Οι αλλαζόνες σπουδαρχίδιδες που νομίζουν οτι λέγονται μακεδόνες

Λέει, πως πρέπει κι εμείς ν’ αναγνωρίσουμε την Χώρα του με το (ψευδ)όνομα Μακεδονία.
«Δεν αισθανόμαστε ευχάριστα, όταν χιλιάδες τουρίστες, ρωτούν υπό σύγχυση, γιατί ο γείτονας μας, (σ.σ. η Ελλάδα) χρησιμοποιεί το όνομα της χώρας μας (σ.σ. Μακεδονία) ως όνομα του αεροδρομίου της Θεσσαλονίκης», έλεγε περίσσιο κυνισμό, ο Γκρουέβσκυ, και συνεχίζουν να το επαναλαμβάνουν, κουτοπόνηρα, και οι διάδοχοί του.
«Το ‘χει η κούτρα τους να κατεβάζει ψείρες».

Λοιπόν, ακούστε, παραχαράκτες της ιστορίας, που ονειρεύεστε, ετσιθελικά, έξω από κάθε ιστορική πραγματικότητα, δική σας «Μακεδονία» που, κατά τα ταραγμένα σας μυαλά, φτάνει μέχρι τον Όλυμπο και «μακεδονική μειονότητα» (ενώ καμία τέτοια μειονότητα δεν έχει καταγραφεί στην περιοχή είτε το 1908, είτε το 1926 που έγιναν απογραφές )

Bulgari (Βούλγαροι), ήταν το όνομά σας που χρησιμοποιούσατε εσείς οι ίδιοι μέχρι το 1944, το οποίο σας είχαν δώσει οι Σέρβοι.

Bardaska Banovina (Διοικητική Περιφέρεια του Βαρδάρη) ήταν το όνομα του Κράτους σας, από το 1918, μέχρι το 1944, όταν κατασκευάστηκε η «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας». Και έκτοτε, φωνασκείτε διεθνώς, και συνεχώς, ενώ είστε σλαβόφωνοι, πως εσείς είστε οι μοναδικοί και γνήσιοι απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων.

Ακούστε, λοιπόν, εσείς και οι ομόφρονές σας, τον ίδιο τον Αλέξανδρο, τον Πανέλληνα, του οποίου το όνομα σφετεριστήκατε στην ονομασία του αεροδρομίου σας:

«αυτός τε γαρ Έλλην γένος ειμί τωρχαίον», φωνάζει ο Αλέξανδρος μέσα στην Ιστορία του Ηρόδοτου.

« ..εγώ δε των Ελλήνων ηγεμών κατασταθείς και τιμωρήσασθαι βουλόμενος Πέρσας διέβην ες Ασίαν» κραυγάζει ο Αλέξανδρος στην «Αλεξάνδρου Ανάβασις» του Αρριανού.

«γράμματα τε μανθάνειν ελληνικά…» εντέλλεται ο Αλέξανδρος, τους νεαρούς Πέρσες που είχε στο στράτευμά του, όπως μαρτυρεί ο «Βίος Αλεξάνδρου» του Πλούταρχου.

Οι Σλάβοι προπάτορές σας, έκαναν την εμφάνισή τους στη Βαλκανική Χερσόνησο, τον 6ο μ.Χ. αιώνα, ανάμεσα στον ποταμό Δούναβη και την οροσειρά του Αίμου.

Όμως, η μακεδονική γη της Ελλάδας είναι γεμάτη με θραύσματα και σπαράγματα χιλιάδων επιγραφών που κραυγάζουν, από το βάθος του 5ου αιώνα π.Χ. μέχρι και τον 7ο αιώνα μετά τον Χριστό, πως:
«Η Μακεδονία, η ξακουστή, του Αλεξάνδρου η χώρα», Έλληνες ανέθρεφε που μιλούσαν γλώσσα ελληνική, από τότε μέχρι τώρα.

Ο Αλέξανδρος γεννήθηκε στην Πέλλα, την οποία ο πατέρας του Φίλιππος είχε κέντρο του Βασιλείου του. Ο Φίλιππος, κάλεσε τον Αριστοτέλη να μάθει, προφανώς, … «σκοπιανά» γράμματα, στον γιο του τον Αλέξανδρο, μιας και ο Αριστοτέλης μιλούσε την «μακεδονική» των Σκοπίων, για να συνεννοείται με τον Αλέξανδρο, στα φιλοσοφικά και πολιτικά του μαθήματα! .

Στα Σκόπια σας, τη γεωγραφική περιοχή που καταλαμβάνει το κράτος σας, το οποίο ψευδωνύμως αποκαλείτε «Μακεδονία», καθώς και σε όλη την περιοχή των Βαλκανίων, η ελληνική γλώσσα και ο ελληνικός πολιτισμός κρατούσαν, από την αλεξανδρινή εποχή μέχρι τους βυζαντινούς χρόνους.

Μάθετε, λοιπόν, ανιστόρητοι, θρασείς σφετεριστές, πως όταν ήρθαν οι προπάτορές σας Σλάβοι στην Βαλκανική, μόνο Έλληνες βρήκαν. Μόνο ελληνικά άκουσαν να ομιλούνται. Ελληνικές λέξεις περιέχει το σλαβικό γλωσσικό σας ιδίωμα, που είναι αποτέλεσμα και της επίδρασης της επίσημης ελληνικής γλώσσας του Βυζαντινού κράτους.

Χιλιάδες ελληνικές λέξεις, που εκφράζουν απλές έννοιες της καθημερινής ζωής, είναι δανεικά φυτεμένες μέσα στο γλωσσικό σας ιδίωμα, και αποδεικνύουν, πως η γεωγραφική περιοχή που ορίζεται ως βόρεια Μακεδονία, ήταν μια καθαρά ελληνόφωνη χώρα η οποία ιστορείται από την αρχαιότητα, από τους αλεξανδρινούς, τους Ρωμαϊκούς και τους Μεσαιωνικούς χρόνους, μέχρι την κάθοδο των σλαβικών φύλων.

Έλληνες, εκσλαβίσατε όταν εμφανιστήκατε στην περιοχή, και όχι Θρακοϊλλυριούς (οι οποίοι, βέβαια, δεν υπήρχαν στην περιοχή τον 7ο αιώνα, κατά τον οποίον εμφανισθήκατε εσείς), όπως ανιστόρητα και σκόπιμα ισχυρίζεστε, για να υποστηρίξετε τη «μακεδονικότητά» σας.

Ανοήτως, και με την ανοχή των ελληνικών Κυβερνήσεων το 1944, ονομάσθηκαν τα Σκόπια, με το ελληνικό ιστορικό όνομα «Μακεδονία», στην Γιουγκοσλαβία του Τίτο. Το νεοπαγές κράτος των σλαβοφώνων και Αλβανών συνάμα, ομιλούν το σερβοβουλγαρικό γλωσσικό ιδίωμα, το οποίο, σε πείσμα όλων όσων ορίζει η επιστήμη της γλωσσολογίας, αποκαλείται «μακεδονική» γλώσσα.

Παραγνωρίσαμε, τότε, την υποκλοπή. Δεν δώσαμε σημασία. Λόγω της απρονοησίας και αδιαφορίας των πολιτικών μας. Εξ αιτίας, των κάθε λογής πολυπολιτισμένων, που στο άκουσμα της λέξης «Πατρίδα» (μπερδεύοντας πατριδέμπορους μαζί με πατριώτες), τους σηκώνετε η τρίχα του «πολιτικώς ορθού» των…

Τώρα, που ο σωβινισμός, και η ανίερη, ανιστόρητη, αλλά πειστική προπαγάνδα, για τους τείνοντες ευήκοον ους στις σκοπιανές ανοησίες, τρέχουμε (και δεν φθάνουμε) πίσω από κάθε διεθνή μεσολαβητή, για να πείσουμε:

Πώς τα Σλαβόφωνα Σκόπια, ΔΕΝ δικαιούνται το όνομα Μακεδονία.

Πως το σερβοβουλγαρικό γλωσσικό τους ιδίωμα, ΔΕΝ είναι μακεδονική γλώσσα, διότι τέτοια δεν υπάρχει.

Πως οι Μακεδόνες ΗΤΑΝ και ΕΙΝΑΙ Έλληνες και ομιλούσαν και ομιλούν την Ελληνική γλώσσα, εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια. Όπως οι Κρητικοί. Όπως οι Μικρασιάτες. Όπως οι Πόντιοι.

«Κι απ’ την θαυμάσια πανελλήνιαν εκστρατεία
την απαράμιλλη: βγήκαμ’ εμείς•
ελληνικός καινούργιος κόσμος μέγας.
Εμείς• οι Αλεξανδρείς, οι Αντιοχείς,
οι Σελευκείς, κι’ οι πολυάριθμοι
επίλοιποι Έλληνες Αιγύπτου και Συρίας,…
Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά
ως μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ως τους Ινδούς.» (Κ. Καβάφης)

Πηγές ιστορικών στοιχείων:
Θεοδώρου Δημητρόπουλου, Μακεδονία Ιστορία και Πλαστογραφία. Εκδόσεις Κάκτος
Γεωργίου Χατζιδάκι, Η Ελληνικότητα των Αρχαίων Μακεδόνων, Εκδόσεις Κάκτος
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Μέγας Αλέξανδρος Ελληνιστικοί Χρόνοι. Εκδοτική Αθηνών
Τελευταία ενημέρωση: Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018, 15:50
zougla.gr

Advertisements

Άν η Αθήνα είχε χτιστεί στις όχθες των ποταμών της



Όλες οι σημαντικές πόλεις από την αρχαιότητα, τον μεσαίωνα και μέχρι τον τελευταίο αιώνα χτίζονταν πάνω σε ποτάμια και συνδέονταν με ποτάμια. Εκτός από την Αθήνα, τα ποτάμια της οποίας μπαζώθηκαν και έγιναν άσχημοι αυτοκινητόδρομοι.

Γνωστές πόλεις, όπως το Λονδίνο, η Πράγα, η Ρώμη, η Κολωνία, η Μόσχα, το Παρίσι, η Αγία Πετρούπολη, η Βουδαπέστη, η Βιέννη κ.ά., αλλά και τόσες πανέμορφες άγνωστες πόλεις, όπως π.χ. το Κόμπλενζ, το Μελκ, το Ούγκλιτς, το Κίζι, το Ρουντεσχάιμ, έχουν χτιστεί γύρω από τα ποτάμια τους και αποτελούν μαγνήτη για τους ντόπιους κατοίκους και τους τουρίστες.

Οι γεωτρήσεις του ΙΓΜΕ (Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών) απέδειξαν ότι οι περισσότεροι δρόμοι της Αθήνας κρύβουν ένα μπαζωμένο ρέμα ή ένα υπόγειο ποτάμι.

Ο Ιλισός, ο Ηριδανός, ο Κυκλόβορος, το Λυκόρεμα, ο Βουρλοπόταμος, ο Βοϊδοπνίχτης, ο Αλασσώνας είναι μερικά από αυτά. Σύμφωνα με μελέτη του ΕΜΠ, τα ανοιχτά ρέματα το 1945 είχαν μήκος 1.280 χιλιόμετρα και σήμερα μόλις 434 χιλιόμετρα -μειώθηκαν, δηλαδή, σε ποσοστό 66,4%.

Όπως προκύπτει, δε, από μελέτη του ΙΓΜΕ, πριν από μερικά χρόνια το 80% των νερών της βροχής το απορροφούσε το έδαφος και μόλις το 20% έπεφτε στη θάλασσα. Σήμερα, το ποσοστό αυτό έχει αλλάξει δραματικά…

Ο Κηφισός, το τελευταίο χαμένο ποτάμι του Λεκανοπεδίου
Η κοίτη του απλώνεται σε έκταση 12.000 στρεμμάτων και η αρχή του εντοπίζεται στην Πάρνηθα, ενώ διέρχεται μέσα από τουλάχιστον δέκα περιοχές της Αττικής, μεταξύ των οποίων η Νέα Ερυθραία, η Κηφισιά, η Λυκόβρυση, η Μεταμόρφωση και η Νέα Φιλαδέλφεια, και εκβάλλει στον Φαληρικό Ορμο του Σαρωνικού.

Οι πρώτες αναφορές στον Κηφισό έγιναν από αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, περισσότερα από 2000 χρόνια πριν. Ιερός ήταν για τους αρχαίους ο ποταμός Κηφισός, πηγή ζωής για τη μεγάλη, εύφορη πεδιάδα. Δυστυχώς, η υποβάθμιση του Κηφισού και των παραχειμάρρων του τα τελευταία χρόνια αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ανοικτά περιβαλλοντικά μέτωπα του Λεκανοπεδίου.

Το όνειρο του Φορέα για τον Κηφισό:

Απόλυτη αδιαφορία
Το 1994 η κατάσταση του Κηφισού ήταν τόσο άσχημη που εκδόθηκε προεδρικό διάταγμα για τη διαφύλαξή του. Όμως, 13 χρόνια μετά το Προεδρικό Διάταγμα (ΦΕΚ 632/27-6-1994) για τον καθορισμό των ζωνών προστασίας του, ο Κηφισός παραμένει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κακοποίησης του φυσικού περιβάλλοντος στην πολύπαθη Αττική και ειδικά στους γειτονικούς του δήμους, ανάμεσα στους οποίους είναι και η Νέα Φιλαδέλφεια.

