνο δεν είναι ταυτόσημο με το σύγχρονο. Οι μόδες είναι βραχύβιες, σαν τα ενοχλητικά έντομα.

Σύγχρονο είναι το ΄Εθνος. Αείχρονο. Και το μέλλον το βλέπουν και προβλέπουν αυτοί, που δεν φορούν τις παρωπίδες της μόδας. Το μέλλον το βλέπουν και το προετοιμάζουν αυτοί που τολμούν να έχουν γνώμη, διαμορφωμένη με κριτική σκέψη και ενάντια στις μόδες και όχι μοδάτες απόψεις, που είναι σαν τις κωλοτρυπίδες. Ο καθένας έχει και από μία.

Θρησκεία των Ελλήνων ήταν ο πολιτισμός τους ο ίδιος, οι μυθικοί τους ήρωες δημιουργοί, οι νόμοι τους, η πόλις τους. Κάποιος, δεν ήταν Έλληνας αν αρνιόταν να ακολουθήσει αυτές τις αρχές. Το Έθνος των Ελλήνων δεν ήταν ένα θεολογικό δόγμα. Η θρησκεία τους ήταν ο πολιτισμός του Παρθενώνα, προσωποποιημένος.

Ο όρκος του Αθηναίου Εφήβου στην Ακρόπολη, στο ιερό της Αγραύλου (της κόρης που έπεσε από την Ακρόπολη και σκοτώθηκε όταν απειλούνταν η πόλη της από κατακτητές), διατρανώνει το φρόνημα του Έθνους (έθους, ήθους) των Ελλήνων. Τη μεγαλουργία της πατρίδας, που ορκίζεται να την παραδώσει μεγαλύτερη και δυνατότερη από ό,τι την παρέλαβε. Διατρανώνει την υπακοή στους νόμους και τους θεσμούς που ψήφισε ο λαός και την υπεράσπισή τους από όποιον επιχειρήσει να τους καταλύσει. Διατρανώνει τον σεβασμό στα πατροπαράδοτα ιερά. Διαβάστε τον, ευρωπαγκοσμιοχτυπημένοι. Ίσως ξυπνήσει μέσα στην ψυχή σας η συνείδηση του Έθνους. Κατά ήθος, έθος και Έθνος, Έλληνες είστε και σεις.
«Δεν θα ντροπιάσω τα όπλα τα ιερά και δεν θα εγκαταλείψω τον διπλανό μου με οποιονδήποτε κι αν βρεθώ στην παράταξη της μάχης.
Θα αμυνθώ για τα ιερά και τα όσια και μόνος μου και με τους άλλους μαζί.
Την πατρίδα μου δεν θα τη παραδώσω μικρότερη, αλλά μεγαλύτερη και ισχυρότερη απ’ ότι την έχω παραλάβει.
Πρόθυμα θα υπακούω στους κάθε φορά δικαστές και θ’ ασκώ τα πολιτικά μου δικαιώματα σύμφωνα με τους καθιερωμένους πολιτικούς θεσμούς και προς όλους εκείνους που θα γίνουν νόμοι από την ψήφο του λαού.

Αν βρεθεί κανείς κι αποπειραθεί να καταλύσει τους θεσμούς ή να πάει αντίθετα σ’ αυτούς, δεν θα του το επιτρέψω. Θα αμυνθώ υπερασπίζοντας τους θεσμούς και μόνος μου και μαζί με τους άλλους.
Και θα αποδώσω την πρέπουσα τιμή στα ιερά που μας παράδωσαν οι πατέρες μας.
Μάρτυρές μου γι’ αυτά ας είναι η Άγραυλος, η Ενυάλιος, ο Ζευς, η Αύξω, η Θαλλώ και η Ηγεμόνη». Και στο πρωτότυπο:

«Ού καταισχυνώ όπλα τά ιερά, ούδ’ εγκαταλείψω τόν παραστάτην, ότω άν στοιχήσω.
Αμυνώ δέ καί υπέρ ιερών καί οσίων, καί μόνος καί μετά πολλών.
Τήν πατρίδα δέ ούκ ελάσσω παραδώσω, πλείω δέ καί αρείω όσης άν παραδέξωμαι.
Καί ευηκοήσω τών αεί κραινόντων εμφρόνως, καί τοίς θεσμοίς τοίς ιδρυμένοις πείσομαι, καί ούς τινας άν άλλους τό πλήθος ιδρύσεται ομοφρόνως.
Καί άν τις αναιρή τούς θεσμούς ή μή πείθηται, ούκ επιτρέψω. Αμυνώ δέ καί μόνος καί μετά πάντων.
Καί ιερά τά πάτρια τιμήσω. Ίστορες θεοί τούτων,
Άγραυλος, Ενυάλιος Άρης, Ζεύς, Θαλλώ, Αυξώ, Ηγεμόνη»

Όμως, δεν είναι το έδαφος ή η φυλή, που κάνει το Έθνος. Ούτε και αρκεί η κοινή γλώσσα, η θρησκεία, τα υλικά ενδιαφέροντα, η γεωγραφική θέση και η στρατιωτική αναγκαιότητα, για να υπάρξει ένα Έθνος. Το Έθνος είναι πνευματική κοινότητα, όχι όμιλος ατόμων ή Μη Κυβερνητική Οργάνωση, και δεν προσδιορίζεται από τα οικονομικά, τοπικιστικά, θρησκευτικά κοινά συμφέροντα των ατόμων που την απαρτίζουν. Τίποτα, καθαρά υλιστικό δεν επαρκεί για τη δημιουργία ενός Έθνους.

Το Έθνος των Ελλήνων, φωλιάζει στον Παρθενώνα του Οικουμενικού Λόγου των Ελλήνων. Είναι ιδέα που φωτίζει τις καρδιές όλων των ανθρώπων, που είναι άξιοι του ονόματος του Ανθρώπου. Είναι η ψυχή των ανθρώπων, που το αποτελούν.

