Παιδικά παιχνίδια στης αρχαιότητας


Επισκεφθήκαμε το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και εντοπίσαμε, με τη βοήθεια της δρ. Μαρίας Λαγογιάννη-Γεωργακαράκου, αρχαιολόγου και διευθύντριας του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, τα παιχνίδια –αθύρματα, όπως ονομάζονταν στην αρχαιότητα− που κρύβονται ανάμεσα στα χιλιάδες εκθέματά του, παιχνίδια με τα οποία εξακολουθούν να παίζουν τα παιδιά μέχρι σήμερα.

Βρήκαμε και το ειδώλιο που ενέπνευσε τους δημιουργούς του Φοίβου και της Αθηνάς, των μασκότ των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.


Κουδουνίστρα-σκυλάκι από την Αθήνα, 3ος αι. μ.Χ. Η πλαταγή, όπως λεγόταν, ήταν πήλινη κουδουνίστρα, με την οποία πίστευαν ότι ξεγελούσαν και τα κακά πνεύματα που παραμόνευαν γύρω από τη βρεφική κούνια.


Πήλινες πλαγγόνες (κούκλες) με κινητά μέλη, 4ος και 5ος αι. μ.Χ. Οι πλαγγόνες ήταν αγαπημένα παιχνίδια των κοριτσιών και αυτές που διέθεταν κινητά μέλη παίζονταν όπως οι σημερινές κούκλες. Τις έντυναν με ρούχα, τα οποία έραβαν οι γυναίκες του σπιτιού γι’ αυτόν το σκοπό.

Eκτός από τη διασκέδαση, οι κούκλες εισήγαν τον νεαρό γυναικείο πληθυσμό στον κατά προορισμό ρόλο τους: να είναι καλές σύζυγοι, νοικοκυρές και μητέρες υγιών παιδιών.


Στρόβιλος (σβούρα) από το Καβείριο της Θήβας, 5ος αι. π.Χ. Oι σβούρες ήταν αγαπημένα παιχνίδια των παιδιών και των νεαρών γυναικών, όπως φαίνεται σε παραστάσεις αγγείων. Αλλά και ο προστάτης των παιδικών παιχνιδιών Ερμής έχει απαθανατισθεί να απολαμβάνει το παιχνίδι αυτό.
Οι στρόβιλοι ήταν γνωστοί από τους προϊστορικούς χρόνους, διαδόθηκαν όμως ιδιαιτέρως από τους αρχαϊκούς χρόνους και εξής. Κατασκευάζονταν από ξύλο ή, πολύ συχνά, από πηλό. Κάποιοι ήταν διακοσμημένοι με φύλλα κισσού ή ανθέμια ή έφεραν παραστάσεις ζώων.

apocalypsejohn.com

Advertisements

Ρόφημα, Αγιασιώτικο Καινάρι



Το φτιάχνουμε όπως φτιάχνουμε το χαμομήλι, βράζοντας νερό και ρίχνοντας μέσα μια κουταλιά από το μείγμα. Με μια κουταλιά μέλι η γεύση του απογειώνεται.το Καϋνάρ είναι ένα ρόφημα αρκετά κοινό στην Νότια Τουρκία και στα Άδανα.

Τοπικο τονωτικό ροφημα της Αγιασου που σερβιρεται ζεστο. Εχει βαθυ κοκκινο χρωμα και είναι πολύ αρωματικό!Στα Τούρκικα σημαίνει kaynar «βραστός» ή «πράγμα που βράζει, που κοχλάζει».Θα ζεστάνει την καρδιά σας με την όμορφη γεύση του

Συστατικά. :

πόσιμο νερό

ξυλάκια Kανέλλας

λίγο μπαχάρι

γαρίφαλο,

φλούδες πορτοκαλιού

τσάι του βουνού,

φασκόμηλο,

πιπερόριζα,

γκαλανγκάλ (μια ρίζα ίδια με το τζίντερ)..κ

ότι άλλο μπαχαρικό θεωρείτε ότι του ταιριάζει!!

Τα βράζουμε με νερό και μέλι (το προσθέτουμε στο τέλος του βρασμού) αργά για αρκετή ώρα. (γύρω στα 15 λεπτά).Το Καινάρι θέλει να σταθεί λίγο πρίν σερβιριστεί με τριμμένο καρύδι.

lesvoskitchen.gr

20 συμβουλές από την Κοκό Σανέλ



Ήταν το απόλυτο είδωλο στον χώρο της μόδας και αποτελεί μέχρι και σήμερα πρότυπο κομψότητας. Η μεγάλη Coco Chanel, δεν είχε μόνο λαμπρές ιδέες περί μόδας και κομψότητας. Είχε και κοφτερό πνεύμα, εξ ου και τα λόγια της έγιναν ρήσεις χαραγμένες στο μυαλό πολλών και (από)τυπωμένες σε παντός είδους περιοδικά, άρθρα και βιβλία.