Ταυτόχρονα, ο Φορέας Διαχείρισης και Ανάπλασης του Κηφισού, που συστάθηκε με Π.Δ. (ΦΕΚ 346/2002), δεν έχει καταφέρει να ασκήσει αποτελεσματικά τις εκτεταμένες αρμοδιότητές του, καθώς δεν στελεχώθηκε και δεν του έχουν καταβληθεί οι προβλεπόμενες από τον νόμο χρηματοδοτήσεις -κατά συνέπεια, δεν λειτούργησε ποτέ.

Ας σημειωθεί ότι νέα ίχνη από τμήμα του Αδριάνειου υδραγωγείου εντοπίστηκαν από τα μέλη της Οικολογικής Εξόρμησης Αττικής στην κοίτη του Κηφισού, στο ύψος του αμαξοστασίου των ΗΛΠΑΠ, στη Νέα Φιλαδέλφεια. Στο συγκεκριμένο σημείο διακρίνονται τρία φρεάτια και λιθοδομές σε μήκος περίπου 50 μέτρων.

Το αρχαιολογικό εύρημα υφίσταται φθορές από τα μπάζα και τα σκουπίδια που πετούν ασυνείδητοι από τα γειτονικά κτίρια, ενώ επιβαρύνεται και από τα νερά που εκτρέπονται από την τσιμεντένια πλατφόρμα των ΗΛΠΑΠ, καθώς πρόσφατα προστέθηκαν και επιχωματώσεις και άχρηστα υλικά στον χώρο λόγω ανέγερσης παρακείμενης οικοδομής.

Αναμνήσεις από τον Κηφισό
«Η πλημμύρα του 1961 είχε ξεχαστεί και εμείς τα παιδιά παίζαμε στην όχθη του, που πλέον είχε κτισθεί και υψωθεί, κάπου εκεί απέναντι από το εργοστάσιο της ΔΕΗ στο Μοσχάτο. Ακόμα θυμάμαι τους παππούδες που πέρναγαν τον καιρό τους ψαρεύοντας, τις βάρκες που ελλιμενίζονταν μέσα στο ποτάμι για να προφυλαχθούν από τον άγριο νοτιά, που κατά καιρούς φύσαγε στον Φαληρικό Όρμο και την πιτσιρικαρία που έκανε ποδήλατο ή έπαιζε κάτω από τους ευκαλύπτους, που είχαν φυτευτεί στις όχθες του Κηφισού.
Βέβαια από τότε τα προβλήματα στο ποτάμι ήταν εμφανή. Η άναρχη ανοικοδόμηση του λεκανοπεδίου, η εγκατάσταση βιομηχανιών και βιοτεχνιών γύρω από το ποτάμι, χωρίς σχεδιασμό και υποδομές επιβάρυναν το περιβάλλον της περιοχής και το ποτάμι ακόμα περισσότερο. Κατά καιρούς λύματα και χημικά απόβλητα έφταναν και φτάνουν μέχρι κάτω στις εκβολές του ποταμού προκαλώντας δυσοσμία στην περιοχή ή βάφοντας τα νερά του ποταμού και του Φαληρικού Όρμου με διάφορα περίεργα χρώματα. Μεγαλώνοντας παρακολουθούσαμε σιγά – σιγά την καταστροφή του ποταμού Κηφισού.

Οι βάρκες σάπισαν, οι ψαράδες χάθηκαν. Οι ευκάλυπτοι κόπηκαν, γιατί οι ρίζες τους ήταν επικίνδυνες για τις πολυκατοικίες, που με την αντιπαροχή κτίζονταν δεξιά και αριστερά του ποταμού. Οι όχθες από χώρος παιχνιδιού έγιναν χώρος στάθμευσης για οχήματα. Η ιδεολογία του τσιμέντου κυριάρχησε κι εδώ. Τα αυτοκίνητα αυξήθηκαν και η αναζήτηση νέων δρόμων για να κινηθούν έγινε το μεγάλο θέμα όλων των σχεδίων ανάπτυξης. Ο Κηφισός από δρόμος του νερού προς την θάλασσα και δίοδος του αέρα από την θάλασσα προς το χτισμένο ασφυκτικά λεκανοπέδιο, εύκολα έπεσε θύμα της πολιτικής «ανάπτυξη με αυτοκινητόδρομους»», γράφει ο Μπάμπης Μπιλίνης στη 2η Επιστημονική Διημερίδα για τον Κηφισό, που έγινε τον Δεκέμβριο του 2009.

Το 1999 τα σχέδια για δρόμο πάνω από το ποτάμι είχαν οριστικοποιηθεί και επιτροπή κατοίκων είχε πάει στο υπουργείο για να μεταφέρει την αντίδρασή της. Συναντήθηκαν με κάποιο αρμόδιο διευθυντή, που για να τους πείσει για την αναγκαιότητα του έργου άνοιξε πάνω σε ένα τραπέζι μια μεγάλη αεροφωτογραφία. Τους έδειξε ότι όλα ήταν χτισμένα -τσιμέντο παντού- και η μόνη ελεύθερη λωρίδα ήταν ο Κηφισός. «Από που θέλετε να περάσει ο δρόμος;», είπε. «Δεν υπάρχει άλλος χώρος».

Με αυτές λοιπόν τις πολιτικές πορευτήκαμε την τελευταία δεκαετία. Ήρθε και η «μεγάλη ιδέα» των Ολυμπιακών Αγώνων και ο αυτοκινητόδρομος ταχείας κυκλοφορίας πάνω από τον Κηφισό έγινε μέρος του μεγάλου ολυμπιακού δακτυλίου.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για να διαπιστώσει ότι το έργο είναι ασύμβατο με την περιοχή και τα προβλήματα που έχει δημιουργήσει στους κατοίκους πολλά. Αρκεί μια μικρή βόλτα για να τα δει κάποιος. Επειδή έπρεπε να συνδεθεί με την υπερυψωμένη παραλιακή λεωφόρο, ο δρόμος υψώθηκε πάνω από το ποτάμι, περνώντας κυριολεκτικά πάνω από διώροφες οικοδομές.

Αλλαξε το μικροκλίμα της περιοχής
Ο όγκος του τσιμέντου είναι τόσος πολύς που το μικροκλίμα της περιοχής άλλαξε. Η αύρα της θάλασσας πια δεν περνά και το καλοκαίρι η θερμοκρασία είναι μεγαλύτερη. Ο όγκος του δρόμου σκοτείνιασε την περιοχή και ο ήλιος δεν βλέπει αρκετά τις παρακηφίσιες κατοικίες. Ακόμα και το οδικό έργο μέσα σε πέντε χρόνια έφτασε στα όριά του.

Τα μποτιλιαρίσματα στον δρόμο ταχείας κυκλοφορίας είναι σχεδόν καθημερινά, κάνοντας ακόμα μεγαλύτερο το πρόβλημα του θορύβου και το καυσαέριο στα πνευμόνια των κατοίκων περισσότερο. Ο θόρυβος, τα ανήλιαγα νερά κάτω από τον δρόμο, τα κουνούπια από τα στάσιμα σκοτεινά νερά και η δυσοσμία κάνουν τη ζωή των κατοίκων δύσκολη και την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής εμφανή.

Ποιοι μπάζωσαν τον Ιλισό
Αθήνα 1937, κάλυψη Ιλισού. Ο Διοικητής Πρωτευούσης (επί δικτατορίας Μεταξά) Κωνσταντίνος Κοτζιάς επισκέπτεται τα έργα της κάλυψης Ιλισού. Στις αρχές του 20ού αιώνα ολόκληρη η περιοχή μεταξύ Ιλισού και Υμηττού είχε κηρυχθεί αναδασωτέα και είχε φυτευτεί.

Στη δεκαετία του ’50, επί Κωνσταντίνου Καραμανλή, ολοκληρώθηκε η κάλυψη της κοίτης του ποταμού και τη θέση του ποταμού πήραν οι οδοί Μιχαλακοπούλου, Βασιλέως Κωνσταντίνου και Καλλιρρόης. Το έργο είχε ξεκινήσει το 1939 και το θεμελίωσε ο Μεταξάς με τη χαρακτηριστική φράση: «Θάπτομεν τον Ιλισόν».

Ο ποταμός Ηριδανός, στον Κεραμεικό:

Οι «καταρράκτες του Ιλισσού»:

apocalypsejohn.com

Τα τσιπουράδικα του Βόλου



150, μήπως 250 ή 400; Όσα κι αν είναι, είναι ταυτισμένα με την πόλη. Αποτελούν το πιο νόστιμο αξιοθέατό της. Στην παραλία, στα Παλιά, στη Νέα Ιωνία ή σε άλλες γειτονιές, παραγγέλνετε ένα ή πάτε για δύο και παραπάνω και περιμένετε την επίθεση των μεζέδων, από παστά και τουρσιά μέχρι καπνιστή καραβίδα. Κάθε μαγαζί έχει το δικό του «οπλοστάσιο» μεζέδων κι έτσι δημιουργούνται οι φήμες και οι εξειδικεύσεις. Υπάρχουν τσιπουράδικα που διαθέτουν 30 ή και 40 μεζεδοεπιλογές.

Η ιστορία ξεκινά κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ΄20, όπου τα τσιπουράδικα ήταν περιορισμένα και η παραγωγή μικρή σε ποσότητα. Τότε καθιερώθηκε και το 25αρι με συνοδεία κάποιων μεζέδων, θαλασσινών κυρίως, όπως χταποδάκι, καραβίδες και άλλα πολλά. Η παράδοση λέει ότι οι Μικρασιάτες πρόσφυγες έφεραν τη συνήθεια του τσίπουρου με τους θαλασσινούς μεζέδες, καθώς είχαν βαρκάκια και ψάρευαν τέτοια είδη. Στην πορεία του χρόνου υπήρξε εξέλιξη και στην Παρασκευή του τσίπουρου, αλλά και στην ποικιλία των μεζέδων που το συνόδευαν.

Η ιστορία ξεκινά κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ΄20, όπου τα τσιπουράδικα ήταν περιορισμένα και η παραγωγή μικρή σε ποσότητα. Τότε καθιερώθηκε και το 25αρι με συνοδεία κάποιων μεζέδων, θαλασσινών κυρίως, όπως χταποδάκι, καραβίδες και άλλα πολλά.

Το 25αρι είναι ένα μικρό μπουκάλι με τσίπουρο όσο ένα μικρό ποτήρι. Θεωρητικά κάθε ένας παραγγέλνει ένα 25αρι (όσες φορές αντέχει). Κάθε 25άρι συνοδεύεται με μεζέδες που προτείνει και φέρνει στο τραπέζι σας κάθε τσιπουράδικο. Τα τσιπουράδικα πλέον βρίσκονται σε κάθε γωνιά της πόλης από τα πιο κεντρικά σημεία μέχρι και στα στενά δρομάκια. Ο πραγματικός αριθμός των τσιπουράδικων της πόλης είναι αδύνατο να εκτιμηθεί καθώς βρίσκονται παντού, άλλες φορές είναι μικρά και περιστασιακά, άλλες φορές μετακομίζουν συχνά και άλλες φορές συνυπάρχουν με υπηρεσίες ταβέρνας, καφενείου ή βαρελάδικου και κρασοπουλιού.

Βέβαια δεν ήταν πάντα έτσι. Στην αρχή το τσίπουρο, που ερχόταν κυρίως από τον Τύρναβο και τα χωριά του Πηλίου, το έπιναν στις «δαχτυλήθρες», ξεροσφύρι, χωρίς μεζέ, για να τους ανοίξει την όρεξη πριν από μτο μεσημεριανό φαγητό. Οι μεζέδες ήταν λιτοί και τους έλεγαν «πεινάσματα». Χταπόδι, λάχανο, τσιτσίραβλα, τσίρος, παστά, λιόκαυτο σαβρίδι, πολίτικη λακέρδα, ροκφόρ. Τους ψαρομεζέδες τούς ξεκίνησαν οι πρόσφυγες στη Νέα Ιωνία.

Στην αρχή το τσίπουρο, που ερχόταν κυρίως από τον Τύρναβο και τα χωριά του Πηλίου, το έπιναν στις «δαχτυλήθρες», ξεροσφύρι, χωρίς μεζέ, για να τους ανοίξει την όρεξη πριν από μτο μεσημεριανό φαγητό. Οι μεζέδες ήταν λιτοί και τους έλεγαν «πεινάσματα».