Η συνείδηση μιας κοινότητας, παραστατών-συμπαραστατών, ο ένας του άλλου. Μιας κοινότητας ιερών και οσίων, όχι νεκρών απολιθωμάτων, μα ζωντανών, αεί παρουσών ιδεών, στην καρδιά και τον νου των ανθρώπων, για τις οποίες αμύνεται ο Έλληνας άνθρωπος και μόνος και με τους άλλους μαζί «Αμυνώ δέ καί υπέρ ιερών καί οσίων, καί μόνος καί μετά πολλών»

Είναι αυτή, η έννοια του Έθνους των Ελλήνων, της εθνικής συνείδησης, που κάνει τον Τρινταχαίμη, στρατηγό του Πέρση Μαρδόνιου, και κάθε Τρινταχαίμη έκτοτε, μέχρι που μας έκαναν, οι κυβερνώντες, οι ανελλήνιστοι, σφουγγοκώλια του ΔΝΤ και των τροκανών, να φωνάζει τρομαγμένος:

«Αλλοίμονο Μαρδόνιε με ποιούς άντρες μας έφερες να πολεμήσουμε, μ’ αυτούς οι οποίοι δεν αγωνίζονται για χρήματα, αλλά για την αρετή: Παπαί Μαρδόνιε, ποίους επ’ άνδρας ήγαγες μαχησομένους ημέας, οί ού περί χρημάτων τόν αγώνα ποιεύονται, αλλά περί αρετής»! Τότε, αυτά!

Σήμερα Έλληνα, τι; Χέσαιτο γαρ ει μαχαίσετο; (Αριστοφάνης)

Γράφει ο Ελευθέριος Ανευλαβής
Zougla.gr

Και τώρα? Τί λές?

krisiellada

Γράφει ο Ελευθέριος Ανευλαβής

Τι λες, στους νέους, στα παιδιά μας; Στα εγγόνια μας;

«Με την αρετή η Ελλάδα, και τη φτώχια και τη σκλαβιά αντιμάχεται: Αρετή διαχρωμένη η Ελλάς, την τε πενίην απαμύνεται και την δεσποσύνην»

Αυτήν την επικίνδυνη ΑΡΕΤΗ του Έλληνα να ξαναβρούμε, λέω. Ας ξαναβρούμε την αρετή και την τόλμη, που θέλει η ελευθερία του να είσαι άνθρωπος και όχι μαζάνθρωπος. Μπορούμε! Να γίνουμε, αυτό που είμαστε: ΑΝΘΡΩΠΟΙ! Γιατί δεν είμαστε, αυτό που μας έκαναν: Ύες, γουρούνια, στο γουρουνοστάσι της Κίρκης, να τρεφόμαστε με βαλανίδια.

ΤΟΛΜΗΣΟΝ ΦΡΟΝΕΙΝ! Τόλμησε να έχεις γνώμη. Τόλμησε να αρθρώσεις Λόγο όχι λόγια. Τόλμησε να είσαι Πολίτης ελεύθερος. Η ελευθερία σου, η υπαρξιακή σου ελευθερία, αυτό που λέμε: αισθάνομαι ελεύθερος, σήμερα, — στις μέρες του νέου παγκοσμιοποιημένου ολοκληρωτισμού, που ανεμίζει, άδειο πουκάμισο, την παντιέρα της ελευθερίας του ατόμου —, μόνο μέσα στην πολιτική ελευθερία, που χαρίζει η Δημοκρατία, μπορεί να πραγματοποιηθεί.

Δεν είναι μια λέξη μοναχά η ελευθερία. Ούτε την έγραψαν στον τοίχο με μπογιά. Με αίμα έχει γραφεί στα σταυροδρόμια του κόσμου. Είναι η ύπαρξη μας η ίδια. Είναι η ελευθερία του λόγου. Η ελευθερία της αντίθετης γνώμης. Η ελευθερία της επιλογής και της κριτικής.

Η ελευθερία της σκέψης, σήμερα, με την τεχνολογικά εξελιγμένη προπαγάνδα, δεν είναι κάτι το αυτονόητο, πια. Κάποιοι σκέπτονται πριν από μας, για μας, ενώ μας δίνουν την ψευδαίσθηση, πως εμείς οι ίδιοι σκεφτόμαστε.

Τόλμησον φρονείν. Τόλμησε να διακινδυνεύσεις την ησυχία σου, φροντίζοντας για τα κοινά. «Όποιος αρνείται την ελευθερία του για την ασφάλειά του δεν είναι άξιος ούτε της ελευθερίας ούτε της ασφάλειας», βροντοφωνάζει ο Αβραάμ Λίνκολν.

Τόλμησε, να αντιπαρατεθείς με την εξουσία, με τους ανίκανους, μικρούς, σπουδαιογελοίους άρχοντες. Να διεκδικήσεις την ελευθερία σου. Διότι τότε μόνον υπάρχει. «Η πρόοδος δεν γίνεται από τους καθεστωτικούς, αλλά από αυτούς που τολμούν να θίγουν τα κακώς κείμενα: ου δια τους εμμένοντας τοις καθεστώσιν, αλλά δια τους επανορθούντας και τολμώντας αεί τι κινείν των μη καλώς εχόντων.» (Ισοκράτης).

Θίγετε τα κακώς κείμενα. Μπορεί να βρωμάνε, όταν τα θίγετε, αλλά μόνον έτσι υπάρχει ελπίδα, κάποτε, να καθαρίσει η κόπρος του Αυγείου. Ας μην τους αφήσουμε, άλλο, να κλέβουν τα όνειρά μας. Να μας κάνουν ορθολογιστές του παγκοσμιοποιημένου τίποτα.