Παρακάτω θα δείτε 20 χρυσές συμβολές της μεγάλης κυρίας της μόδας:

1. Να είσαι προσεκτική με την πρωτοτυπία. Μπορεί να σε μετατρέψει σε… μασκαρά.

2. Η απλότητα είναι το κλειδί για την αληθινή κομψότητα.

3. Η φροντίδα της εμφάνισής σου πρέπει να αρχίζει απ’ την καρδιά και την ψυχή σου. Τα προϊόντα ομορφιάς δεν βοηθούν από μόνα τους.

4. Είναι αδύνατο για μια γυναίκα ένα έχει κακή διάθεση, αν φοράει τα σωστά ρούχα.

5. Η δαντέλλα είναι μια από τις ομορφότερες απομιμήσεις της φύσης, αλλά τα μαργαριτάρια είναι ιδανικά για κάθε περίσταση.

6. Στην ηλικία των 20, η γυναίκα έχει το πρόσωπο που της έδωσε η φύση. Στα 30, έχει το πρόσωπο που επέλεξε η ίδια. Στα 40, έχει το πρόσωπο που αξίζει.

7. Τα χέρια μιας γυναίκας είναι η κάρτα της. Ο λαιμός και το μπούστο της είναι το διαβατήριό της.

8. Η ηλικία μιας γυναίκας δεν έχει σημασία. Μπορεί να δείχνεις υπέροχη στα 20, να είσαι ακόμα θαυμάσια στα 40 και να μείνεις μοναδική ως το τέλος της ζωής σου.

9. Το άρωμα είναι ένα απαραίτητο και αξεπέραστο αξεσουάρ μόδας. Ανακοινώνει την είσοδο μιας γυναίκας στον χώρο και υπενθυμίζει την παρουσία της στους άλλους όταν λείπει.

10. Αν έχεις εντυπωσιαστεί από την ομορφιά μιας γυναίκας, αλλά αδυνατείς να θυμηθείς τι φορούσε, τότε φορούσε το τέλειο σύνολο.

11. Το καλύτερο αξεσουάρ για μια γυναίκα είναι ένας όμορφος άντρας.

12. Τίποτα δεν μπορεί να κάνει μια γυναίκα να δείχνει μεγαλύτερη, απ’ την απελπισμένη της προσπάθεια να δείχνει νέα.

13. «Πότε πρέπει να φοράω άρωμα;», ρωτούν οι νεαρές γυναίκες. Η απάντησή μου: όταν θες να σε φιλήσουν.

14. Όσο χειρότερα νιώθει μια γυναίκα, τόσο καλύτερη πρέπει να είναι η εμφάνισή της.

15. Αν έχεις στραβά πόδια, φόρα κάτι με χαμηλή λαιμόκοψη.

16. Μην προσπαθείς να δείχνεις νεότερη. Κανείς δεν μπορεί να πει ότι είναι νέος στα 50 του, όμως έχω γνωρίσει πολλές πενηντάρες, που δείχνουν ομορφότερες από νέες γυναίκες.

17. Ένα φόρεμα μπορεί να δείχνει ωραίο στην κρεμάστρα του, αλλά αυτό δεν σου λέει τίποτα. Μπορείς πραγματικά να το κρίνεις, μόνο όταν το φορέσει μια γυναίκα, όταν κουνάει τα χέρια και πόδια της και λυγίζει τη μέση της.

18. Όταν φοράτε αξεσουάρ, βγάλτε το τελευταίο απ’ αυτά που φορέσατε.

19. Δεν υπάρχουν άσημες γυναίκες –μόνο τεμπέλες.

20. Η αίσθηση ελευθερίας είναι πάντοτε stylish.

trelokouneli.gr

Τσικνοπέμπτη, η μυρωδιά της γής και της ευφορίας.


Την Τσικνοπέμπτη λοιπόν σύμφωνα με το έθιμο, στα σπίτια ψήνουν κρέας στη σχάρα, γεμίζοντας τον αέρα με τη μυρωδιά της «τσίκνας».

Η προέλευση αυτού του παράξενου εθίμου χάνεται στα βάθη του χρόνου, ωστόσο φαίνεται να συνδέεται με τις βακχικές γιορτές των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων, που θεωρούσαν το φαγοπότι και το γλέντι ιεροτελεστία για την καλή ευφορία της γης την άνοιξη.