Η παραγωγή του τσίπουρου χάνεται μέσα στο βάθος του χρόνου, λέγεται όμως πως ξεκίνησε τον 14ο αιώνα στο Αγιον Ορος από μοναχούς που διαβιούσαν εκεί. Με τα χρόνια εξαπλώθηκε σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, κυρίως στη Μακεδονία, την Ηπειρο, τη Θεσσαλία και την Κρήτη. Μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, η παραγωγή τσίπουρου γινόταν αποκλειστικά «κατ’ οίκον», δεν υπήρχε δηλαδή μαζική βιομηχανική παραγωγή. Από παλιά, ένα άχρωμο αλκοολούχο ποτό παράγεται και πίνεται κάθε χρόνο σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Είναι γνωστό με διάφορα ονόματα: τσίπουρο, αράκ, γκράπα. Αποστάζεται από τα υπολείμματα των σταφυλιών, σαν ο άνθρωπος να θέλησε να εκμεταλλευθεί όσο το δυνατόν περισσότερο το δώρο των θεών, το αμπέλι. Το τσίπουρο ονομάζεται είναι το απόσταγμα από στέμφυλα.

Κάθε 25άρι συνοδεύεται με μεζέδες που προτείνει και φέρνει στο τραπέζι σας κάθε τσιπουράδικο. Τα τσιπουράδικα πλέον βρίσκονται σε κάθε γωνιά της πόλης από τα πιο κεντρικά σημεία μέχρι και στα στενά δρομάκια.

Παράδοση στην παραγωγή τσίπουρου έχουν η Μακεδονία, η Κρήτη, η Θεσσαλία και η Ηπειρος. Το τσίπουρο δεν είναι απόσταγμα σταφυλιού,αλλά απόσταγμα στέμφυλων σταφυλιού, τα γνωστά ράκη, που παράγεται τόσο με παραδοσιακό όσο και σύγχρονο βιομηχανοποιημένο τρόπο, που πρέπει να πληροί, φυσικά, κάποιες νομικές -κυρίως τελωνειακές- προϋποθέσεις, καθώς είναι από τα ελάχιστα προϊόντα που τελούν σε καθεστώς κρατικού μονοπωλίου. Από τα τέλη του Οκτωβρίου έως τα μέσα Δεκεμβρίου, σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική, σε όλη την Ελλάδα «βράζει» ο τόπος. Παραδοσιακά καζάνια ετοιμάζουν το «αγιονέρι», όπως το λένε σε κάποιες περιοχές, με αποκορύφωμα τις διάφορες γιορτές τσίπουρου στη Μακεδονία, την Ηπειρο και αλλού, οι οποίες συνοδεύονται από παραδοσιακά γλέντια. Η πώληση αποσταγμάτων για απ’ ευθείας κατανάλωση ήταν απαγορευμένη μέχρι το 1988.

Ο πραγματικός αριθμός των τσιπουράδικων της πόλης είναι αδύνατο να εκτιμηθεί καθώς βρίσκονται παντού, άλλες φορές είναι μικρά και περιστασιακά, άλλες φορές μετακομίζουν συχνά και άλλες φορές συνυπάρχουν με υπηρεσίες ταβέρνας, καφενείου ή βαρελάδικου και κρασοπουλιού.

Μόνο οι αμπελουργοί σε ορισμένες περιοχές είχαν το δικαίωμα να αποστάζουν και να εμπορεύονται, σε τοπικό επίπεδο, τα στέμφυλα, ενώ επιτρεπόταν και η πώληση του αποστάγματος σε εταιρείες παραγωγής οινοπνεύματος. Σήμερα, με την ψήφιση νόμου από το 1988 για την παραγωγή αποστάγματος στέμφυλων, επιτρέπεται η παραγωγή και διάθεση τσίπουρου σε όλη την Ελλάδα μόνο με ειδική άδεια. Τα τσιπουράδικα του Βόλου είναι τα ομαδικά ψυχοθεραπευτήρια της πόλης. Επιπλέον οι θαμώνες τους κάνουν πράξη την εξομοίωση των τάξεων. Στα τραπέζια τους συνυπάρχουν νεαροί και γεροντότεροι, ροκάδες και αναρχικοί, πλούσιοι και φτωχοί, εργάτες, ψαράδες και γιάπις, «θεούσες», καθημερινές γυναίκες αλλά και «κορίτσια» της νύχτας. Συνηθισμένοι αλλά και ασυνήθιστοι άνθρωποι. Και όταν τα αποστάγματα, με γλυκάνισο ή χωρίς τρέξει στο αίμα οι γλώσσες λύνονται και τα πρόσωπα χαλαρώνουν. Οι άνθρωποι αδειάζουν ξεφορτώνουν και βλέπουν τον κόσμο γύρω τους ευτυχέστερα. Με αυτή την έννοια τα τσιπουράδικα δεν είναι απλά καταστήματα εστίασης αλλά χώροι όπου συντελείται κομμάτι της ζωής της πόλης και προσφέρονται κοινωνικές υπηρεσίες.

[womantoc.gr]
trelokouneli.gr

Φυτά των Χριστουγέννων

Χρόνια Πολλά.


Τα εύθραυστα κυκλάμινα, τα εντυπωσιακά αλεξανδρινά και τα δυναμικά γκι αποτελούν συνώνυμα των χριστουγεννιάτικων εορτών.

Εκτός από εντυπωσιακούς στολισμούς, τα φυτά αυτά μπορούν να αποτελέσουν και λύσεις για δώρα σε αγαπημένα πρόσωπα.

Οι επιβλητικοί αλεξανδρινοί

Αποτελούν το σήμα κατατεθέν των Χριστουγέννων, ιδιαίτερα όταν είναι σε κόκκινο χρώμα. Μπορεί όμως να τους βρει κανείς και σε άλλα χρώματα, όπως το ροζ και το άσπρο.

Ο Αζτέκοι θεωρούσαν αυτό το φυτό σύμβολο της αγνότητας και το χρησιμοποιούσαν σαν φαρμακευτικό φυτό για τον πυρετό. Πίστευαν επίσης ότι τα φύλλα του βάφτηκαν κόκκινα από το αίμα μιας θεάς, της οποίας η καρδιά ράγισε από αγάπη.

Αν και οι περισσότεροι θεωρούν ότι είναι εποχικό φυτό, με την κατάλληλη φροντίδα μπορεί να διατηρηθεί για πολλά χρόνια και να αποκτήσει και αρκετά μεγάλο ύψος.

«Πρέπει να μπαίνει σε μέρος προστατευμένο από τον αέρα και πρέπει να προσέχουμε να μην ρίχνουμε νερό στα φύλλα. Το πότισμά του πρέπει να γίνεται όταν στεγνώνει το χώμα και η καλύτερη στιγμή για το κλάδεμά του είναι τον Μάρτιο», συμβουλεύει ο γεωπόνος Νίκος Θυμάκης, μιλώντας στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων.

Γκι το γιορτινό

Το φιλί κάτω από τα τυχερά φύλλα του είναι ξενόφερτη παράδοση που δεν έχει επικρατήσει ευρέως στην Ελλάδα. Ωστόσο, το γκι είναι αναπόσπαστο κομμάτι της γιορτινής ατμόσφαιρας και είναι παρόν και στο ελληνικό σπίτι.

Αν και σήμερα θεωρείται το φυτό των ερωτευμένων στη Βόρεια Ευρώπη και την Αμερική κυρίως, πρόκειται για φυτό με μεγάλη ιστορία. Οι μάγοι των Γαλατών το χρησιμοποιούσαν για τα μαγικά τους φίλτρα, οι μάγισσες του Μεσαίωνα το χρησιμοποιούσαν για τα ξόρκια τους, ενώ οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι το θεωρούσαν φάρμακο για πολλές ασθένειες.

«Η φροντίδα του γκι είναι σχετικά απλή. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα. Μπορεί να μπει και σε βορεινή θέση ενώ χρειάζεται συχνό πότισμα», λέει ο κ. Θυμάκης.

Η ομορφιά του κυκλάμινου

Είναι από τα πιο όμορφα και τα πιο ανθεκτικά στο κρύο φυτά παράλληλα. Μπορεί να το βρει κανείς σε πολλά υπέροχα χρώματα, αλλά σίγουρα τις γιορτινές ημέρες έχει την τιμητική του. Αποτελεί ένα από τα συνηθέστερα φυτά που χαρίζονται κατά αυτή την περίοδο.

«Το κυκλάμινο θέλει αρκετό νερό, δηλαδή πρέπει να νιώθουμε το χώμα του υγρό. Πρέπει να κόβουμε τα λουλούδια που τελειώνουν και να ξεκαθαρίζουμε τα φύλλα που ξεραίνονται. Επίσης χρειάζεται κάθε μήνα λίγο υγρό λίπασμα», επισημαίνει ο κ. Θυμάκης.

Ω έλατο

Αν και ο στολισμός του δεν αποτελεί παραδοσιακό ελληνικό έθιμο το έλατο εδώ και δεκαετίες είναι ο αδιαμφισβήτητος βασιλιάς των χριστουγεννιάτικων γιορτών. Το βρίσκει κανείς σε γλάστρες έξω από τα σπίτια και κυρίως να δεσπόζει στα σαλόνια στολισμένο. «Αν το στολισμένο έλατο είναι σε γλάστρα μπορεί να γίνει μεταφύτευσή του στον κήπο. Αυτό πρέπει να γίνεται σε περιοχές με κρύο και όχι πολύ νότια. Επίσης το έλατο χρειάζεται συχνό πότισμα», καταλήγει ο κ. Θυμάκης.

Πηγή πληροφοριών: Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων

Read more: http://www.newsbomb.gr/ellada/news/story/845621/xristoygenna-2017-ayta-einai-ta-fyta-tis-epoxis-poy-dinoyn-allo-xroma-stis-giortes#ixzz52Hu2IT3n

Ηλύσια Πεδία. Ο Τόπος των Ηρώων στην αρχαία Ελλάδα



Τα Ηλύσια πεδία και τα νησιά των Μακάρων στη φαντασία των αρχαίων ταυτίζονταν, με τη διαφορά ότι στη πρώτη περίπτωση πρόκειται για κάμπους και στη δεύτερη για ευλογημένα νησιά (ή για ένα μόνο νησί)….

Ήταν παραδεισένιοι τόποι που βρίσκονταν στα πέρατα της γης, δυτικά, κοντά στο Ωκεανό, που τους χάιδευαν οι αύρες, ή τους δρόσιζαν οι απαλές πνοές του Ζέφυρου που έφθαναν από τον Ωκεανό, χωρίς μήτε να τους παγώνουν μήτε να τους ζεσταίνουν πολύ. Τα νησιά αυτά τα κυβερνούσε ο Ραδάμανθυς που εκτελούσε τις εντολές του Κρόνου.

Στους παραδεισένιους αυτούς τόπους, πήγαιναν οι αγαπημένοι ήρωες των αρχαίων Ελλήνων, όταν πέθαιναν. Εκεί οι «θεοί» τους χάριζαν την αθανασία και περνούσαν μια ζωή ξένοιαστη, χωρίς να τους ταλαιπωρούν ούτε χιόνια, ούτε βαρυχειμωνιές, ούτε νεροποντές. Οι εκλεκτοί που πήγαιναν εκεί χαίρονταν όσα δεν μπορούν να χαρούν οι κοινοί άνθρωποι πάνω στη γη.

Περνούσαν τις ώρες τους χωρίς καμιά βιοτική έγνοια, γυμνάζονται, τρέχουν πάνω στα άλογά τους, παίζουν πεσσούς, συνοδεύουν τα τραγούδια τους με την κιθάρα και φυσικά τρωνε όλοι μαζί στεφανωμένοι. Κάθονται παρέες – παρέες και κουβεντιάζουν ώρες πολύ, μέσα σε μια ατμόσφαιρα που μοσκοβολάει από το θυμίαμα που καιει πάνω από τους βωμούς των θεών.

Από τις πηγές που ξέρουμε μαθαίνουμε ότι τα Ηλύσια φιλοξενούσαν τον Μενέλαο, τον Κάδμο, τον Πηλέα, τον Διομήδη, τον Λύκο (που ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Πλειάδας Κελαινώς) και τον Αχιλλέα.

Στον ευλογημένο εκείνο τόπο ο Ήλιος λάμπει μέρα και νύχτα χωρίς να σκοτεινιάζει. Η γη χαρίζει εδώ τρεις φορές το χρόνο τους καρπούς της. Ολόγυρα από την πολιτεία παντού λιβάδια και δάση από πανύψηλους κέδρους και δέντρα με χρυσούς καρπούς. Τα ποτάμια κυλούν χειμώνα καλοκαίρι ήσυχα χωρίς να ξεχειλούν και να ρημάζουν τις καλλιέργειες, ούτε πάλι να ξεραίνονται…

Φανταστικός και πανέμορφος τόπος, τον οποίο οι αρχαίοι Έλληνες τοποθετούν στη δυτική άκρη της Γης.

Το όνομα Ηλύσια για πρώτη φορά συναντάται στην Οδύσσεια (δ 563), όπου κατά τον Όμηρο:

Εκεί οι ημέρες των θνητών ανάλαφρες διαβαίνουν, δεν έχει ούτε χειμώνα εκεί, μήτε βροχή και χιόνα, μόνον τον Ζέφυρο, τον αέρα τον γλυκό, ανεβάζει παντοτινά ο Ωκεανός και τους εκεί θνητούς δροσίζει.