«Να ξεφτιλίζεις τους κακούς διόλου δεν είναι άπρεπο, ίσα-ίσα τιμά του καλούς, έτσι λεν οι μυαλωμένοι: Λοιδορήσαι τους πονηρούς ουδέν εστ επίφθονον, άλλα τιμή τοίσι χρηστοίς, όστις ευ λογίζεται.» (Αριστοφάνους, Ιππής»

«Την φωτιά της δημιουργίας τη συντηρούν οι ανυπόταχτοι, οι ανικανοποίητοι, οι τυχοδιώκτες της ψυχής και του πνεύματος». (Γ. Θεοτοκάς)

«Αν ξυπνήσεις μονομιάς θα ‘ρθει ανάποδα ο ντουνιάς.» Κ. Βάρναλης

spirospero.gr

Το λάθος στον λαιμό σας

Merkel eats Greece-toon-filteredΚάναμε λάθος λέει ο τροϊκάνος τσόγλανος του Δ.Ν.Τ και οι ντόπιοι σφουγγοκωλάριοί του.

Κάνατε λάθος, ΚΤΗΝΑΝΘΡΩΠΟΙ, και οδηγήσατε χιλιάδες ψυχές στην αυτοκτονία. Και σπρώξατε στην ανεργία δύο εκατομμύρια ανθρώπους. Και τους νέους στο περιθώριο της ζωής.

Κάνατε λάθος, ΑΠΑΝΘΡΩΠΟΙ, και ρίξατε στην εξαθλίωση και την πείνα τον συνταξιούχο, τον απόμαχο της ζωής. Τον μεροκαματιάρη εργάτη. Και κόψατε στη μέση τη ζωή του μισθωτού, του υπαλληλάκου, του βιοτέχνη, του μικρέμπορου. Και αναγκάσατε τους αναγκεμένους ανθρώπους, να διαγκωνίζονται και να διαπληκτίζονται, στις λαϊκές αγορές, για μια σακούλα δωρεάν πορτοκάλια.

Κάνατε λάθος, ΜΙΣΑΝΘΡΩΠΟΙ, και διώξατε τους νέους από τη χώρα. Και σκοτώσατε, δολοφόνοι των ονείρων, την ελπίδα, τη χαρά, την πίστη ενός λαού στον εαυτόν του.

Κάνατε λάθος, ΧΑΛΑΣΟΧΩΡΗΔΕΣ, και βυθίσατε τη χώρα στην απελπισία. Κάνατε στάχτη ένα λαό που κάποτε ήταν φλόγα. Και τώρα οι άνθρωποι ψάχνουν στους σκουπιδοτενεκέδες ένα κομμάτι ψωμί και τη χαμένη του αξιοπρέπεια

Κάνατε λάθος, ΚΑΤΑ ΛΑΘΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΙ, για να μπορείτε γλείφετε το αποστεωμένο κόκαλο της εξουσίας, μπροστά στο αποστεωμένο καύκαλο του ανθρώπου. Γιατί στα μάτια σας οι άνθρωποι δεν είναι παρά εργαλείο για να τζογάρετε τον ιδρώτα τους, στις κερδοσκοπικές χρηματοπιστωτικές συναλλαγές σας.

Κάνατε λάθος, ΠΡΟΔΟΤΕΣ ΤΩΝ ΕΛΠΙΔΩΝ ενός λαού, γιατί στα χέρια σας κρατάτε μια ξένη σημαία, στα χρώματα του μαύρου της απελπισίας και του κίτρινου του μίσους για τον άνθρωπο.

Κάνατε λάθος, ΛΕΙΕΓΚΕΦΑΛΟΙ ΨΑΡΟΜΥΑΛΟΙ, γιατί ούτε μια ρυτίδα σκέψης αυλακώνει τον λείο σας, σαν του ψαριού, εγκέφαλο. Τον απάνθρωπο, τεχνοκρατικό σας εγκέφαλο, που είναι γεμάτος νούμερα και στατιστικές, μα αδειανός από ανθρωπιά και ανθρώπους.

Όχι. Δεν κάνατε λάθος, αχρείοι.

ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟ ΕΓΚΛΗΜΑ διαπράξατε, σε βάρος ενός ολόκληρου λαού.

«Μας μεταχειρίστηκαν σαν ανθρώπους άλλης φυλής που τους κάνουν ελεημοσύνη… Ευρωπαϊκός πολιτισμός μπιχλιμπίδι. Να χέσω τον ευρωπαϊκό πολιτισμό je m’en fous de la civilisation europeenne» (Γ. Σεφέρης)

Ελευθέριος Ανευλαβής
spirospero.gr

Οι ρινόκεροι και η Γερμανική συνταγή

Γράφει ο Ελευθέριος Ανευβλαβής

«Αχ πατρίδα τιμημένη/
κι από ξένους (σ.σ. κι από ντόπιους) γαμημένη»
Κ. Μαρδά «Αθήνα με Θολό Ποτάμι.»

Η εικόνα χάθηκε, ξαφνικά, από τον δέκτη της τηλεόρασης. Ένα μαύρο σεντόνι απλώθηκε στην οθόνη και σιωπή. Σε λίγο, άγρια ποδοβολητά και μουγκανητά άρχισαν ν’ ακούγονται στο βάθος του άδειου «κουτιού».

Όταν ξαναήρθε η εικόνα στο γυαλί, τρεις Ρινόκεροι κάθονταν, μπροστά σε αραδιασμένα μικρόφωνα, σε ένα μακρόστενο τραπέζι, στα πλατό των ειδήσεων όλων των τηλεοπτικών σταθμών της Ξενοχώρας.

Με ακατάληπτη γλώσσα, ο μεσαίος Ρινόκερος μουγκάνιζε, «διαβάζοντας» από ένα χαρτί που είχε μπροστά του.

Αρκετά συχνά, σήκωνε, επιτιμητικά ή απειλητικά, την οπλή του μαλλιαρού δεξιού του άνω άκρου, κοιτώντας, με δυσοίωνο βλέμμα, τους υποτελείς ή υποτιθέμενους – η μετάφραση στη γλώσσα των κωφαλάλων δεν ήταν σαφής – τηλεθεατές τους.

Ναι, ήταν δικοί τους! Αυτοί τους είχαν επιλέξει.