Επίσης η Τσικνοπέμπτη αποτελεί, ουσιαστικά, την απαρχή των εκδηλώσεων για την Αποκριά, αφού την επόμενη εβδομάδα ακολουθούν το Καρναβάλι και η Καθαρά Δευτέρα. Η ημέρα της Πέμπτης επιλέχθηκε, σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση, διότι η Τετάρτη και η Παρασκευή είναι σημαντικές ημέρες νηστείας.

Έθιμα ανά την Ελλάδα

Πέρα από το καθιερωμένο ψήσιμο κρεάτων, κάθε περιοχή της Ελλάδας έχει τα δικά της ήθη και έθιμα για την Τσικνοπέμπτη.

Στην Κέρκυρα γίνονται τα λεγόμενα «Κορφιάτικα Πετεγολέτσια». Η λέξη Πετεγολέτσια σημαίνει κουτσομπολιό και πραγματοποιείται το βράδυ της Τσικνοπέμπτης, στην Πιάτσα κοντά στην τοποθεσία «Κουκουνάρα» τής Κέρκυρας.

Στην Πάτρα, έχουμε το έθιμο της Γιαννούλας της Κουλουρούς, η οποία, σύμφωνα με την παράδοση, πιστεύει πως ο ναύαρχος Ουίλσον έρχεται να την παντρευτεί και τον περιμένει μάταια σαν την τρελή στο λιμάνι. Έτσι, την Τσικνοπέμπτη οι Πατρινοί ντύνουν κάποιον νύφη, ή βάζουν ένα ομοίωμα νύφης στο λιμάνι και διασκεδάζουν γύρω του.

Στις Σέρρες ανάβουν μεγάλες φωτιές στις αλάνες και αφού ψήσουν το κρέας, πηδούν από πάνω τους.

Στην Κομοτηνή, οι νοικοκυρές σχεδόν καίνε μια κότα, για να τη φάει η οικογένεια την Κυριακή της Αποκριάς. Η παράδοση αναφέρει, επίσης, ότι την Τσικνοπέμπτη τα αρραβωνιασμένα ζευγάρια πρέπει να ανταλλάξουν φαγώσιμα δώρα. Ο άντρας πρέπει να στείλει τον «κούρκο», δηλαδή μία κότα, και η γυναίκα μπακλαβά και μια κότα γεμιστή.

Στη Θήβα, αρχίζει ο «βλάχικος γάμος», που ξεκινά με το προξενιό δύο νέων, συνεχίζει με τον γάμο και τελειώνει την Καθαρά Δευτέρα με την πορεία των προικιών της νύφης και το γλέντι των συμπεθέρων.

Στην Ιο, το βράδυ της Τσικνοπέμπτης μασκαράδες ζωσμένοι με κουδούνια προβάτων διασχίζουν τη Χώρα και επισκέπτονται σπίτια και καταστήματα.

Στον Πόρο, η παράδοση επιβάλλει στους νέους να κλέψουν ένα… μακαρόνι, το οποίο θα βάλουν κάτω από το μαξιλάρι τους για να δουν ποια θα παντρευτούν.

Σε όλη την Πελοπόννησο σφάζουν χοιρινά από τα οποία φτιάχνουν διάφορα άλλα τρόφιμα, μεταξύ των οποίων πηχτή, τσιγαρίδες, λουκάνικα, γουρναλοιφή και παστό.

Στη Σκόπελο, οι κάτοικοι δίνουν ραντεβού στο Πεύκο, για να συνεχίσουν το γλέντι και το φαγοπότι όλοι μαζί.

Το διαβάσαμε από το: Τσικνοπέμπτη: Τι γιορτάζουμε και γιατί γεμίζουμε με «τσίκνα» τον αέρα; http://thesecretrealtruth.blogspot.com/2018/02/blog-post_201.html#ixzz56W2GW6Zk

Τα τσιπουράδικα του Βόλου



150, μήπως 250 ή 400; Όσα κι αν είναι, είναι ταυτισμένα με την πόλη. Αποτελούν το πιο νόστιμο αξιοθέατό της. Στην παραλία, στα Παλιά, στη Νέα Ιωνία ή σε άλλες γειτονιές, παραγγέλνετε ένα ή πάτε για δύο και παραπάνω και περιμένετε την επίθεση των μεζέδων, από παστά και τουρσιά μέχρι καπνιστή καραβίδα. Κάθε μαγαζί έχει το δικό του «οπλοστάσιο» μεζέδων κι έτσι δημιουργούνται οι φήμες και οι εξειδικεύσεις. Υπάρχουν τσιπουράδικα που διαθέτουν 30 ή και 40 μεζεδοεπιλογές.