Κατά τους μεταγενέστερους επίσης ποιητές, και ιδίως κατά τον Πίνδαρο, τα Ηλύσια ή Νήσοι των Μακάρων είναι η κατοικία όπου είχαν το προνόμιο να κατοικούν τα θνητά τέκνα των θεών και οι ένδοξοι ήρωες.

Έτσι κατά τον Ίβυκο, ο Αχιλλεύς, όταν μετά το θάνατό του ανήλθε στα Ηλύσια, συζεύχθηκε την Μήδεια (κατά την Οδύσσεια όμως αυτός βρισκόταν στον Κάτω Κόσμο).

Άλλοι ήρωες που αναφέρεται ότι κατοικούσαν εκεί ήταν:

■ ο Πηλεύς

■ ο Διομήδης,

■ ο Κάδμος,

■ Αρκετοί ήρωες του Τρωικού και του Θηβαϊκού πολέμου.

Αργότερα όμως, όταν τα Ελευσίνια Μυστήρια έγιναν εξαπλώθηκαν, η ευτυχία των Ηλυσίων έπαψε να ανήκει πλέον αποκλειστικά στην τάξη των ευγενών και επεκτάθηκε και σε μύστες των μυστηρίων.

Ο Βιργίλιος αναφέρει ότι την χώρα αυτή τη λούζει καθαρό και λαμπρό φως και σε αυτήν οι άνθρωποι επανευρίσκουν τις απολαύσεις της Γης, μέσα στην τέλεια ευδαιμονία, εφόσον βέβαια υπήρξαν αγαθοί κατά την επίγεια ζωή τους.

https://arxaia-ellinika.blogspot.gr/2013/03/ilisia-pedia-topos-ton-iroon-arxaia-ellada.html
olympia.gr

Μύθοι για τα ποτάμια της Ελλάδας


«…… Αλλά κατόπιν (η γη) με τον Ουρανό επλάγιασε και γέννησε τον βαθυστρόβιλο ᾽Ωκεανόν και την γλυκόθωρη Τηθύα˙και η Τηθύς εγέννησε στον ᾽Ωκεανόν, τους Ποταμούς με τα νερά τα γοργοστρόβιλα…»
(Ησιόδου Θεογονία, μετάφρ. Π. Λεκατσά).
Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι κάθε ποταμός είναι αέναος, αλλά και είναι θείος. Είναι και θεός που λατρευόταν με ιερά και βωμούς. Επίσης, θεωρούνταν οι πρωταρχικοί βασιλιάδες των περιοχών που διαβρέχουν. Αλλά, και πατέρες των ανθρώπινων φυλών που μεγάλωσαν κι απλωθήκανε στις όχθες τους. Μ’ αυτήν ακριβώς την έννοια απέδιδαν τιμές στον Ίναχο στο Άργος, στον Ασωπό και στον Κηφισό στη ΑττικοΒοιωτία, στον Πηνειό στη Θεσσαλία και σε αλλού.
Θεωρούσαν τους ποταμούς σαν τους ‘’τροφοδότες πατέρες της νιότης’’ και στα νερά τους βρίσκανε μια δύναμη κάθαρσης, ανάλογης με εκείνη που αναζητήσουν επισκεπτόμενοι τα ιερά του Απόλλωνα. Ο Ησίοδος αναφέρει χαρακτηριστικά:
‘’Μη διασχίζετε ποτέ τα νερά των ποταμών με το αιώνιό τους ρέμα, πριν να πείτε μια προσευχή, με τα μάτια προσηλωμένα στα εξαίσιά τους νάματα, πριν να βρέξετε τα χέρια σας στο ευχάριστό τους και καθάριο νερό’’.
Οι ποταμοί της χώρας μας αποτελούν όμως και θέμα των λαϊκών μας παραδόσεων. Θρύλοι θέλουν αλλόκοτα, μυστηριώδη πλάσματα να ζωντανεύουν στα καθαρά νερά τους.
Μια μικρή γεύση αυτών, αποτελούν τα ποτάμια θα σας παρουσιάσουμε στη συνέχεια.

Πηνειός Θεσσαλίας

Ο Πηνειός κατά την αρχαιοελληνική θρησκεία ήταν θεός του ποταμού συνδεδεμένος κυρίως με τη γονιμότητα.
Διασχίζει τον θεσσαλικό κάμπο, συναντάει τη Λάρισα και περνώντας τους πρόποδες του Κάτω Ολύμπου στρέφεται ανατολικά και περνά αγριεύοντας το Βερνέζι. Μετά από μια μαγική διαδρομή στην κοιλάδα των Τεμπών, καταλήγει στη θάλασσα μέσα από το ήρεμο Δέλτα του.
Ο υδροβιότοπος του Δέλτα προστατεύεται από τη συνθήκη RAMSAR και αποτελεί μόνιμο ενδιαφέρον ερευνητών. Στο Δέλτα φωλιάζουν ή ξεχειμωνιάζουν σπάνια είδη πουλιών, ενώ συχνά τα φλαμίγκος, ο ερωδιοί και οι κορμοράνοι κάνουν με την παρουσία τους μαγευτικό το τοπίο. Υπάρχει πλούτος μύθων για την περιοχή των Τεμπών.
Ο Ποσειδώνας ο Πετραίος, χτυπά με την τρίαινά του τα βράχια και ανοίγει δίοδο για να χυθούν τα νερά της Θεσσαλίας στη θάλασσα. Ο θεός Απόλλωνας κυνηγά την νύμφη Δάφνη.
Η Αφροδίτη έρχεται κάθε φορά που θέλει να ανακτήσει την αγνότητά της.
Ο Λύκειος Απόλλωνας νικά στον ποταμό το Σκοτάδι, ενώ οι Μούσες επιλέγουν τον Πηνειό για κατοικία τους.

Αλιάκμονας

Στη μυθολογία ο Αλιάκμονας ήταν ποτάμια θεότητα προσωποποίηση του ομώνυμου ποταμού της Μακεδονίας και κατά τον Ησίοδο ήταν γιός του Ωκεανού και της Πύθιας. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο ήταν γιός του Παλαιστίνου και εγγονός του Ποσειδώνα.

Όταν έμαθε ο Παλαιστίνος ότι ο Αλιάκμονας σκοτώθηκε σε κάποια μάχη, έπεσε στον τότε ποταμό Καρμάνορα, ο οποίος από τότε ονομάστηκε Αλιάκμονας. Κατά μία άλλη παράδοση ο Πλούταρχος στο έργο του «περί ποταμών» αναφέρει ότι ένας βοσκός από την Τίρυνθα, ενώ έβοσκε το κοπάδι του στο Κοκκύγιο όρος είδε τυχαία το Δία.
Τότε ο βοσκός κυριεύτηκε από μανία και έπεσε στο ποταμό Καρμάνορα, ο οποίος μετονομάστηκε σε Αλιάκμονα.

Αλφειός

Ο σημαντικότερος ποταμός της Πελοποννήσου. Το όνομά του ετυμολογείται από το αρχαίο ρήμα «αλφάνω», που σημαίνει πλουτοδοτώ, προσφέρω πλούτο, εξ ου και η λέξη «τιμαλφή». Λατρευόταν κυρίως στην Ηλεία, Μεσσηνία και Αρκαδία. Κάποτε σκότωσε τον αδελφό του Κέρκαφο και τον καταδίωκαν οι Ερινύες. Φτάνοντας στον ποταμό Νίκτυμο, έπεσε μέσα κι από τότε πήρε το όνομά του.
Σύμφωνα με τον Παυσανία, ο Αλφειός ήταν κυνηγός που αγάπησε την Αρεθούσα-νύμφη των πηγών και των δασών, αλλά εκείνη δεν τον ήθελε. Για να τον αποφύγει πήγε στην Ορτυγία, νησί κοντά στις Συρακούσες και μεταμορφώθηκε από την Άρτεμη σε πηγή πλούσια σε γάργαρο νερό.
Ο Αλφειός από τον μεγάλο του έρωτα μεταμορφώθηκε σε ισχυρό υποθαλάσσιο ποταμό, την ορμητικότητα του οποίου δεν μπόρεσε να εμποδίσει ούτε ο Αδρίας (Αδριατικό Πέλαγος) και μέσω των νερών της θάλασσας έφτασε στην Ορτυγία, κοντά στην αγαπημένη του. Ο Όμηρος τον αποκαλεί «ΙΕΡΟΝ ΡΟΟΝ ΑΛΦΕΙΟΙΟ».

Αξιός ή Βαρδάρης

Οι αναφορές για τον Αξιό ξεκινούν από τα αρχαία χρόνια, ενώ πολλά είναι τα ονόματα που έχουν χρησιμοποιηθεί για τις περιγραφές του. Στα ομηρικά έπη, ο Όμηρος τον αποκαλεί ‘’βαθυδίνην και ευρυρρέοντα’’ και τον περιγράφει ως ‘’κάλλιστον ύδωρ έχοντα’’, ενώ ο Ευριπίδης στις Βάκχες τον αποκαλεί ‘’ωκυρόαν’’, που σημαίνει αυτός που ρέει ορμητικά. Ο ποταμός Αξιός αναφέρεται με αυτό το όνομα από τον Όμηρο, τον Ηρόδοτο και πολλούς άλλους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Η λέξη Αξιός έχει μακεδονική ρίζα από το ‘’Αξός’’(Λεξικό Ησύχιου του Αλεξανδρέα) που σημαίνει δάσος εξαιτίας των παραποτάμιων δασών του. Κατά καιρούς, ο Αξιός απαντάται και ως ‘’Άξιος’’, ‘’Νόξειος’’ ή ‘’Αξειός’’.

Υπάρχει βέβαια και η εκδοχή ότι ο ποταμός που διαρρέει τη γη της αρχαίας Παιονίας πήρε το όνομά του από τον μυθικό Αξιό, γενάρχη των Παιόνων βασιλιάδων. Οι κάτοικοι της περιοχής τον ξέρουν και ως ‘’Βαρδάρη’’, ονομασία που προέρχεται από το σλαβικό Vardar ή από το περσικό Βαρ Ντάρ που σημαίνει μεγάλο ποτάμι. Σύμφωνα μάλιστα με τον Ηρόδοτο, στις εκβολές του Αξιού ή Βαρδάρη και του Λουδία, στρατοπέδευσαν πάνω από ένα εκατομμύριο Πέρσες στρατιώτες κατά τη δεύτερη εκστρατεία κατά των Ελλήνων, το 480 π.Χ. με αρχηγό τον Ξέρξη.

Άραχθος

Στην αρχαιότητα ονομαζόταν Ίναχος. Το όνομα Άραχθος έχει τη ρίζα του στο ρήμα «αράττω», δηλαδή χτυπάω με δύναμη, συντρίβω. Ως ποτάμιος θεός, ήταν γεννημένος στην Πίνδο. Ξυπνώντας κάποια μέρα συνειδητοποίησε ότι τα αδέρφια του, ο Αχελώος, ο Αλιάκμονας και ο Αωός ή σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο Αχελώος και ο Πηνειός, είχαν αρχίσει το ταξίδι τους χωρίς εκείνον. Πάνω στη βιασύνη του ο Άραχθος, για να προλάβει τα αδέρφια του, παράσερνε θυμωμένος ότι έβρισκε στο δρόμο του προς τον Αμβρακικό κόλπο, όπου και πνίγηκε.
Σε κάποια άλλη εκδοχή, στην κορυφή του όρους Περιστέρι της Πίνδου, ζούσαν τρία αγαπημένα αδέλφια. Ο σοβαρός Άραχθος, η όμορφη Σαλαβρία (Πηνειός) και ο ατίθασος Άσπρος (Αχελώος). Ένα βράδυ η Σαλαβρία, κρυφά από τα αδέρφια της που κοιμόνταν, κατηφόρισε προς τον κάμπο για να συναντήσει κρυφά κάποιον από τους θεούς του Ολύμπου. Μάταια όμως. Απογοητευμένη κατευθύνθηκε προς τη γειτονική θάλασσα όπου και πνίγηκε. Ο Άσπρος όταν κατάλαβε ότι έλειπε η Σαλαβρία, ανησύχησε και ορμητικός όπως ήταν κατρακύλησε χωρίς σκέψη τα βουνά, ψάχνοντας την αδελφή του. Ο Άραχθος στενοχωρημένος για τα αδέρφια του που χάθηκαν, άρχισε να τριγυρνά την Ήπειρο για να τα βρει. Όταν κατάλαβε ότι έχασε οριστικά τα αδέλφια του, έπεσε στο Ιόνιο πέλαγος και πνίγηκε.

Ασωπός

Για την αρχαία ελληνική μυθολογία ο Ασωπός ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Πηρούς ή του Δία και της Ευρυνόμης ή του Ωκεανού και της Τηθύος. Από το γάμο του με τη Μετόπη, κόρη του ποταμού και θεού Λάδωνα, απέκτησε δυο γιους, τον Ισμηνό και τον Πελάγοντα και πολλές κόρες, όπως τη Νεμέα, Θήβη, Σαλαμίνα, Κλεώνη, Τανάγρα, Εύβοια, Σινώπη, Πλάταια, Αίγινα, που όλες έδωσαν τα ονόματα τους σε πόλεις.