Στην αρχή, και οι τρεις Ρινόκεροι, μαζί, σε χορωδιακό μουγκανητό, είπαν, σε μετάφραση από τη γλώσσα των κωφαλάλων:

«Γι’ αυτούς… ο καπνός της θυσίας/και για μας της φήμης ο καπνός, /αμήν».

Και συνέχισε ο μεσαίος Ρινόκερος.

«Πουλήστε. Πουλήστε τη Δημόσια περιουσία σας»

Και κρατώντας το ίσο, ο ντόπιος σφουγγοκωλάριος, που, ήδη το καρούμπαλο του ρινοκέρατου άρχιζε να φουσκώνει στο κούτελο του κενού του κρανίου, μουρμούρισε:
«Έτσι κι αλλιώς είναι αναξιοποίητη. Δεν ξέρουμε καν που βρίσκεται, ούτε και πόση είναι. Και την έχουμε αφήσει να καταπατηθεί, αδιαφορώντας».

Κι ΕΚΕΙΝΟΣ αναρωτήθηκε: «Γιατί;»

Και συνέχισε ο μεσαίος Ρινόκερος:

«Πουλήστε τις Δ.Ε.Κ.Ο. σας»

Και σε ήχο πλάγιο ο σφουγγοκωλάριος με το ρινοκέρατο:
«Ναι, οι περισσότερες είναι ζημιογόνες. Και η κακοδιαχείριση και η διαπλοκή και η διαφθορά ζουν και βασιλεύουν εκεί μέσα».

Και αναρωτήθηκε ΕΚΕΙΝΟΣ:
«Και δεν φταίει κανείς σας γι’ αυτό; Κανείς δεν θα πληρώσει το φαγοπότι των πρασινογάλαζων κομματαρχών και των διορισμένων τους κοπριτών κατά Πάγκαλον, που »τα έφαγαν μαζί;»». Κι απάντηση δεν πήρε από τις εξεταστικές των πραγμάτων επιτροπές.

Και συνέχισε ο μεσαίος Ρινόκερος, με συγκατάβαση:
«Εν τάξει, μην πουλήσετε την Ακρόπολη.
Κρατείστε και τ’ αγάλματα των θεών και θεαινών σας. Του Απόλλωνα και της Αθηνάς και… (είχε κλασική μόρφωση (!) ο βάρβαρος Ευρωπαίος Ρινόκερος).

Και αναρωτήθηκε ΕΚΕΙΝΟΣ:
Το άγαλμα του Απόλλωνα! Για να μας παίζει τη χαυνωτική του τη λύρα και να ξεχνάμε τα βάσανα, που οι ίδιοι φορτωθήκατε, όταν, αφού φάγαμε τα βόδια του, σαν βόδια, «ξαπλώσαμε στης γης την πλάτη ανίδεοι και χορτάτοι», όπως λέει ο Σεφέρης;

Το άγαλμα της Αθηνάς! Για να φωτίζει τη διαμαντοποίκιλτη απαιδευσιά μας, στημένο έξω από το (Π)ανεπιστήμιό μας:
«… φυτώριον αγραμμάτων. Κλίβανος προς εκκόλαψιν ορνιθίων. … Ουδεμίαν έχει η πολιτεία υποχρέωσιν ν’ απολύη ανά παν έτος κατά της κοινωνίας αγέλην ανορθρογράφων θεσιθήρων» που λέει κι ο Ροΐδης;

Και συνέχισε ο μεσαίος Ρινόκερος:
«Εν τάξει, μην πουλάτε το Άγιον Όρος σας. Κρατείστε και τον Όλυμπό σας και την Γκιώνα σας. Ακόμη και τις ραχούλες σας, όπως λέει κι ο κ. Παπακωνσταντίνου των Οικονομικών. Μην πουλάτε τις ραχούλες σας».

Και σκέφτηκε ΕΚΕΙΝΟΣ:
Ο μοναχός Εφραίμ, το έχει ξεπουλήσει μοναχός του, ταις πρεσβείαις των (συν)αδελφών του Δουκός της Βιστωνίδος, και των άλλων «αγίων», κατά το πόρισμα της εξεταστικής.

Και πια, δεν «βρόντα ο Όλυμπος», ούτε κι «αστράφτει η Γκιώνα», για τη «χιλιάκριβη τη Λευτεριά».

Και οι ραχούλες, — «Πάνω σε ψηλή ραχούλα/κάθεται μια βλαχοπούλα» —
γεμίσανε βιλάρες, και το κλαρίνο σώπασε, κι ακούγεται μονάχα η κλανιά της εξάτμισης των πόρσε, των φεράρι και των χάμμερ των μεγαλοκηφήνων.

Και συνέχισε ο μεσαίος Ρινόκερος, πονηρά:
«Και τα νησιά σας, δεν σας ζητάμε να πουλήσετε τα νησιά σας. Ίσως, μόνο, μερικές ακατοίκητες βραχονησίδες… που τις γδέρνει το κύμα και μερικά αγριοκάτσικα».

Και θύμωσε τότε ΕΚΕΙΝΟΣ:
Ακατοίκητοι κενόκρανοι. Η «Κυρά της Ρο», η Ελληνίδα μάνα, περήφανα σηκώνει, κάθε μέρα, τη σημαία της ελληνικής Πατρίδας, σε αυτές τις βραχονησίδες.

Μα τι νιώθετε εσείς, οι βραχοκέφαλοι ρινόκεροι, από περηφάνια και Πατρίδα.
Το παγκόσμιο χωριό που δημιουργήσατε, παγκοσμιοποιημένοι χωριάτες, δεν έχει στο λεξικό του τέτοιες λέξεις: Πατρίδα, Έθνος, Αξιοπρέπεια, Φιλότιμο, Ανθρωπιά.

Στον ρυθμό του Δολάριου, της Λίρας, του Ευρώ, του Γιεν, χτυπάει η χρηματισμένη σας καρδιά.