Η ιστορία ξεκινά κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ΄20, όπου τα τσιπουράδικα ήταν περιορισμένα και η παραγωγή μικρή σε ποσότητα. Τότε καθιερώθηκε και το 25αρι με συνοδεία κάποιων μεζέδων, θαλασσινών κυρίως, όπως χταποδάκι, καραβίδες και άλλα πολλά. Η παράδοση λέει ότι οι Μικρασιάτες πρόσφυγες έφεραν τη συνήθεια του τσίπουρου με τους θαλασσινούς μεζέδες, καθώς είχαν βαρκάκια και ψάρευαν τέτοια είδη. Στην πορεία του χρόνου υπήρξε εξέλιξη και στην Παρασκευή του τσίπουρου, αλλά και στην ποικιλία των μεζέδων που το συνόδευαν.

Η ιστορία ξεκινά κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ΄20, όπου τα τσιπουράδικα ήταν περιορισμένα και η παραγωγή μικρή σε ποσότητα. Τότε καθιερώθηκε και το 25αρι με συνοδεία κάποιων μεζέδων, θαλασσινών κυρίως, όπως χταποδάκι, καραβίδες και άλλα πολλά.

Το 25αρι είναι ένα μικρό μπουκάλι με τσίπουρο όσο ένα μικρό ποτήρι. Θεωρητικά κάθε ένας παραγγέλνει ένα 25αρι (όσες φορές αντέχει). Κάθε 25άρι συνοδεύεται με μεζέδες που προτείνει και φέρνει στο τραπέζι σας κάθε τσιπουράδικο. Τα τσιπουράδικα πλέον βρίσκονται σε κάθε γωνιά της πόλης από τα πιο κεντρικά σημεία μέχρι και στα στενά δρομάκια. Ο πραγματικός αριθμός των τσιπουράδικων της πόλης είναι αδύνατο να εκτιμηθεί καθώς βρίσκονται παντού, άλλες φορές είναι μικρά και περιστασιακά, άλλες φορές μετακομίζουν συχνά και άλλες φορές συνυπάρχουν με υπηρεσίες ταβέρνας, καφενείου ή βαρελάδικου και κρασοπουλιού.

Βέβαια δεν ήταν πάντα έτσι. Στην αρχή το τσίπουρο, που ερχόταν κυρίως από τον Τύρναβο και τα χωριά του Πηλίου, το έπιναν στις «δαχτυλήθρες», ξεροσφύρι, χωρίς μεζέ, για να τους ανοίξει την όρεξη πριν από μτο μεσημεριανό φαγητό. Οι μεζέδες ήταν λιτοί και τους έλεγαν «πεινάσματα». Χταπόδι, λάχανο, τσιτσίραβλα, τσίρος, παστά, λιόκαυτο σαβρίδι, πολίτικη λακέρδα, ροκφόρ. Τους ψαρομεζέδες τούς ξεκίνησαν οι πρόσφυγες στη Νέα Ιωνία.

Στην αρχή το τσίπουρο, που ερχόταν κυρίως από τον Τύρναβο και τα χωριά του Πηλίου, το έπιναν στις «δαχτυλήθρες», ξεροσφύρι, χωρίς μεζέ, για να τους ανοίξει την όρεξη πριν από μτο μεσημεριανό φαγητό. Οι μεζέδες ήταν λιτοί και τους έλεγαν «πεινάσματα».

Η παραγωγή του τσίπουρου χάνεται μέσα στο βάθος του χρόνου, λέγεται όμως πως ξεκίνησε τον 14ο αιώνα στο Αγιον Ορος από μοναχούς που διαβιούσαν εκεί. Με τα χρόνια εξαπλώθηκε σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, κυρίως στη Μακεδονία, την Ηπειρο, τη Θεσσαλία και την Κρήτη. Μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, η παραγωγή τσίπουρου γινόταν αποκλειστικά «κατ’ οίκον», δεν υπήρχε δηλαδή μαζική βιομηχανική παραγωγή. Από παλιά, ένα άχρωμο αλκοολούχο ποτό παράγεται και πίνεται κάθε χρόνο σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Είναι γνωστό με διάφορα ονόματα: τσίπουρο, αράκ, γκράπα. Αποστάζεται από τα υπολείμματα των σταφυλιών, σαν ο άνθρωπος να θέλησε να εκμεταλλευθεί όσο το δυνατόν περισσότερο το δώρο των θεών, το αμπέλι. Το τσίπουρο ονομάζεται είναι το απόσταγμα από στέμφυλα.

Κάθε 25άρι συνοδεύεται με μεζέδες που προτείνει και φέρνει στο τραπέζι σας κάθε τσιπουράδικο. Τα τσιπουράδικα πλέον βρίσκονται σε κάθε γωνιά της πόλης από τα πιο κεντρικά σημεία μέχρι και στα στενά δρομάκια.