Επίσης, η ονομασία Ασωπός απαντάται σε πολλούς ποταμούς στην Κορινθία, στην Αττική και Βοιωτία, Λακωνία και αλλού.

Αχελώος

Ο δεύτερος σε μήκος ποταμός της Ελλάδας. Πηγάζει από την Πίνδο και εκβάλλει στο Ιόνιο πέλαγος, έχοντας σχηματίσει με τις προσχώσεις του τα νησιά Εχινάδες. Η λαϊκότερη ονομασία του ποταμού είναι «Ασπροπόταμος» ή «Άσπρος». Η ονομασία αυτή μάλλον συνδέεται με την αφρισμένη εικόνα του ποταμού, κατά τους ανοιξιάτικους μήνες, όταν λιώνουν τα χιόνια ή με τα λευκά χαλίκια στις όχθες του και την άσπρη λάσπη που κατεβάζει το ρεύμα του.

Ο Όμηρος τοποθετεί τον Αχελώο πριν τον Ωκεανό. Οι θάλασσες, οι πηγές και τα νερά που πηγάζουν από τη γη προέρχονται από αυτόν. Στην Ιλιάδα θεωρούσε ανώτερο του Αχελώου μόνο τον Δία. Αντίθετα ο Ησίοδος τον συγκαταλέγει στα παιδιά της Τηθύος και του Ωκεανού. Κόρες του Αχελώου ήταν οι Σειρήνες, οι Νύμφες και πολλές άλλες πηγές (Κασταλία, Καλλιρρόη κ.ά.)
Ο Αχελώος είχε αρκετές μορφές. Συνήθως απεικονίζεται από τη μέση και κάτω σαν ψάρι, γενειοφόρος με κέρατα στο κεφάλι του. Άλλες μορφές του ποτάμιου θεού ήταν σαν φίδι, σαν ταύρος και σαν ανθρωπόμορφο ον με κεφάλι ταύρου, που από τα γένια του έτρεχαν πολλά νερά. Στις περισσότερες μορφές του ήταν ένα άσχημο τέρας.
Γνωστός είναι ο μύθος, σύμφωνα με τον οποίο ο Ηρακλής πάλεψε με τον Αχελώο για χάρη της Δηιάνειρας. Μετά από μεγάλη γιγαντομαχία ο Ηρακλής νίκησε τον Αχελώο, αφού του έσπασε το ένα κέρατο και τον έριξε στο χώμα. Από το αίμα που έπεφτε γεννήθηκαν οι Σειρήνες. Ο Αχελώος για να πάρει πίσω το κέρατο έδωσε σαν αντάλλαγμα στον Ηρακλή το κέρας της Αμάλθειας, που ήταν πηγή αφθονίας και γονιμότητας. Υπάρχει κι ένας μύθος για τις Εχινάδες. Σύμφωνα με αυτόν, οι Εχινάδες ήταν κάποτε Νύμφες, που δυστυχώς ξέχασαν να τιμήσουν το θεό Αχελώο. Τότε αυτός θύμωσε και τις μεταμόρφωσε σε νησιά.

Εύηνος

Ποταμός του νομού Αιτωλοακαρνανίας. Ονομάζεται και Φίδαρης και αποτελεί ένα από τα «θρυλικά» ποτάμια της Αιτωλοακαρνανίας. Έχει μήκος 80 χλμ. και δέχεται νερά από πλήθος παραποτάμων. Στον Εύηνο σώζονται παλιά πέτρινα γεφύρια, όπως της Αρτοτίβας, της Δορβιτσάς κ.ά.

Στην μυθολογία ο Εύηνος ήταν ποτάμιος θεός, γιος του θεού Άρη και της Δημονίκης. Αρχικά ήταν βασιλιάς της Αιτωλίας. Κόρη του ήταν η Μάρπησσα, που ο Όμηρος την περιγράφει ως «καλλίσφυρο» (λιγναστράγαλη). Όταν η κόρη του μεγάλωσε, πολλοί την ζητούσαν σε γάμο. Ο Εύηνος τους έβαζε μια σκληρή δοκιμασία. Για να παντρευτεί κάποιος την Μάρπησσα έπρεπε να νικήσει τον βασιλιά σε αρματοδρομία. Όσοι έχαναν, αποκεφαλίζονταν και τα κεφάλια τους τοποθετούνταν ως στολίδι στο ναό του Ποσειδώνα. Ο Ίδας, δασκαλεμένος από τον Ποσειδώνα, απήγαγε την Μάρπησσα με ένα άρμα με φτεροπόδαρα άλογα. Ο Εύηνος τον κυνήγησε αλλά δεν κατάφερε να τον πιάσει. Απελπισμένος και οργισμένος, έσφαξε τα άλογα του κι έπεσε στα νερά του ποταμού, που από τότε ονομάστηκε Εύηνος.

Αχέροντας

Ο ποταμός της Ηπείρου, που λόγω της παράδοσης και της περιβαλλοντικής του αξίας προσελκύει πλήθος επισκεπτών, από τις πηγές του έως τις εκβολές του. Ο Αχέροντας ήταν γνωστός και ως Μαυροπόταμος, Φαναριώτικος ή Καμαριώτικο ποτάμι. Στην αρχαιότητα πίστευαν ότι ήταν ο ποταμός, τον διάπλου του οποίου έκανε ο «ψυχοπομπός» Ερμής, παραδίδοντας τις ψυχές των νεκρών στο Χάροντα, για να καταλήξουν στο βασίλειο του Άδη.
Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, τα νερά του ποταμού ήταν πικρά, καθώς ένα στοιχειό που ζούσε στις πηγές του δηλητηρίαζε τα νερά. Ο Άγιος Δονάτος, πολιούχος της Μητρόπολης Παραμυθιάς Θεσπρωτίας, σκότωσε το στοιχειό και τα νερά του Αχέροντα έγιναν γλυκά. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο από την ελληνική μυθολογία, που μαρτυρά τη συνέχει αυτής στη σύγχρονη λαϊκή παράδοση, είναι το εξής: κατά την Τινανομαχία οι Τιτάνες έπιναν νερό από τον Αχέροντα για να ξεδιψάσουν, γεγονός που προκάλεσε την οργή του Δία, ο οποίος μαύρισε και πίκρανε τα νερά του.

Έβρος

Το ποτάμι ονομαζόταν στα αρχαία χρόνια Ρόμβος, ώσπου ο ‘Εβρος ο γιος του βασιλιά Κασσάνδρου και της Κροτωνίκης, πνίγηκε για να αποφύγει τις συκοφαντίες, της μητριάς του Δαμασίππης, για βιασμό. Την ερμηνεία αυτή μας δίνει ο Πλούταρχος στο έργο τον «Περί ποταμών και όρων».
Λέγεται ότι ο βασιλιάς της περιοχής Κάσσανδρος, αφού παντρεύτηκε την Κροτωνίκη, γέννησαν τον Έβρο. Ο Κάσσανδρος όμως απαρνήθηκε τη συμβίωση και έφερε μια μητρυιά στον Έβρο, την Δαμασίππη. Αυτή ερωτεύθηκε παθολογικά το γιό του συζύγου της, αλλά ο Έβρος απέφευγε τη μητρυιά του, και ασχολιόταν με το κυνήγι. Αφού η Δαμασίππη απέτυχε στο σκοπό της, διέδωσε ψευδείς κατηγορίες εις βάρος του Έβρου, ότι δήθεν θέλησε να τη βιάσει.
Τότε ο Κάσσανδρος, παρασυρθείς από το πάθος της ζηλοτυπίας, κατεδίωξε το γιό του και όταν τον πρόλαβε, έπεσε ο Έβρος στον ποταμό Ρόμβο και πνίγηκε, και από τότε το ποτάμι ονομάζεται Έβρος. Με τον ποταμό Έβρο συνδέεται και η ιστορία του Ορφέα, αφού στις όχθες του, κατά μια άποψη, τον κατασπάραξαν οι Μαινάδες και πέταξαν το κεφάλι του στο ποτάμι.

Ευρώτας

Ετυμολογικά, το όνομα του Ευρώτα προέρχεται από τις λέξεις εύρως και ώτος και σημαίνει ευρύ, πλατύ, αλλά και μούχλα, υγρασία μετά σήψεως και φθορά. Ο Ευρώτας είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την ιστορία της αρχαίας Σπάρτης . Σύμφωνα με τον Παυσανία, το όνομα του ποταμού προήλθε από τον μυθικό βασιλιά Ευρώτα, πατέρα της Σπάρτης. Έως τότε η Λακωνική πεδιάδα ήταν καλυμμένη από μια λίμνη. Ο βασιλιάς Ευρώτας διέταξε τη δημιουργία μιας διώρυγας στο βουνό κοντά στο Βρονταμά, ώστε το νερό να διοχετευτεί σε ένα κανάλι με κατεύθυνση το Λακωνικό κόλπο.
Το τεχνητό ποτάμι λοιπόν που δημιουργήθηκε ονομάστηκε Ευρώτας προς τιμή του βασιλιά Ευρώτα. Η εικόνα του Ευρώτα κατά τους αρχαίους χρόνους σώζεται μέσα από τα κείμενα των αρχαίων Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων. Ο Ευριπίδης τον περιγράφει ως ‘’δονακόχλοα’’ και ο Θεόγνις ως ‘’δονακοτρόφο’’, γεγονός που μας πληροφορεί πως υπήρχε υγρότοπος με καλαμιώνες. Οιστορικός Πολύβιος (203-120 π.Χ. ) τον χαρακτηρίζει ‘’πολύκαρπότατο και καλλιδενδρότατο’’. Ο Βιργίλιος αναφέρει πως στις όχθες του ποταμού φύτρωναν δάφνες, ενώ ο Αινείας πως φύτρωναν και μυρτιές.

Καλαμάς

Θύαμις είναι το αρχαίο όνομά του, ενώ Καλαμάς αποκαλούνταν στο παρελθόν ο μεγαλύτερος παραπόταμός του, αλλά με το πέρασμα του χρόνου οι δύο ονομασίες ταυτίστηκαν. Το αρχαίο όνομα Θύαμις προέρχεται από τη λέξη Θύω η οποία σημαίνει, κινούμαι άγρια. Στην ελληνική μυθολογία ο Κάλαμος ήταν γιος του ποτάμιου θεού Μαιάνδρου. Ο Κάλαμος συνδεόταν με θερμό έρωτα με τον Κάρπο, γιο του Ζέφυρου και μιας από τις Ώρες. Ο Κάρπος όμως πνίγηκε μια φορά που λουζόταν στον ποταμό Μαίανδρο, και τότε ο Κάλαμος καταράστηκε τον πατέρα του και ικέτευσε τον Δία να πεθάνει μαζί με τον Κάρπο.
Ο Δίας μεταμόρφωσε τον Κάλαμο στο ομώνυμο φυτό, την καλαμιά, και τον Κάρπο στον καρπό της. Από την αρχαιότητα ο Καλαμάς, συγκέντρωσε δίπλα στις όχθες του σπουδαίες πόλεις όπως τη Λυγιά, τη Γιτάνη, τη Φανωτή, την Οσδίνα, τη Ραβενή. Τα μυκηναϊκά ευρύματα κατά μήκος της κοίτης του, μαρτυρούν τη σπουδαιότητα που είχε ο ποταμός για το εμπόριο των μακρινών εκείνων χρόνων, εμπόριο που συνέχισαν αργότερα στους αρχαϊκούς χρόνους οι έλληνες άποικοι από την Πελοπόννησο.
Στην περιοχή των εκβολών του ποταμού Καλαμά υπάρχουν, στο λόφο της Μαστιλίτσας τμήματα του οχυρωμένου οικισμού της κλασικής και ελληνιστικής εποχής, το Καστρί Σαγιάδας-μικρό οχυρό και νεότερα λίθινα αλώνια, τον Πύργο Αγιολένης, βυζαντινό πύργο στο ομώνυμο νησάκι στην περιοχή των αλυκών, και πολλά άλλα. Μεγάλοι ιστορικοί και γεωγράφοι της αρχαιότητας έγραψαν για τον Καλαμά, όπως ο Στράβωνας, ο Πολύβιος και ο Θουκυδίδης.

Λουδίας

Το όνομα Λουδίας έχει ελληνική ρίζα, και σημαίνει μαύρο νερό, όπως και τα υπόλοιπα ονόματα, Λυδίας ή Λοιδίας, με τα οποία αναφέρεται στην αρχαία βιβλιογραφία. Οι πληροφορίες των αρχαίων για το Λουδία ποταμό δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Ο Ηρόδοτος τον αναφέρει να χωρίζει την Ημαθία από τη Βοττιαία, ο Σκύλακαςο Καρυανδεύς, (εξερευνητής του 6ου αιώνα π.Χ.), τον αναφέρει ως παραπόταμο των εκβολών, ενώ ο Στράβωνας τον υπολόγιζε σε μήκος 120 στάδια (περίπου 22 km).