Με χρήμα, μόνο με χρήμα, είναι παραγεμισμένο το άδειο σας κεφάλι.
Χορτασμένοι, κορεσμένοι, κοκορόμυαλοι αυθαδιάζετε. Γιατί «Αυθάδεια γεννά η χόρταση, όταν πολλά πέσουν πλούτη, σε ανθρώπους που δεν έχουνε το νου τους μετρημένον: τίκτει γαρ κόρος ύβριν, όταν πολύς όλβος έπηται ανθρώποισιν όσοις μη νόος άρτιος η.» (Σόλων).

«Ας μη σας λείψει ο πλούτος, Εφέσιοι, για να βεβαιώνεται η κακότητά σας: Μη επιλίποι υμάς πλούτος, Εφέσιοι, ίν’ εξελέγχοισθε πονηρευόμενοι.»! Χλευάζει, ο δικός μας, Ηράκλειτος.

Και σε ήχο πλάγιο κανοναρχεί, ο δικός μας, Σοφοκλής: «Δεν φύτρωσε χειρότερο κανένα κακό στον κόσμο από το χρήμα. Αυτό γκρεμίζει πόλεις. Μαθαίνει τον άνθρωπο να γίνει κάλπης… και να κάνει κάθε βρομιά: Ουδέν γαρ ανθρώποισιν οίο άργυρος κακόν νόμισμ’ έβλαστε. Τούτο και πόλεις πορθεί, … πανουργίας δ’ έδειξεν ανθρώποις έχειν… και παντός έργου δυσέβειαν ειδέναι.»

Για τον Έλληνα άνθρωπο, και όχι των Νέο-Ελληναράδων — Ω Ελλάδα πρώτη χώρα τι γαϊδάρους τρέφεις τώρα (Ροΐδης) — τον εσμό των «άνομων και ανήμερων Κυκλώπων: Υπερφιάλων αθεμίστων Κυκλώπων.» (Ομήρου Ιλιάς) και των πολιτισμένων βαρβάρων της Εσπερίας•

Για τον Έλληνα άνθρωπο, «Η Αρετή είναι επίκτητη κατεργασμένη με σοφία και ισχυρούς νόμους. Αυτήν ασκώντας η Ελλάς και τη φτώχεια και τη σκλαβιά αντιμάχεται: Αρετή δε έπακτός εστί από τε σοφίης κατειργασμένη και Νόμου ισχυρού. Αρετή διαχρωμένη η Ελλάς, την τε πενίην απαμύνεται και την δεσποσύνην.» (Ηρόδοτος).

Αυτή η αρετή των Ελλήνων πλουτίζει την Ελλάδα με ανθρωπιά, κι ας είναι φτωχή σε χρήμα. Ανθρωπιά που τη χαλάσατε εσείς, οι άρχοντες οι παγκοσμιοχτυπημένοι, και κάνατε τους Έλληνες και την Ελλάδα ψωροκώσταινα, σαν τα μούτρα σας, έτοιμοι να τη δώσετε αντιπαροχή για ένα τριάρι στις Βρυξέλλες.

«Λαοφάγε Εξουσιαστή που κυβερνάς δειλούς (σ.σ. νεοελληναράδες): Δημοβόρος βασιλεύς, επεί ουτιδανοίσιν ανάσσεις» — κατά πως φροντοφωνάζει ο Αχιλλέας στην Ιλιάδα του Ομήρου — Νέο-Ελληναράδες.

Ξέχασες ή, ίσως, δεν σου έμαθαν ποτέ ή ποτέ δεν φρόντισες να μάθεις πως:
«Αισχρόν έστι σιγάν της Ελλάδος πάσης αδικούμενης. (Δημοσθένης)

Ξέχασες, αυτό που το βροντοφωνάζει ο Άγγλος ποιητής Πέρσυ Σέλεϋ (Percy Shelley), στην εισαγωγή του έργου, που το τιτλοφορεί «Ελλάς», (τελειωμένο και αφιερωμένο στον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, τον Νοέμβριο του 1821:

«Όλοι μας είμαστε Έλληνες. Οι νόμοι μας, η λογοτεχνία μας, η θρησκεία μα, οι τέχνες μας, έχουν τη ρίζα τους στην Ελλάδα. Αν δεν ήταν η Ελλάδα, η Ρώμη, ο ινστρούχτορας, ο κατακτητής, ή η μητρόπολις των προγόνων μας, δεν θα είχε διασπείρει καμιά διαφώτιση με τα όπλα της και εμείς μπορεί ακόμη να ήμασταν άγριοι και ειδωλολάτρες».

Δεν απαριθμώ άλλα κυβερνητικά σου προσόντα, τα οποία λείπουν από την Κυβέρνησή σας, είπε ΕΚΕΙΝΟΣ, μαζί με τον Ροΐδη:

«ου μόνον εκ φόβου μακρηγορίας, αλλά και διότι είναι ως να εξήταζα πόσα άλλα, πλην των ποδών, ελλείπουσιν εις χωλόν, όπως διαπρέψει ως χορευτής»

Οι κάτοικοι της Ξενοχώρας είχαν μείνει άναυδοι.

Στα δελτία ειδήσεων οι σχολιαστές σχολίαζαν πως ήταν ανεπίτρεπτο, έως προσβλητικό, έως προκλητικό, τρία παχύδερμα να δίνουν συνέντευξη για την τύχη της χώρας, ενώ αυτό θα έπρεπε να γίνει από κυβερνητικά, λέει, παχύδερμα.

Διάφοροι αναλυτές, πιο πραγματιστές, διατύπωναν την άποψη (οι απόψεις είναι σαν τις κωλοτρυπίδες. Καθένας έχει κι από μία), πως, αφού χρωστάμε, θα πρέπει να αξιοποιηθούμε — απέφευγαν τη λέξη ξεπουληθούμε όπως ο ρινόκερος το λιβάνι —, θεωρώντας το «ξεπουληθούμε» και ως μη «πολιτκώς ορθό».

Στα σπίτια, στα καφενεία, στους δρόμους, στις πλατείες όλης της Ξενοχώρας, ακούγονταν ποδοβολητά και βρυχηθμοί. Οι ρινόκεροι πλήθαιναν και ξεχύνονταν στους δρόμους μανιασμένοι.