Παράδοση στην παραγωγή τσίπουρου έχουν η Μακεδονία, η Κρήτη, η Θεσσαλία και η Ηπειρος. Το τσίπουρο δεν είναι απόσταγμα σταφυλιού,αλλά απόσταγμα στέμφυλων σταφυλιού, τα γνωστά ράκη, που παράγεται τόσο με παραδοσιακό όσο και σύγχρονο βιομηχανοποιημένο τρόπο, που πρέπει να πληροί, φυσικά, κάποιες νομικές -κυρίως τελωνειακές- προϋποθέσεις, καθώς είναι από τα ελάχιστα προϊόντα που τελούν σε καθεστώς κρατικού μονοπωλίου. Από τα τέλη του Οκτωβρίου έως τα μέσα Δεκεμβρίου, σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική, σε όλη την Ελλάδα «βράζει» ο τόπος. Παραδοσιακά καζάνια ετοιμάζουν το «αγιονέρι», όπως το λένε σε κάποιες περιοχές, με αποκορύφωμα τις διάφορες γιορτές τσίπουρου στη Μακεδονία, την Ηπειρο και αλλού, οι οποίες συνοδεύονται από παραδοσιακά γλέντια. Η πώληση αποσταγμάτων για απ’ ευθείας κατανάλωση ήταν απαγορευμένη μέχρι το 1988.

Ο πραγματικός αριθμός των τσιπουράδικων της πόλης είναι αδύνατο να εκτιμηθεί καθώς βρίσκονται παντού, άλλες φορές είναι μικρά και περιστασιακά, άλλες φορές μετακομίζουν συχνά και άλλες φορές συνυπάρχουν με υπηρεσίες ταβέρνας, καφενείου ή βαρελάδικου και κρασοπουλιού.

Μόνο οι αμπελουργοί σε ορισμένες περιοχές είχαν το δικαίωμα να αποστάζουν και να εμπορεύονται, σε τοπικό επίπεδο, τα στέμφυλα, ενώ επιτρεπόταν και η πώληση του αποστάγματος σε εταιρείες παραγωγής οινοπνεύματος. Σήμερα, με την ψήφιση νόμου από το 1988 για την παραγωγή αποστάγματος στέμφυλων, επιτρέπεται η παραγωγή και διάθεση τσίπουρου σε όλη την Ελλάδα μόνο με ειδική άδεια. Τα τσιπουράδικα του Βόλου είναι τα ομαδικά ψυχοθεραπευτήρια της πόλης. Επιπλέον οι θαμώνες τους κάνουν πράξη την εξομοίωση των τάξεων. Στα τραπέζια τους συνυπάρχουν νεαροί και γεροντότεροι, ροκάδες και αναρχικοί, πλούσιοι και φτωχοί, εργάτες, ψαράδες και γιάπις, «θεούσες», καθημερινές γυναίκες αλλά και «κορίτσια» της νύχτας. Συνηθισμένοι αλλά και ασυνήθιστοι άνθρωποι. Και όταν τα αποστάγματα, με γλυκάνισο ή χωρίς τρέξει στο αίμα οι γλώσσες λύνονται και τα πρόσωπα χαλαρώνουν. Οι άνθρωποι αδειάζουν ξεφορτώνουν και βλέπουν τον κόσμο γύρω τους ευτυχέστερα. Με αυτή την έννοια τα τσιπουράδικα δεν είναι απλά καταστήματα εστίασης αλλά χώροι όπου συντελείται κομμάτι της ζωής της πόλης και προσφέρονται κοινωνικές υπηρεσίες.

[womantoc.gr]
trelokouneli.gr

Η ελληνική γκοφρέτα ΜΕΛΟ


Η ελληνική γκοφρέτα που κυριάρχησε στην αγορά και χάθηκε ξαφνικά.

Με δυο παλιές ελληνικές δραχμές και μια γκοφρέτα στις αλάνες μεγάλωσαν τα παιδιά των δεκαετιών του 1960 και του 1970.

Μια γκοφρέτα που χάθηκε ξαφνικά από την αγορά και σήμερα πλέον δεν υπάρχει. Οι δε νεότεροι δεν έχουν ακούσει ποτέ για τη «γκοφρέτα ΜΕΛΟ». Μεγάλωσε μια ολόκληρη γενιά, έγινε μεγάλη μόδα και γνώρισε τεράστια επιτυχία μέχρι να σβηστεί πλήρως από το χάρτη.

Άλλωστε οι γκοφρέτες αποτελούσαν πάντα ένα αγαπημένο γλυκό σνακ, σε χαμηλή τιμή, χαμηλότερη από τη σοκολάτα και μέχρι σήμερα σημειώνουν καλές επιδόσεις στην αγορά. Η περιβόητη «ΜΕΛΟ» έκανε την εμφάνισή της στη δεκαετία του 1960.