Λούσιος

Κατά τον περιηγητή Παυσανία, πήρε το όνομα αυτό, επειδή στις πηγές του (Πηγές των Αθανάτων) έλουσαν οι νύμφες Νέδα, Αγνώ και Θεισόα, το νεογέννητο Δία κρυφά από τον Κρόνο. Ο Παυσανίας τον θεωρούσε ως τον πιο κρύο ποταμό του τότε γνωστού κόσμου.

Νέδα

Η Νέδα ήταν Νύφη, θεότητα των νερών, που κοντά της μεγάλωσε ο Δίας, προστατευόμενος από την οργή του πατέρα του Κρόνου. Σύμφωνα με το μύθο, όταν η Ρέα γέννησε το Δία, τον έδωσε στη νύμφη Νέδα, θεότητα των νερών, για να τον προστατέψει από τον άνδρα της Κρόνο. Εκείνη, θήλασε το βρέφος μαζί με τις νύμφες Θεισόα και Αγνώ, το έλουσε και το έπλυνε στο κεφαλάρι στο Λύκαιο, που αργότερα έγινε το θρυλικό ποτάμι που πήρε το όνομά της. Επίσης, σύμφωνα με η μυθολογία, με τη Νέδα συνδέονται η Δήμητρα, η Περσεφόνη και ο Πλούτωνας. Ο Παυσανίας το 2ο αιώνα. μ.Χ. περιέγραψε το ναό της Δήμητρας στις όχθες της Νέδας, ενώ, όπως υποστήριζε, η Νέδα ήταν η πρώτη σε ‘’μαιάνδρισμούς’’ μετά τον Μαίανδρο ποταμό στη Μ. Ασία.
Σε άλλο μύθο αναφέρεται, ότι, επειδή εκείνη την εποχή η περιοχή ήταν άνυδρη κι η Ρέα δεν έβρισκε νερό, χτύπησε με ένα ραβδί τη γη και έτσι δημιουργήθηκε το ποτάμι που ονομάστηκε Νέδα από τη νύμφη, ενός από τα δύο ελληνικά ποτάμια με γυναικείο όνομα (το άλλο ποτάμι είναι η Αραπίτσα στη Νάουσα). Σημαντικοί είναι και οι αρχαιολογικοί χώροι που υπάρχουν εκεί. Κοντά στις πηγές βρίσκεται ο Επικούρειος Απόλλων, δημιούργημα του Ικτίνου, που κατασκευάστηκε την ίδια εποχή με τον Παρθενώνα, καθώς και ο ναός του Πάνα..

Νέστος

Στις αρχαίες αναφορές ο ποταμός συναντάται με το όνομα Νέσσος και αργότερα, Μέστος. Ήταν γιος του Ωκεανού και της Τηθύος και σύμφωνα με το Στέφανο το Βυζάντιο (συγγραφέας που έζησε στα τέλη του 5ου αιώνα και συνέγραψε το σημαντικό γεωγραφικό λεξικό με τον τίτλο Εθνικά ), πατέρας της Καλλιρρόης. Σύμφωνα με άλλες παραδόσεις, ο Νέστος απηύθυνε χαιρετισμό στο φιλόσοφο Πυθαγόρα, όταν ο τελευταίος περνούσε μπροστά από το ποτάμι.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Ηρόδοτος, ο Νέστος και ο Αχελώος αποτελούσαν τα όρια της περιοχής, μέσα στην οποία ζούσαν τα λιοντάρια στον ελληνικό χώρο. Στην κοιλάδα του Νέστου κατοικούσαν οι Δίοι, οι οποίοι, κατά τον Ηρόδοτο, ήταν προφήτες σε διονυσιακό μαντείο της περιοχής. Νοτιότερα, από τα στενά μέχρι το πέλαγος και από τη δυτική όχθη του ποταμού μέχρι τον ποταμό Κόσινθο της Ξάνθης, κατοικούσαν οι Σαπαίοι, που λάτρευαν το θεό Διόνυσο και είχαν για πρωτεύουσα τους, την Τόπειρο.

Πηνειός Ηλείας

Ο Πηνειός ποταμός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τον πέμπτο άθλο του Ηρακλή, δηλαδή τον καθαρισμό των στάβλων του Αυγεία από την κόπρο. Κατά τη μυθολογία, ο Ηρακλής, αφού γκρέμισε το μαντρότοιχο των στάβλων, εξέτρεψε τα ποτάμια Πηνειό και Αλφειό και καθάρισε τους στάβλους.
Ο μύθος έχει συμβολικό χαρακτήρα και συνδέεται κυρίως με την τότε κατασκευή υδραυλικών έργων στην περιοχή, την αποξήρανση ελωδών εκτάσεων και την απαλλαγή της καλλιεργήσιμης γης από τις πλημμύρες με τα νερά των ποταμών.

Στρυμόνας

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία το προηγούμενο όνομα του ποταμού ήταν Παλαιστίνος, από το όνομα του μυθικού βασιλιά της Θράκης Παλαιστίνου που πνίγηκε στον ποταμό που λεγόταν μέχρι τότε το όνομα Κόρναζος. Επίσης λέγεται, ότι ο Στρυμόνας ήταν βασιλιάς της Θράκης και γιος του Άρη. Όταν ο γιος του Ρήσος (μητέρα του ήταν η μούσα Ευτέρπη) σκοτώθηκε μπροστά στα τείχη της Τροίας, ο Στρυμόνας έπεσε στο ποτάμι που μέχρι τότε ονομαζόταν Παλαιστίνος και από τότε μετονομάστηκε σε Στρυμόνα.
Ο Ηρακλής στο 13ο άθλο, διατάχθηκε από τον Ευρυσθέα να οδηγήσει από την Ερυθεία, ένα απομονωμένο νησί στον Ωκεανό, τις αγελάδες του βασιλιά Γηρυόνη, γιου του Χρυσάορα και της Καλλιρρόης στις Μυκήνες. Μετά, από μακρά και περιπετειώδη πορεία στις χώρες της Μεσογείου, και αφού μονομάχησε με το Γηρυόνη, στις ακτές του ποταμού Ανθεμούντα, έφτασε στις Ιωνικές ακτές της Ελλάδας, όπου μια βοϊδόμυγα, σταλμένη από την Ήρα, τρέλανε το κοπάδι και το έκανε να διασκορπιστεί στα βουνά της Θράκης.

dinfo.gr

Το διαβάσαμε από το: Τα ποτάμια της Ελλάδας: Μύθοι, θρύλοι, παραδόσεις και σπάνια τοπία http://thesecretrealtruth.blogspot.com/2017/10/blog-post_7520.html#ixzz4w3QFTx3j

Η ελληνική γκοφρέτα ΜΕΛΟ


Η ελληνική γκοφρέτα που κυριάρχησε στην αγορά και χάθηκε ξαφνικά.

Με δυο παλιές ελληνικές δραχμές και μια γκοφρέτα στις αλάνες μεγάλωσαν τα παιδιά των δεκαετιών του 1960 και του 1970.

Μια γκοφρέτα που χάθηκε ξαφνικά από την αγορά και σήμερα πλέον δεν υπάρχει. Οι δε νεότεροι δεν έχουν ακούσει ποτέ για τη «γκοφρέτα ΜΕΛΟ». Μεγάλωσε μια ολόκληρη γενιά, έγινε μεγάλη μόδα και γνώρισε τεράστια επιτυχία μέχρι να σβηστεί πλήρως από το χάρτη.

Άλλωστε οι γκοφρέτες αποτελούσαν πάντα ένα αγαπημένο γλυκό σνακ, σε χαμηλή τιμή, χαμηλότερη από τη σοκολάτα και μέχρι σήμερα σημειώνουν καλές επιδόσεις στην αγορά. Η περιβόητη «ΜΕΛΟ» έκανε την εμφάνισή της στη δεκαετία του 1960.

Την έφτιαχνε η ομώνυμη εταιρεία – σοκολατοποιία με έδρα τον Πειραιά. Γρήγορα σάρωσε την αγορά της εποχής. Η «ΜΕΛΟ» βέβαια δεν «έπαιζε» μόνη της, όμως η γκοφρέτα της είχε αναμφισβήτητα μεγάλη επιτυχία, για όσο άντεξε.

«Είναι ΜΕΛΟ. Τι άλλο θέλω;». Αυτό ακριβώς ήταν το κεντρικό σύνθημα για τη γκοφρέτα που κυριάρχησε στα τέλη του 1960 και τη δεκαετία του 1970 με τιμή δύο δραχμές και μπορεί κάποιος να πει ότι αποτέλεσε προπομπό της διάσημης σοκοφρέτας που κυκλοφορεί και σήμερα.

Η γκοφρέτα της «ΜΕΛΟ» διαφημίστηκε έντονα για την εποχή, καθώς ήταν αυτή που συνδύαζε τη σοκολάτα με τη γκοφρέτα, μέσα σε μια συσκευασία που έκρυβε εκπαιδευτικά δώρα.

«Μια καινούργια λιχουδιά για μεγάλους και παιδιά» έγραφε η εταιρεία. «Η άριστη βιομηχανοποίσις, η τέλεια επεξεργασία εξασφαλίζουν τον θαυμασμόν σας. Σας προσφέρουν ό,τι ακριβώς έλειπε. Είναι ΜΕΛΟ. Τι άλλο θέλω;» έλεγε η εταιρεία στις διαφημίσεις της.

Το πρωτοποριακό στοιχείο που είχε μεταξύ άλλων η γκοφρέτα «ΜΕΛΟ» ήταν οι εκπλήξεις που έκρυβε.

Αυτό που τότε τα παιδιά αποκαλούσαν «τύχη».

Ήταν η πρώτη γκοφρέτα που μέσα στη συσκευασία είχε και χαρτάκια, τα οποία έπρεπε να συγκεντρώσεις σε άλμπουμ. Τα πρώτα χαρτάκια είχαν τις σημαίες και τις εθνικές ενδυμασίες όλων των κρατών της γης.

Μάλιστα έπρεπε να συγκεντρώσεις 120 χαρτάκια! Το δε άλμπουμ το αγόραζες για 3 δραχμές! Μετά την επιτυχία με τα χαρτάκια που έκαναν διάσημη τη γκοφρέτα η εταιρεία έβγαλε και άλλες σειρές. Ωστόσο η πιο διάσημη σειρά ήταν αυτή με τις εθνικές ενδυμασίες όλων των κρατών της εποχής.

Εξίσου γνωστοί και πετυχημένοι ήταν και οι «Σταθμοί στην Ιστορία».

Όποιος κατάφερνε να μαζέψει όλα τα χαρτάκια έστελνε το άλμπουμ στην εταιρεία και έπαιρνε πίσω για δώρο μια δερμάτινη μπάλα ή μια κούκλα… Ειδικά η δερμάτινη μπάλα ήταν αυτό που ποθούσαν όλα τα αγόρια της εποχής στις αλάνες.

Η εξαφάνιση της γκοφρέτας «ΜΕΛΟ»

Η γκοφρέτα «ΜΕΛΟ» όπως έκανε μεγάλη επιτυχία και κυριάρχησε για πολλά χρόνια στην αγορά έτσι και εξαφανίστηκε.

Εξίσου παλιά ήταν και η γκοφρέτα της ΙΟΝ «Σαφάρι» με εικόνες μέσα στη συσκευασία άγριων ζώων, αλλά δεν έμελλε να μακροημερεύσει καθώς λύγισε από τη «σοκοφρέτα» που βγήκε στην αγορά το 1977.

Μάλιστα μέχρι το 1993 έβγαινε μόνο η κλασική με την κόκκινη και χρυσή συσκευασία.

Τη «σοκοφρέτα» την έβγαλε η ΙΟΝ. Η εταιρεία που ιδρύθηκε το 1930 από μια παρέα φίλων που φιλοδοξούσαν να γίνουν διάσημοι σοκολατοποιοί. Τότε δημιουργούν και το πρώτο εργοστάσιο στην οδό Πειραιώς.

Λίγα χρόνια μετά η ΙΟΝ εξαγοράζει την εταιρεία ζαχαρωδών προϊόντων Νasko και αργότερα άλλες εταιρείες του χώρου. Από τη δεκαετία του ΄60 επενδύει στη διαφήμιση, αρχικά σε έντυπα και αργότερα στην τηλεόραση. Το 1977 λανσάρει τη «σοκοφρέτα»,το πρώτο σε προτίμηση γλυκό σνακ στην ελληνική αγορά μέχρι και σήμερα.

Μεγάλος ανταγωνιστής που μπαίνει στην αγορά και κυκλοφορεί από τη δεκαετία του ’70 είναι η «Κουκουρούκου» που πάντα είχε μεγάλο μερίδιο στην αγορά, αλλά και η διαχρονική, Serenata στην κατακόκκινη συσκευασία της.

Γνώρισε επιτυχία πολλά χρόνια και γνωρίζει ακόμη ενώ όλοι θυμούνται τις ξεχωριστές διαφημίσεις.

Η ιστορία και των δύο προϊόντων ξεκινάει το 1971 σε μια μικρή βιοτεχνία που κάνει δειλά τα πρώτα της βήματα στην Κυψέλη. Πέντε χρόνια αργότερα μετακομίζει στον Γέρακα και μετεξελίσσεται σε βιομηχανία. Τα πρώτα προϊόντα της (Κουκουρούκου, Αmaretti και Serenata) πωλούνταν μόνο στην Αθήνα, σύντομα όμως εξαπλώνονται σε όλη την Ελλάδα και σήμερα εξάγονται σε πολλές χώρες.