Κάποιοι «νουνεχείς», ψύχραιμοι και ρεαλιστές, έλεγαν: «Μη φοβάστε. Δεν θα σας ορμήσουν. Αν σκύψετε, δεν θα σας πειράξουν. Μια αβλαβή διέλευση από την υφαλοτρυπίδα σας θα επιχειρήσουν».

Αυτοί ήταν εθισμένοι στο ψυχραίμως «κωλοπροβάλλειν», σκέφτηκε ΕΚΕΙΝΟΣ.

Κάποιοι άλλοι, επίσης πραγματιστές και φυσιογνωμιστές συνάμα, καθησύχαζαν τον κόσμο:
«Δεν είναι κακοί. Θα ‘λεγα μάλιστα πως διαθέτουν μια φυσική ομορφιά βορείου ΦΥΡΟΜατος. Τι σημασία έχει ένα »όνομα», που σε δέκα χρόνια θα έχει ξεχαστεί! Αν καθόμαστε να συζητάμε για τέτοια πράγματα, πώς θα ζήσουμε…», μέσα στην κοπριά σας.

Αυτοί ήταν οι ανοϊκοί της ιστορίας. Οι «πολιτικώς ορθοί», ορθοτομούντες τον λόγον της εαυτών ανοησίας, εν ονόματι της πολυπολιτισμικότητας και του πλουραλισμού.

Άλλοι, σίγουροι για τον εαυτό τους, με δόση κυνικής μοιρολατρίας, έλεγαν: «Χωνέψτε το, πάρτε το απόφαση. Μην το παίρνετε κατάκαρδα. Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Εμείς τους καλέσαμε. Η σωτηρία της Πατρίδας είναι μονόδρομος».

Ήταν οι πατριδέμποροι, που έσκουζαν για να φοβηθούν οι πατριώτες. Σκέφτηκε ΕΚΕΙΝΟΣ

Κάποιοι από τους Ανθρώπους διαμαρτυρήθηκαν. Πέταξαν προκηρύξεις. Γιουχάισαν τον κοιλαρά εξουσιαστή.

Μα οι σώφρονες, με το καρούμπαλο στο κούτελο, είπαν:

«Είσθε υπερβολικοί. Και δεν έχετε το δικαίωμα να μπερδεύεστε στα πόδια της εξουσίας. Αφήστε την να κάνει τη δουλειά της. Είναι τελείως κουτό να μην θέλετε να σωθείτε.»

Έτσι κανοναρχούσαν οι σωτήρες, σφουγγοκωλάριοι κάθε εξουσίας.

ΕΚΕΙΝΟΣ άρχισε να ψάλει μαζί με τον Κάλβο:
«Και τώρα εις προστασίαν μας/ τα χέρια σας απλώνετε!
Τραβήξετέ τα οπίσω/ βλέπει ο Θεός και αστράπτει
δια τους πανούργους. …

Της θαλάσσης καλήτερα/Φουσκωμένα τα κύματα
να πνίξουν την πατρίδα μου/ωσάν απελπισμένην
έρημον βάρκαν
Παρά προστάτας να έχωμεν.»

Τέλος, κάποιοι «λογικοί», με λογικό καρούμπαλο στο κούτελο, έβγαλαν το συμπέρασμα: «δεν έχετε επιχειρήματα. Είστε παθιασμένοι. Τόσο έξαλλοι. Συμπλεγματικοί ακτιβιστές. Δεν κάνετε διάλογο. Διασαλεύετε την τάξη».

Αυτοί ήταν οι υποκριτές του προσχηματικού διαλόγου της «φιλολαϊκής» εξουσίας.

«Ο διάλογος, με αυτόν που διαφωνείς, είναι αδύνατος. Με αυτόν που συμφωνείς. δεν έχει νόημα», μουρμούρισε ΕΚΕΙΝΟΣ, μαζί με τον Παναγιώτη Κονδύλη.

Και συμπλήρωσε, μαζί με τον Οδυσσέα Ελύτη:
«Όταν ακούς »τάξη» ανθρώπινο κρέας μυρίζει».

Και ύστερα ο λόγος του Περικλή αντήχησε, μέσα από του αιώνες:
«Την γαρ χώραν …ελευθέραν δι’ αρετήν παρέδωσαν… Παρά δύναμιν τολμηταί, παρά γνώμην κινδυνευταί και τοις δεινοίς ευέλπιδες (τολμώντας πέρα από τη δύναμή τους, διακινδυνεύοντας παρά τη συνετή γνώμη και στα δεινά ευέλπιδες)

Τούτη τη Νεοελληνική Πατρίδα, οι πρόγονοι, οι αφανείς Κλέφτες και Αρματολοί του 1821 — κι ας αφήσουν τα «πολιτκώς ορθά» οι Ευρωπουλημένοι τουρκόφιλοι —, μας την παρέδωσαν ελεύθερη, μέχρι τώρα (αύριο;), με την παλικαριά τους.

Κι ας έκαναν το πάν οι κοτζαμπάσηδες να μείνει η χώρα όπως ήταν. Κατατρέχοντας τους ραγιάδες και πριν την επανάσταση και μετά.

«Πρόσθες ακόμη τα ανυπόφορα κακά όπου καθημερινώς δοκιμάζουσιν από τους αχρείους επιστάτας του τυράννου…όπου κραζονται προεστοί και άρχοντες, οίτινες από την βρωμερά συνήθειαν έχασαν σχεδόν την εντροπήν των ανθρώπων και τον φόβον του Θεού.» (Ελληνική Νομαρχία).
«Και σκότωναν οι τύραγνοι κι οι τουρκοκοτζαμπασήδες» (Μακρυγιάννης)

Κι ας έφερναν χίλια δυο προσκόμματα οι άρχοντες στους πολεμιστές, που πολεμούσαν «για του Χριστού την πίστη την Αγία, για της Πατρίδος την Ελευθερία.»