Την έφτιαχνε η ομώνυμη εταιρεία – σοκολατοποιία με έδρα τον Πειραιά. Γρήγορα σάρωσε την αγορά της εποχής. Η «ΜΕΛΟ» βέβαια δεν «έπαιζε» μόνη της, όμως η γκοφρέτα της είχε αναμφισβήτητα μεγάλη επιτυχία, για όσο άντεξε.

«Είναι ΜΕΛΟ. Τι άλλο θέλω;». Αυτό ακριβώς ήταν το κεντρικό σύνθημα για τη γκοφρέτα που κυριάρχησε στα τέλη του 1960 και τη δεκαετία του 1970 με τιμή δύο δραχμές και μπορεί κάποιος να πει ότι αποτέλεσε προπομπό της διάσημης σοκοφρέτας που κυκλοφορεί και σήμερα.

Η γκοφρέτα της «ΜΕΛΟ» διαφημίστηκε έντονα για την εποχή, καθώς ήταν αυτή που συνδύαζε τη σοκολάτα με τη γκοφρέτα, μέσα σε μια συσκευασία που έκρυβε εκπαιδευτικά δώρα.

«Μια καινούργια λιχουδιά για μεγάλους και παιδιά» έγραφε η εταιρεία. «Η άριστη βιομηχανοποίσις, η τέλεια επεξεργασία εξασφαλίζουν τον θαυμασμόν σας. Σας προσφέρουν ό,τι ακριβώς έλειπε. Είναι ΜΕΛΟ. Τι άλλο θέλω;» έλεγε η εταιρεία στις διαφημίσεις της.

Το πρωτοποριακό στοιχείο που είχε μεταξύ άλλων η γκοφρέτα «ΜΕΛΟ» ήταν οι εκπλήξεις που έκρυβε.

Αυτό που τότε τα παιδιά αποκαλούσαν «τύχη».

Ήταν η πρώτη γκοφρέτα που μέσα στη συσκευασία είχε και χαρτάκια, τα οποία έπρεπε να συγκεντρώσεις σε άλμπουμ. Τα πρώτα χαρτάκια είχαν τις σημαίες και τις εθνικές ενδυμασίες όλων των κρατών της γης.

Μάλιστα έπρεπε να συγκεντρώσεις 120 χαρτάκια! Το δε άλμπουμ το αγόραζες για 3 δραχμές! Μετά την επιτυχία με τα χαρτάκια που έκαναν διάσημη τη γκοφρέτα η εταιρεία έβγαλε και άλλες σειρές. Ωστόσο η πιο διάσημη σειρά ήταν αυτή με τις εθνικές ενδυμασίες όλων των κρατών της εποχής.

Εξίσου γνωστοί και πετυχημένοι ήταν και οι «Σταθμοί στην Ιστορία».

Όποιος κατάφερνε να μαζέψει όλα τα χαρτάκια έστελνε το άλμπουμ στην εταιρεία και έπαιρνε πίσω για δώρο μια δερμάτινη μπάλα ή μια κούκλα… Ειδικά η δερμάτινη μπάλα ήταν αυτό που ποθούσαν όλα τα αγόρια της εποχής στις αλάνες.

Η εξαφάνιση της γκοφρέτας «ΜΕΛΟ»

Η γκοφρέτα «ΜΕΛΟ» όπως έκανε μεγάλη επιτυχία και κυριάρχησε για πολλά χρόνια στην αγορά έτσι και εξαφανίστηκε.

Εξίσου παλιά ήταν και η γκοφρέτα της ΙΟΝ «Σαφάρι» με εικόνες μέσα στη συσκευασία άγριων ζώων, αλλά δεν έμελλε να μακροημερεύσει καθώς λύγισε από τη «σοκοφρέτα» που βγήκε στην αγορά το 1977.

Μάλιστα μέχρι το 1993 έβγαινε μόνο η κλασική με την κόκκινη και χρυσή συσκευασία.

Τη «σοκοφρέτα» την έβγαλε η ΙΟΝ. Η εταιρεία που ιδρύθηκε το 1930 από μια παρέα φίλων που φιλοδοξούσαν να γίνουν διάσημοι σοκολατοποιοί. Τότε δημιουργούν και το πρώτο εργοστάσιο στην οδό Πειραιώς.

Λίγα χρόνια μετά η ΙΟΝ εξαγοράζει την εταιρεία ζαχαρωδών προϊόντων Νasko και αργότερα άλλες εταιρείες του χώρου. Από τη δεκαετία του ΄60 επενδύει στη διαφήμιση, αρχικά σε έντυπα και αργότερα στην τηλεόραση. Το 1977 λανσάρει τη «σοκοφρέτα»,το πρώτο σε προτίμηση γλυκό σνακ στην ελληνική αγορά μέχρι και σήμερα.