Η «κουκουρούκου» κυκλοφόρησε το 1978 και ήταν ένα από τα παιδικά προϊόντα που συνδύαζαν την γκοφρέτα με το παιχνίδι καθώς τα παιδιά έβρισκαν μέσα σε κάθε συσκευασία αυτοκόλλητα και κέρδιζαν δώρα. Η Αmaretti βγήκε στα περίπτερα έναν χρόνο μετά , ενώ η Serenata ταυτίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 με το σλόγκαν «Serenata και πάσης Ελλάδος».

Πηγή : newsbeast
trelokouneli.gr

Η ιστορία του ναργιλέ στην Αθήνα



Πηγή: Μικρός Ρωμιός, του Ελευθέριου Σκιαδά

Μετά την Κωνσταντινούπολη έκαναν την επανεμφάνισή τους και στην Αθήνα, κυρίως στα δρομάκια του Ψυρρή, οι βλαβεροί ανατολίτικοι ναργιλέδες. Ο διαβάτης βλέπει τα απομεινάρια της νωχέλειας παλαιότερων χρόνων, ακουμπισμένα στα πεζοδρόμια ή στα τραπεζάκια και πολλούς νέους να αρέσκονται στη χρήση τους. Θλιβερά αντίγραφα μιας εποχής που έφυγε ανεπιστρεπτί. Της εποχής την οποία το σπινθηροβόλο πνεύμα του Σουρή απεικόνιζε στον τίτλο της εφημερίδας του με το αραλίκι στον καφενέ, το ναργιλέ έμβλημα της ανατολίτικης απραξίας και του ραχατιού και τον μικρό λούστρο να αγωνίζεται για τα προς το ζην. Αλλά πότε εξαφανίστηκαν από την Αθήνα οι ναργιλέδες; Ο πρώτος που έδιωξε τους ναργιλέδες από τα καφενεία του, στις αρχές ακόμη του 20ού αιώνα, ήταν ο περίφημος Ζαχαράτος. Εξάλλου, στην πραγματικότητα ελάχιστοι ήταν εκείνοι που γνώριζαν την τέχνη του. Όπως παραδεχόταν ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, η χρήση του ναργιλέ ήταν μία «μικρά επιστήμη», μια περίπλοκη τέχνη και διαδικασία ολόκληρη με τσιμπίδια, κάρβουνα, επιστόμια, ανάμματα, γουργουρητά. Η χρήση τους στην Αθήνα ήταν μια παρωδία. Ακόμη και το πολυτελές κάρβουνο που χρησιμοποιούσαν στις χώρες της ανατολής και στην επαρχία και προερχόταν από τους κόμπους του κλήματος της αμπέλου, στην ελληνική πρωτεύουσα είχε αντικατασταθεί από το κοινό και κακής ποιότητας κάρβουνο. Τα κομψοτεχνήματα των καφενείων της Σμύρνης, με τα κουδουνάκια, τα λιλιά, τα φιρφιριά και τα αστραφτερά μέταλλα, στην Αθήνα είχαν μεταβληθεί σε γυμνούς, ευτελείς και κακομοίρηδες ναργιλέδες!

Το ινδοκάρυον και η δικτατορία του Μεταξά
Παρά τις διώξεις και τις αστυνομικές διατάξεις που απαγόρευαν τη χρήση του ναργιλέ, από τις αρχές της δεκαετίας 1930, το ινδοκάρυον (=ινδική καρύδα), όπως ήταν η λόγια ονομασία του ανατολικής προέλευσης ναργιλέ (περσ. nargila, τουρκ. nargele), κατόρθωσε να επιβιώσει για πολλά χρόνια ακόμη. Ένα από τα πιο καίρια πλήγματα δέχθηκε από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου όταν… εκτοπίστηκε από το κέντρο της πρωτεύουσας. Απαγορεύθηκε η χρήση του στο κέντρο των Αθηνών και οι θιασώτες του αποτραβήχτηκαν σε χώρους που ευνοούσαν περισσότερο την έκσταση που τους χάριζε ο ναργιλές. Αλλά δεν εξαφανίστηκε. Συνέχισε την πορεία του έως και τη δεκαετία του 1960. Στα τέλη εκείνης της δεκαετίας, στις αρχές της λεωφόρου Συγγρού, είχε απομείνει ένας καφενές όπου μπορούσαν να απολαύσουν τον ναργιλέ τους οι θεριακλήδες τουρίστες από την ανατολή που επισκέπτονταν την ελληνική πρωτεύουσα. Ήταν όμως μια εξαίρεση. Στην πραγματικότητα, τα τελευταία στέκια των θεριακλήδων «ναργιλεδοφουμαδόρων» εξαφανίστηκαν μαζί με τα ιστορικά καφενεία, τα οποία έκλεισαν ή κατεδαφίστηκαν και στη θέση τους ανεγέρθηκαν σύγχρονα μεγαθήρια με σνακ μπαρ και ουζερί.

Ο ναργιλές στην Ομόνοια και στο Κολωνάκι
Πάντως, στα μέσα της δεκαετίας 1950 δύο κεντρικά στέκια με την ονομασία «Βυζάντιον» διέθεταν ακόμη ναργιλέδες. Το ένα στην Ομόνοια, δίπλα στο φαρμακείο του Μπακάκου και το άλλο στην πλατεία Κολωνακίου. Το άντρο των θεριακλήδων στην Ομόνοια διέθετε και ιδιαίτερη αίθουσα για τους ναργιλετζήδες. Οι περισσότεροι ήταν απόμαχοι ναυτικοί και κάποιοι απόστρατοι αξιωματικοί. Συγκεντρώνονταν εκεί για να απολαύσουν νωχελικά τον καπνό από το αναμμένο τουμπεκί, να κουβεντιάσουν τις εξελίξεις και ικανοποιημένοι να πάνε στα σπιτικά τους να συνεχίσουν την ξεκούραση. Τα ίδια και στο «Βυζάντιον» του Κολωνακίου, όπου οι ελάχιστοι πλέον θεριακλήδες αραίωσαν δραματικά αποχωρώντας από τη ζωή και αφήνοντας άδειες τις καρέκλες του καφενείου. Ήταν οι ελάχιστοι οπαδοί μιας ξεχασμένης αίρεσης, όπως αποκλήθηκε κάποτε. Οι χρήστες του ναργιλέ προτιμούσαν τον ρυθμικό θόρυβο και το γουργούρισμά του από το άκουσμα μιας δυσάρεστης είδησης. Άκουγαν τους ρογχασμούς της συσκευής και βυθίζονταν στις σκέψεις τους. Το επιστόμιο (πίπα) που κουβαλούσαν συνήθως στην τσέπη τους ήταν δείγμα της ευπορίας ή της φτώχειας τους, αφού κατασκευαζόταν από κεχριμπάρι, χρυσό, ασήμι ή απλό σίδερο. Γι’ αυτό η επανεμφάνιση ναργιλέδων στους δρόμους των Αθηνών και στα στέκια που συχνάζουν νέα παιδιά μοιάζει για κάποιους, απλώς, με κακόγουστη φάρσα….

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/i-istoria-tou-nargile-stin-athina-pos-ton-xrisimopoiousan-kai-pote-eksafanistike-apo-ta-kafeneia/

Αρχαία Στάδια της Ελλάδας


Στον αρχαίο Ελληνικό κόσμο, η λέξη Στάδιο αναφέρεται σε μέτρηση της απόστασης.

Στάδιο ήταν επίσης και το οικοδόμημα όπου οι θεατές παρακολούθησαν εκδηλώσεις αθλητικών κυρίως γεγονότων (Αγώνες) στενά συνδεδεμένες με τη θρησκεία .

Οι Αγώνες διοργανώνονταν κάθε δύο ή τέσσερα χρόνια προς τιμή μιας συγκεκριμένης θεότητας ή ημίθεου, όπως ο Δίας στην Ολυμπία, ο Απόλλων στους Δελφούς, ο Ποσειδώνας στα Ίσθμια και ο Οφέλτης στη Νεμέα. Αυτοί αποτελούσαν τους τέσσερις μεγάλους Πανελλήνιους Αγώνες. Ωστόσο, και σε άλλες περιοχές στην Ελλάδα φιλοξενούνταν επίσης τακτικά αθλητικοί αγώνες.

Αρχικά, τα στάδια ήταν απλά ,μερικές φορές χτισμένα κοντά σε πρανή λόφων για να έχουν μια σαφή εικόνα των γεγονότων οι θεατές . Ωστόσο, από τις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. προστέθηκαν αρχικά τεχνητά αναχώματα (πρανή) και αργότερα προστίθεται εδώλια (καθίσματα) από πέτρα ή μάρμαρο. Σήμερα χάρη στην αρχαιολογική σκαπάνη μπορούμε να θαυμάσουμε ορισμένα από αυτά τα μεγαλόπρεπη Στάδια που συνέδεσαν την ύπαρξη τους με τα λαμπρά αθλητικά γεγονότα της αρχαιότητας:

Αρχαίο στάδιο Ολυμπίας

Το στάδιο της Ολυμπίας είναι ο χώρος όπου τελούνταν οι αρχαίοι Ολυμπιακοί Αγώνες αλλά και τα Ηραία, αγώνες γυναικών προς τιμήν της Ήρας.Αν και οι αγώνες ιστορικά ξεκίνησαν το 776 π.Χ το στάδιο απέκτησε τις σημερινές του διαστάσεις κατά τον 4ο αιώνα π.Χ λόγω της αυξητικής τάσης της εμβέλειας των αγώνων που συνεχώς συγκέντρωναν περισσότερους αθλητές αλλά και θεατές. Έτσι έφτασε να διαθέτει ένα στίβο με μήκος 212,54 μ. και πλάτος 30 μ.

Η απόσταση ανάμεσα στις δύο λίθινες βαλβίδες, που σηματοδοτούν τις αφέσεις, είναι 192,27 μ., δηλαδή ένα ολυμπιακό στάδιο.

Υπολογίζεται ότι το στάδιο χωρούσε περίπου 45.000 θεατές, ωστόσο δεν απέκτησε ποτέ λίθινα καθίσματα και οι θεατές κάθονταν κατά γης. Ελάχιστα λίθινα καθίσματα υπήρχαν μόνο για τους επισήμους

H μνημειακή είσοδος του σταδίου

Στα τέλη του 3ου αι. π.Χ. κατασκευάσθηκε η μνημειακή είσοδος του σταδίου, η λεγόμενη Κρυπτή, μία λίθινη καμαροσκεπής στοά μήκους 32 μ., από την οποία έμπαιναν στο στάδιο οι αθλητές.
Το στάδιο ήταν σε χρήση μέχρι και το 393 μ.Χ όποτε ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος εξέδωσε απαγόρευση τέλεσης των αγώνων ως παγανιστικούς.
Η πλήρης αποκάλυψη του μνημείου από την αρχαιολογική σκαπάνη έγινε την περίοδο 1952-1966.

Αρχαίο στάδιο Δελφών

Το στάδιο είναι στενά δεμένο με την ιστορία των πανελλήνιων Πυθικών αγώνων, αφού εδώ διεξάγονταν τα αθλητικά αγωνίσματα. Η αρχική διαμόρφωσή του χρονολογείται στον 5ο αι. π.Χ., όπως μαρτυρεί η επιγραφή που βρέθηκε εντοιχισμένη στο νότιο αναλημματικό τοίχο του. Στην πρώιμη μορφή του οι θεατές θα ήταν καθισμένοι στο έδαφος ή σε ξύλινα εδώλια. Μνημειώδη λίθινα εδώλια απέκτησε μόλις το 2ο αι. μ.Χ., χάρη σε δωρεά του πλούσιου Αθηναίου Ηρώδη Αττικού, ο οποίος παρήγγειλε για την κατασκευή τους ασβεστόλιθο Παρνασσού .Τότε διαμορφώθηκε και η μνημειώδης τοξωτή θριαμβική είσοδος, η μοναδική σε αρχαίο στάδιο στην Ελλάδα.

Τα ερείπια της τοξωτής εισόδου του Σταδίου.

Το μήκος του στίβου είναι 177,55 μ., ενώ το πλάτος του είναι 25,50 μ.
Το στάδιο είναι κατασκευασμένο στη φυσική πλαγιά. Η βόρεια πλευρά του είναι φυσικά διαμορφωμένη, ενώ η νότια σχηματιζόταν με τεχνητή επίχωση, την οποία συγκρατούσε αναλημματικός τοίχος.
Τα εδώλια της βόρειας πλευράς, εκτείνονται σε 12 σειρές, ενώ της νότιας πλευράς μόνο σε 6 σειρές, λόγω της μεγάλης κλίσης του εδάφους. Υπολογίζεται ότι σε αυτή τη μορφή του το στάδιο είχε χωρητικότητα 5.000 θεατών.