«Η αιτία του κακού είναι οι άρχοντες όχι φιλότιμοι, ουδέ τόσο φιλόδοξοι, όσον φιλόπλουτοι. Κατακρατούν τα άρματα όχι δια να πολεμήσουν αλλά δια να υπερασπίσουν τα πλούτη των και κοντά εις τούτο σφετερίζονται και όλα της Πατρίδος τα δικαιώματα» (Θ. Κολοκοτρώνης).

Κι ας αφήσουν τις πουστιές — πουστιά: ανθρώπινη ιδιότητα, ανεξάρτητη από φύλο ή σεξουαλική προτίμηση — οι πολυπολιτισμικοί φλώροι.

Σαφή δ’ ακούεις εξ ελευθεροστόμου γλώσσης (Αισχύλος)

Ορισμένες φορές, στη ζωή και στην πολιτική, κάτω από τη δήθεν σωφροσύνη και τον «ρεαλισμό», κρύβεται η ανανδρία — το σώφρον του ανάνδρου πρόσχημα —. Μας το ‘μαθε ο Θουκυδίδης

Κρύβεται, το: αλλ’ ουκ αν μαχαίσετο. Χαίσετο γαρ ή μαχαίσετο: ούτε καν θα μαχότανε. Γιατί έτσι και μαχότανε σίγουρα θα χεζότανε, του Αριστοφάνη.

Και ΕΚΕΙΝΟΣ σκέφτηκε πως μέσα στο μισοσκόταδο της Εσπερίας, της αποδυνάμωσης των αρχών της ανθρωπιάς και της υψηλοφροσύνης, όπου θέλουν να μας βυθίσουν οι ρεαλιστές μας, κάπου εκεί, πέρα από την ασυλλόγιστη παγκοσμιοποιημένη δυτικό-δουλοφροσύνη των «πολιτικών» μας και πολλών «πολιτών», αχνοφέγγει το ελευθερόστομο Τόλμησον φρονείν.

Είμαστε ρεαλιστές, ζητούμε το αδύνατο, γιατί έτσι μόνο θα μπορέσουμε να πετύχουμε το βέλτιστο.

Οι ρινόκεροι, πια, είχαν καταλάβει την Ξενοχώρα.
Είχε μείνει μόνος. ΕΚΕΙΝΟΣ ο Άνθρωπος. Ο Μόνος Άνθρωπος.

«Και μέχρι να ‘ρθει το τέλος θα παραμείνω Άνθρωπος.

ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΩ ΣΑΝ ΚΑΙ ΣΑΣ! (ο Ρινόκερος του Ιονέσκο)

Κι’ ακούστηκε το βροντερό μήνυμα από τα βάθη των αιώνων, με τη φωνή του Αισχύλου:

«Των ανθρώπων τη γλώσσα κανένα χαλινάρι δεν σφίγγει σαν άλλοτε• γιατί μια και της βίας εβγήκεν ο ζυγός, ο λαός είναι λεύτερος να μίλα δίχως φόβο… Η αιματόβαφη γη σου τη δύναμη για πάντα κρατάει των Περσών: Ουδ΄ έτι γλώσσα βροτοίσιν εν φυλακαίς• λέλυται γαρ λαός ελεύθερα βάζειν ως ελύθη ζυγόν αλκάς. … Αιμαχθείσα δ’ αρούραν περικλύστα νάσος έχει των περσών».

«Γοργά από τα μάτια μου, άντε χάσου». Κομίζου δ’ ως τάχιστ’ εξ ομμάτων»

«Άντε να χαθείτε, αγαμοιθύται, Τροϊκάνοι!» Φώναξε ΕΚΕΙΝΟΣ.

Και πήρε το τραγούδι το άξιο να σιγοτραγουδάει:
«Ήρθαν/ ντυμένοι « φίλοι»/ αμέτρητες φορές οι εχθροί μου/ το παμπάλαιο χώμα πατώντας./
και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.

Έφεραν /το Σοφό, τον Οικιστή, και το Γεωμέτρη,/ βίβλους γραμμάτων και αριθμών, την πάσα υποταγή και δύναμη, /το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας./
Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους. …

Έστησαν και θεμελίωσαν/ …τους νόμους τους θεσπίζοντας τα καλά και συμφέροντα, στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας/
Και το μέτρο δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους. /Ούτε καν ένα χνάρι θεού στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε.

Έφτασαν/ ντυμένοι «φίλοι»/ αμέτρητες φορές οι εχθροί μου/ τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας./
Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε/ παρά μόνο σίδερο και φωτιά /μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.

Ήρθαν/ με τα χρυσά σειρήτια/τα πετεινά του Βορρά και της Ανατολής τα θηρία./ …

«Γι’ αυτούς είπαν, ο καπνός της θυσίας/και για μας της φήμης ο καπνός /αμήν.»

Και ΕΚΕΙΝΟΣ, ο τελευταίος Άνθρωπος, απάντησε, στη γλώσσα των Ελλήνων:

«Την γαρ χώραν …ελευθέραν δι’ αρετήν παρέδωσαν…

Παρά δύναμιν τολμηταί, παρά γνώμην κινδυνευταί και τοις δεινοίς ευέλπιδες.»

Γερμανική συνταγή

Γράφει ο Ι.Κ. Πρετεντέρης. Τα Νέα 23 Φεβρουαρίου 2011.
Το κείμενό του σε αγκύλες (αγκυλωμένο στον γαλλογερμανικό άξονα)

Αντί-Γράφει ο Ελευθέριος Ανευλαβής (με πλάγιους χαρακτήρες)

[ΔΕΝ ΞΕΡΩ πόσοι έχουν αντιληφθεί]
— Οι πάντες έχουν αντιληφθεί ό,τι δεν αντιλαμβάνεται ο κ. Πρετεντέρης. Δηλαδή, ότι όλοι τον έχουνε πάρει χαμπάρι.—

[ότι αυτές τις µέρες παίζεται ένα τεράστιο ευρωπαϊκό παιχνίδι: το πέρασµα σε µια µορφή κοινής οικονοµικής διακυβέρνησης.]
— Κοινής οικονομικής διακυβέρνησης των ΔΥΟ σύγχρονων μελανοχιτώνων εναντίον των υπολοίπων, που τους θεωρούν παρίες.