Μεγάλος ανταγωνιστής που μπαίνει στην αγορά και κυκλοφορεί από τη δεκαετία του ’70 είναι η «Κουκουρούκου» που πάντα είχε μεγάλο μερίδιο στην αγορά, αλλά και η διαχρονική, Serenata στην κατακόκκινη συσκευασία της.

Γνώρισε επιτυχία πολλά χρόνια και γνωρίζει ακόμη ενώ όλοι θυμούνται τις ξεχωριστές διαφημίσεις.

Η ιστορία και των δύο προϊόντων ξεκινάει το 1971 σε μια μικρή βιοτεχνία που κάνει δειλά τα πρώτα της βήματα στην Κυψέλη. Πέντε χρόνια αργότερα μετακομίζει στον Γέρακα και μετεξελίσσεται σε βιομηχανία. Τα πρώτα προϊόντα της (Κουκουρούκου, Αmaretti και Serenata) πωλούνταν μόνο στην Αθήνα, σύντομα όμως εξαπλώνονται σε όλη την Ελλάδα και σήμερα εξάγονται σε πολλές χώρες.

Η «κουκουρούκου» κυκλοφόρησε το 1978 και ήταν ένα από τα παιδικά προϊόντα που συνδύαζαν την γκοφρέτα με το παιχνίδι καθώς τα παιδιά έβρισκαν μέσα σε κάθε συσκευασία αυτοκόλλητα και κέρδιζαν δώρα. Η Αmaretti βγήκε στα περίπτερα έναν χρόνο μετά , ενώ η Serenata ταυτίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 με το σλόγκαν «Serenata και πάσης Ελλάδος».

Πηγή : newsbeast
trelokouneli.gr

Η ιστορία του ναργιλέ στην Αθήνα



Πηγή: Μικρός Ρωμιός, του Ελευθέριου Σκιαδά

Μετά την Κωνσταντινούπολη έκαναν την επανεμφάνισή τους και στην Αθήνα, κυρίως στα δρομάκια του Ψυρρή, οι βλαβεροί ανατολίτικοι ναργιλέδες. Ο διαβάτης βλέπει τα απομεινάρια της νωχέλειας παλαιότερων χρόνων, ακουμπισμένα στα πεζοδρόμια ή στα τραπεζάκια και πολλούς νέους να αρέσκονται στη χρήση τους. Θλιβερά αντίγραφα μιας εποχής που έφυγε ανεπιστρεπτί. Της εποχής την οποία το σπινθηροβόλο πνεύμα του Σουρή απεικόνιζε στον τίτλο της εφημερίδας του με το αραλίκι στον καφενέ, το ναργιλέ έμβλημα της ανατολίτικης απραξίας και του ραχατιού και τον μικρό λούστρο να αγωνίζεται για τα προς το ζην. Αλλά πότε εξαφανίστηκαν από την Αθήνα οι ναργιλέδες; Ο πρώτος που έδιωξε τους ναργιλέδες από τα καφενεία του, στις αρχές ακόμη του 20ού αιώνα, ήταν ο περίφημος Ζαχαράτος. Εξάλλου, στην πραγματικότητα ελάχιστοι ήταν εκείνοι που γνώριζαν την τέχνη του. Όπως παραδεχόταν ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, η χρήση του ναργιλέ ήταν μία «μικρά επιστήμη», μια περίπλοκη τέχνη και διαδικασία ολόκληρη με τσιμπίδια, κάρβουνα, επιστόμια, ανάμματα, γουργουρητά. Η χρήση τους στην Αθήνα ήταν μια παρωδία. Ακόμη και το πολυτελές κάρβουνο που χρησιμοποιούσαν στις χώρες της ανατολής και στην επαρχία και προερχόταν από τους κόμπους του κλήματος της αμπέλου, στην ελληνική πρωτεύουσα είχε αντικατασταθεί από το κοινό και κακής ποιότητας κάρβουνο. Τα κομψοτεχνήματα των καφενείων της Σμύρνης, με τα κουδουνάκια, τα λιλιά, τα φιρφιριά και τα αστραφτερά μέταλλα, στην Αθήνα είχαν μεταβληθεί σε γυμνούς, ευτελείς και κακομοίρηδες ναργιλέδες!