Αρχαίο στάδιο Νεμέας

Στο Στάδιο κάθε δύο χρόνια γίνονταν οι πανελλήνιοι αγώνες Νέμεα ή Νέμεια προς τιμήν του Οφέλτη , γιου του βασιλιά της Νεμέας Λυκούργου . Οι αγώνες αυτοί καθιερώθηκαν το 573 π.Χ.

Το Στάδιο κατασκευάσθηκε στην σημερινή του μορφή στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ

Υπολογίζεται δε ότι χωρούσε περίπου 35.000- 40.000 θεατές.Ο στίβος του, συνολικού μήκους 178 μ., πλαισιωνόταν από λίθινο αγωγό με λίθινες λεκάνες κατά διαστήματα για συγκέντρωση πόσιμου νερού. Στη νότια πλευρά του υπάρχει η λίθινη αφετηρία. Οι αθλητές και οι κριτές εισέρχονταν στο Στάδιο από την μνημειώδη θολωτή στοά.

Η μνημειώδη θολωτή στοά του Σταδίου.

Οι θεατές κάθονταν σε πρόχειρα βαθμιδωτά επίπεδα, λαξευμένα στο μαλακό πέτρωμα, ενώ λίθινα καθίσματα βρίσκονται σε δύο ή τρεις σειρές μεταξύ αφετηρίας και στοάς.
Γύρω στο 270 π.Χ., οι αγώνες μεταφέρθηκαν στο Άργος, παρόλο που ο Άρατος ο Σικυώνιος το 235 π.Χ. επιχείρησε την επιστροφή των αγώνων στη Νεμέα. Μετά από ένα διάστημα, κατά το οποίο γίνονταν εναλλάξ στη Νεμέα και στο Άργος, οι αγώνες σύντομα μεταφέρθηκαν οριστικά στο Άργος.
Το Στάδιο ανεσκάφη κατά τα έτη 1974-81 από την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών.

Αρχαίο στάδιο Επιδαύρου

Στο Στάδιο του Ιερού του Ασκληπιείου της Επιδαύρου τελούνταν οι αθλητικοί αγώνες προς τιμήν του Ασκληπιού.

Η πρωιμότερη φάση κατασκευής του οικοδομήματος χρονολογείται στον πρώιμο 5ο αιώνα π. Χ. Το Στάδιο διαμορφώθηκε αρχικά σε μια φυσική κοιλότητα του εδάφους. Από αυτή τη φάση σώζονται καθίσματα από πηλό και μικρούς λίθους, τα οποία εντοπίστηκαν κάτω από τα μεταγενέστερα λίθινα εδώλια. Τα λίθινα εδώλια, που κάλυπταν μόνο το κεντρικό τμήμα των πρανών, άρχισαν να τοποθετούνται από τον 3ο αιώνα π.Χ.

Κοντινή άποψη των αναστηλωμένων λίθινων εδωλίων του Σταδίου.

Ο στίβος για τους αγώνες δρόμου είχε 181.30 μήκος και 21,50 μ. πλάτος. Για τους αγώνες της πάλης, της πυγμαχίας και του άλματος προοριζόταν ο χώρος πίσω από τη γραμμή εκκίνησης / τερματισμού, μήκους περ. 15μ. Στη βόρεια πλευρά του Σταδίου υπήρχε υπόγεια θολωτή δίοδος, η οποία συνέδεε το στίβο με την παλαίστρα, όπου προπονούνταν οι αθλητές πριν τους αγώνες. Από τη θολωτή δίοδο εισέρχονταν εντυπωσιακά οι αθλητές στον στίβο.

Ο Πίνδαρος αναφέρει την τέλεση γυμνικών αγώνων στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου ήδη από τον πρώιμο 5ο αιώνα. Αθλητικοί αγώνες αλλά και αγώνες ραψωδίας, μουσικής και δράματος αποτελούσαν τμήμα του τελετουργικού που ελάμβανε χώρα κατά τη διάρκεια της γιορτής προς τιμήν του Ασκληπιού που διοργανωνόταν κάθε 4 χρόνια, των Μεγάλων Ασκληπιείων.

Αρχαίο στάδιο Μεσσήνης

Η αρχική κατασκευή του Σταδίου χρονολογείται από επιγραφικά ευρήματα στον 3ο αι. π.Χ. Στα χρόνια του Παυσανία (β΄ μισό του 2ου αι. μ.Χ.) διατηρούσε ακόμη στοιχεία της αρχιτεκτονικής μορφής του των Ελληνιστικών χρόνων, καθώς και τον γλυπτικό του διάκοσμο. Στο Στάδιο τελούνταν, πιθανότατα, γυμνικοί αγώνες (παίδων και εφήβων) προς τιμήν του Ασκληπιού (Ασκληπιεία) και του Διός Ιθωμάτα (Ιθωμαία), και αργότερα προς τιμήν του Αυγούστου και της Ρώμης (Ρωμαία ή Καισάρεια).

Το πεταλόσχημο βόρειο τμήμα του σταδίου (σφενδόνη), κατασκευασμένο από ντόπιο ασβεστόλιθο, καταλαμβάνεται από 19 σειρές λίθινων καθισμάτων (εδώλια), τα οποία έχουν χωρητικότητα 8000 έως 10000 θεατές, και περιβάλλεται από δωρικές στοές. Στο νότιο τμήμα του τα πρανή είναι διαμορφωμένα από απλό χώμα.

Οι κίονες από τις δωρικές στοές που περιβάλλουν το Στάδιο.

Ο στίβος του Σταδίου, έχει μήκος 180 μ.περίπου.Την ύστερη Ρωμαίκη περίοδο προστέθηκε στο νότιο μέρος καμπύλος τοίχος. Τότε ο στίβος μετατράπηκε σε ελλειψοειδή αρένα για μονομαχίες και θηριομαχίες (τέλη 3ου και 4ος αι. μ. Χ.). Ενα χαμηλό στηθαίο και μεταλλικό κιγκλίδωμα έφραξαν το κάτω διάζωμα του πετάλου, για να προστατεύονται οι θεατές από τα όπλα των μονομάχων και από τα άγρια θηρία. Την εποχή αυτή δε χρησιμοποιούνταν πλέον τα χωμάτινα πρανή του Σταδίου.

Αρχαίο στάδιο Ρόδου

Στο Στάδιο τελούνταν τα «Μικρά Αλίεια» και τα «Μεγάλα Αλίεια» ,μεγάλοι αθλητικοί αγώνες προς τιμήν του θεού Ήλιου – Απόλλων, του πολιούχου του νησιού.

Τα «Μικρά Αλίεια» εορτάζονταν ετησίως ενώ τα «Μεγάλα Αλίεια» κάθε 4 χρόνια και τελούνταν συνεχώς από το 300 π.χ. ως το 300 μ.χ. Οι εορτές περιελάμβαναν αθλητικούς, μουσικούς και ιππικούς αγώνες με τη συμμετοχή και γυναικών. Το έπαθλο για τους νικητές των «Μεγάλων Αλιείων» ήταν ένα στεφάνι από φύλλα λεύκης.

Το αρχαίο Στάδιο περιτριγυρισμένο από δέντρα.

Η πρώτη οικοδομική φάση του Σταδίου της Ρόδου έγινε τον 4ο αι.π.Χ.. Η δεύτερη οικοδομική φάση έγινε το 227 π.Χ., έπειτα από τον μεγάλο σεισμό και η τρίτη τοποθετείται στον 2ο αι. μ.Χ., στην ρωμαϊκή περίοδο. Σήμερα το Στάδιο διατηρεί σχεδόν ακέραια τα λίθινα εδώλια του μετά από την ανακατασκευή που του έγινε.
Οι διαστάσεις του Στάδιου είναι 210 μ μήκος και 35 μ. πλάτος.

Πηγές :
http://el.wikipedia.org/
http://www.golden-greece.gr
http://www.lhepka.gr/
odysseus.culture.gr
Επιμέλεια Διόνυσος.
http://autochthonesellhnes.blogspot.gr/
olympia.gr

Το όνομά μου είναι Ερυσίχθων


Γράφει η Limao Qian

Ο Ερυσίχθων ο Θεσσαλός ήταν βασιλιάς, εγγονός του Ποσειδώνα. Στον ύμνο του προς τη θεά Δήμητρα, ο Καλλίμαχος τον παρουσιάζει… εγωιστή, ασεβή, υπερόπτη κι αδίστακτο.
Κάποτε, ο Ερυσίχθων αποφάσισε να χτίσει καινούριο παλάτι στο μέρος όπου απ’ τον καιρό των Πελασγών βρισκόταν ένα άλσος αφιερωμένο στη Δήμητρα. Πήρε μαζί του είκοσι μεγαλόκορμους εργάτες και τους όπλισε με τσεκούρια κι αξίνες.
Ανάμεσα στα δέντρα που τους διέταξε να κόψουν, ήταν και μια λεύκα – ἦς δέ τις αἴγειρος, μέγα δένδρεον αἰθέρι κῦρον, τῷ ἔπι ταὶ νύμφαι ποτὶ τὤνδιον ἑψιόωντο – ένα δέντρο τεράστιο που άγγιζε τον ουρανό και στη σκιά του δροσίζονταν τα μεσημέρια οι νύμφες.
Με την πρώτη τσεκουριά που δέχτηκε το μεγαλόπρεπο δέντρο, η Δήμητρα το αισθάνθηκε στο κορμί της και φώναξε:
«Τίς μοι καλὰ δένδρεα κόπτει;» – ποιος κόβει τα όμορφά μου δέντρα;
Κι εμφανίστηκε μπροστά στον Ερυσίχθονα με με τη μορφή της ιέρειάς της, της Νικίππης.
«Παιδί μου», του είπε, «σταμάτα τους ανθρώπους σου. Μην κάνεις τη θεά να οργιστεί.»
«Φεύγα από μπρος μου, μη φας εσύ την τσεκουριά!» της είπε έξαλλος από οργή ο Ερυσίχθων. «Μ’ αυτά τα ξύλα θα φτιάξω τη στέγη του παλατιού μου.»
Η Δήμητρα οργίστηκε και παρουσιάστηκε με την πραγματική της μορφή κι όλη της τη μεγαλοπρέπεια.
«Εντάξει, παλιόσκυλο», του είπε. «Φτιάξε τη στέγη σου. Φτιάξ’ την να ‘χεις να γλεντάς.»
Δεν έχασε καιρό η Δήμητρα, πήγε και βρήκε την Πείνα που ζούσε στη χώρα των Σκυθών και την έστειλε στον Ερυσίχθονα.
Το βράδυ που κοιμόταν, ο βέβηλος βασιλιάς ονειρεύτηκε ότι πεινούσε. Κι ύστερα ξύπνησε κι η πείνα ήταν ακόμα εκεί, κι όσο περνούσε η ώρα τόσο μεγάλωνε και τόσο περισσότερο τον βασάνιζε.
Ο Ερυσίχθων άρχισε να τρώει χωρίς σταματημό. Κι όσο έτρωγε, τόσο η πείνα του θέριευε και τόσο αδυνάτιζε κι έλιωνε ο ίδιος. Έφαγε όλα τα ζώα των κοπαδιών του, τη δαμάλα που προόριζε η μάνα του για θυσία στην Εστία, το άλογό του, τα μουλάρια της άμαξας, ακόμα και τη γάτα που είχαν για να πιάνει τα ποντίκια. Κι όταν δεν είχε μείνει στο σπίτι του τίποτ’ άλλο να φάει, βγήκε έξω και ζητιάνευε αποφάγια.
Δεν τον λυπήθηκε η Δήμητρα, ούτ’ ο Διόνυσος, ούτε καν ο παππούς του, ο βασιλιάς της θάλασσας.
Ο Ερυσίχθονας πουλά την κόρη του, Μήστρα, χαρακτικό του Γιόχαν Βίλχελμ Μπάουρ.
Κι ο Ερυσίχθων πούλησε την κόρη του, τη Μήστρα, για να μπορέσει ν’ αγοράσει πράγματα να φάει.
Στις «Μεταμορφώσεις», ο Οβίδιος λέει ότι η Μήστρα είχε την ικανότητα ν’ αλλάζει μορφές κι έτσι, κάθε φορά που την πουλούσε ο πατέρας της, αυτή μεταμορφωνόταν σε ζώο, ξέφευγε και γύριζε πίσω για να μπορέσει εκείνος να την ξαναπουλήσει. Ούτε η Μήστρα κατάφερε να σώσει τον Ερυσίχθονα, όμως.
Μη έχοντας τίποτα να φάει πια, στο τέλος έφαγε τις ίδιες του τις σάρκες.
Ο μύθος του Θεσσαλού Ερυσίχθονα – «αυτού που προκαλεί πληγή στη γη» – φαίνεται πως είναι το πρώτο ή ένα από το πρώτα οικολογικά μηνύματα στην ιστορία της ανθρωπότητας: Η πρώιμη συνειδητοποίηση ότι τελικό θύμα της καταστροφής της φύσης από τον άνθρωπο είναι ο άνθρωπος ο ίδιος.

Το διαβάσαμε από το: Το όνομά μου είναι Ερυσίχθων http://thesecretrealtruth.blogspot.com/2017/09/blog-post_9240.html#ixzz4tVekhhJ3