[Ένα παιχνίδι σηµαντικό για την Ευρώπη]
— των μεγαλοαπατεώνων της Siemens και των σφουγγοκωλαρίων της —

[αλλά, κυρίως, απολύτως ζωτικό για την Ελλάδα]
— των τραπεζιτών και του άνομου χρήματος.

[ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΠΩ χοντρά: αν η διαπραγµάτευση δεν προχωρήσει και δεν ευοδωθεί, κλείσαµε!]
— Εδώ ο Καραϊσκάκης αναφωνεί το μη «ορθώς πολιτικό»: «κλάστε μου τον μπούντζον».

[ΑΠΟ ΕΚΕΙ και πέρα υπάρχουν καλά και κακά νέα. Τα καλά νέα είναι ότι ο Πρωθυπουργός έχει κάνει µια κατ’ αρχήν ορθή επιλογή: να συνταχθεί απολύτως σε αυτήν τη διαπραγµάτευση µε τον γαλλογερµανικό άξονα. ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ορθή για δύο λόγους. ΑΦΕΝΟΣ επειδή αυτός ο άξονας παραµένει η καρδιά της Ευρώπης].
— καρδιά χωρίς αίμα μέσα στους κόλπους και τις κοιλίες της. Μόνο χρήμα, χρήμα και πάλι χρήμα στις τετυμπανιαίες σαπιοκοιλιές της.

[και χωρίς τους Γερµανούς και τους Γάλλους δεν προχωράει τίποτα]
— για τους παγκοσμιοποιημένους αρχικλέφτες.

[ Όταν, λοιπόν, αποφασίσουν αυτοί να προχωρήσουν, καλύτερα να είσαι µαζί τους παρά απέναντι.]
— Όμως, όποτε κινδυνεύει η Ελλάδα, οι Έλληνες πατριώτες (όχι οι πατριδέμποροι ευρωπεοελληναράδες. Διορθωτά! το «πε» με «ε») κι’ ας σκυλοτρωγόμαστε στ’ αναμεταξύ, γίνονται μαχητές του «μολών λαβέ», που κάνει τον Τρινταχαίμη (αυλικός του Ξέρξη) και κάθε Τρινταχαίμη, έκτοτε, να ολοφύρεται:
«Αλίμονο, με τέτοιους άντρες μας έφερες να πολεμήσουμε που δεν πολεμούν για χρήματα, αλλά για την αρετή: Παπέ, κ’ οίους επ’ άνδρας ήγαγες μαχησομένους ημέας οι ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιεύονται αλλά περί αρετής.».

[ΑΦΕΤΕΡΟΥ επειδή η Ελλάδα στη σηµερινή της κατάσταση δεν έχει την πολυτέλεια για πολλές τσιριµόνιες. Καλώς ή κακώς, η σωτηρία της (ελληνικής) ψυχής δεν είναι καθόλου δηµοφιλές σχέδιο στην Ευρώπη.]
— Όντως η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα, εσείς το περάσατε για «ταξιδάκι αναψυχής», κατά πως λέει και το τραγούδι.

[Με τους Γαλλογερµανούς, λοιπόν, και την προσευχή µας!]
— και με κατεβασμένα τα βρακιά, και κωλοπροβάλλοντες.

[ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ κακό; Επειδή θεωρείται περισσότερο από προφανές]
— Τι μπορεί να είναι «περισσότερο από προφανές;» Προφανώς το κενόκρανο (κενό κρανίο) όσων έχουν άι κιου (IQ) τηλεθέασης (AGB).

[ότι µια «ειδική ρύθµιση» θα ήταν σαφώς ηπιότερη από αυτά που θα προβλέπει τελικώς η συνολική διευθέτηση.]

[Προς το παρόν, όµως, το µόνο βέβαιο είναι ότι η Ελλάδα θα υπαχθεί σε µια ευρωπαϊκή οικονοµική διακυβέρνηση, η οποία θα ασκείται µε όρους που θυµίζουν περισσότερο Μπούντεσµπανκ ]

— Θέλ’ η πουτάνα να κρυφτεί, μα η χαρά δεν την αφήνει. Μη «πολιτικώς ορθή» έκφραση.

[και λιγότερο ΣΥΡΙΖΑ.]

[ΑΚΟΥΩ ΒΟΓΚΗΤΑ.]
— «Τι σας έλεγα;»

[Εντάξει, αλλά πολύ φοβούµαι ότι είναι για λάθος λόγο.]

[ΔΙΟΤΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ δεν είναι η «γερµανική συνταγή»,]
— ασφαλώς και δεν είναι πρόβλημα για τους γερμανοντυμένους.

[η οποία έχει αποδείξει διαχρονικά και εντυπωσιακά την αποτελεσµατικότητά της.]
— Το τέταρτο Ράιχ στ’ αχνάρια του τρίτου.

[Το πρόβληµα είναι ότι θα εφαρµοστεί στην Ελλάδα και από Έλληνες. Οι οποίοι εδώ και εκατόν ενενήντα χρόνια έχουν ξεφτιλίσει όλες τις συνταγές.]
— Όμως, ΔΕΝ έχουν ξεφτιλιστεί οι ίδιοι• σαν κάποιους ευρωπεόφρονες (Διορθωτά! το «πε» και πάλι με «ε») δημοσιογράφους.

[ΚΑΙ ΜΙΑ κι ο λόγος για τις γερµανικές συνταγές, να θυµίσω ότι στη χώρα µας ακόµη και τα περίφηµα «µαύρα ταµεία» της Siemens ξεφτιλίστηκαν από µια Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής.]
— Γιατί ξεφτιλίστηκε η ίδια και όσοι τα «φάγανε μαζί.»

zougla.gr