Το ινδοκάρυον και η δικτατορία του Μεταξά
Παρά τις διώξεις και τις αστυνομικές διατάξεις που απαγόρευαν τη χρήση του ναργιλέ, από τις αρχές της δεκαετίας 1930, το ινδοκάρυον (=ινδική καρύδα), όπως ήταν η λόγια ονομασία του ανατολικής προέλευσης ναργιλέ (περσ. nargila, τουρκ. nargele), κατόρθωσε να επιβιώσει για πολλά χρόνια ακόμη. Ένα από τα πιο καίρια πλήγματα δέχθηκε από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου όταν… εκτοπίστηκε από το κέντρο της πρωτεύουσας. Απαγορεύθηκε η χρήση του στο κέντρο των Αθηνών και οι θιασώτες του αποτραβήχτηκαν σε χώρους που ευνοούσαν περισσότερο την έκσταση που τους χάριζε ο ναργιλές. Αλλά δεν εξαφανίστηκε. Συνέχισε την πορεία του έως και τη δεκαετία του 1960. Στα τέλη εκείνης της δεκαετίας, στις αρχές της λεωφόρου Συγγρού, είχε απομείνει ένας καφενές όπου μπορούσαν να απολαύσουν τον ναργιλέ τους οι θεριακλήδες τουρίστες από την ανατολή που επισκέπτονταν την ελληνική πρωτεύουσα. Ήταν όμως μια εξαίρεση. Στην πραγματικότητα, τα τελευταία στέκια των θεριακλήδων «ναργιλεδοφουμαδόρων» εξαφανίστηκαν μαζί με τα ιστορικά καφενεία, τα οποία έκλεισαν ή κατεδαφίστηκαν και στη θέση τους ανεγέρθηκαν σύγχρονα μεγαθήρια με σνακ μπαρ και ουζερί.

Ο ναργιλές στην Ομόνοια και στο Κολωνάκι
Πάντως, στα μέσα της δεκαετίας 1950 δύο κεντρικά στέκια με την ονομασία «Βυζάντιον» διέθεταν ακόμη ναργιλέδες. Το ένα στην Ομόνοια, δίπλα στο φαρμακείο του Μπακάκου και το άλλο στην πλατεία Κολωνακίου. Το άντρο των θεριακλήδων στην Ομόνοια διέθετε και ιδιαίτερη αίθουσα για τους ναργιλετζήδες. Οι περισσότεροι ήταν απόμαχοι ναυτικοί και κάποιοι απόστρατοι αξιωματικοί. Συγκεντρώνονταν εκεί για να απολαύσουν νωχελικά τον καπνό από το αναμμένο τουμπεκί, να κουβεντιάσουν τις εξελίξεις και ικανοποιημένοι να πάνε στα σπιτικά τους να συνεχίσουν την ξεκούραση. Τα ίδια και στο «Βυζάντιον» του Κολωνακίου, όπου οι ελάχιστοι πλέον θεριακλήδες αραίωσαν δραματικά αποχωρώντας από τη ζωή και αφήνοντας άδειες τις καρέκλες του καφενείου. Ήταν οι ελάχιστοι οπαδοί μιας ξεχασμένης αίρεσης, όπως αποκλήθηκε κάποτε. Οι χρήστες του ναργιλέ προτιμούσαν τον ρυθμικό θόρυβο και το γουργούρισμά του από το άκουσμα μιας δυσάρεστης είδησης. Άκουγαν τους ρογχασμούς της συσκευής και βυθίζονταν στις σκέψεις τους. Το επιστόμιο (πίπα) που κουβαλούσαν συνήθως στην τσέπη τους ήταν δείγμα της ευπορίας ή της φτώχειας τους, αφού κατασκευαζόταν από κεχριμπάρι, χρυσό, ασήμι ή απλό σίδερο. Γι’ αυτό η επανεμφάνιση ναργιλέδων στους δρόμους των Αθηνών και στα στέκια που συχνάζουν νέα παιδιά μοιάζει για κάποιους, απλώς, με κακόγουστη φάρσα….

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/i-istoria-tou-nargile-stin-athina-pos-ton-xrisimopoiousan-kai-pote-eksafanistike-apo-ta-kafeneia/

Ελλάδα, Καλοκαίρι 1950, 1960, φωτογραφίες



Η επιτομή και η πραγματική ουσία του ελληνικού καλοκαιριού μέσα από 30 εξαιρετικές φωτογραφίες του Μουσείου Μπενάκη.
Ασπρόμαυρες φωτογραφίες περασμένων δεκαετιών που αποτυπώνουν ιδανικά ανθρώπους συμφιλιωμένους με το «απλό», με το «λίγο». Εικόνες ελληνικών νησιών που αν και πολύ λίγο θυμίζουν την σημερινή πραγματικότητα, σε μαγεύουν και σου προκαλούν θλίψη και νοσταλγία..

1. Μύκονος, 1955. Φωτογραφία του Δημήτρη Χαρισιάδη.

2. Κάλυμνος, 1950. Φωτογραφία του Δημήτρη Χαρισιάδη.

3. Πάρος, 1958 Φωτογραφία του Ζαχαρία Στέλλα.

4. Λέσβος 1958. Φωτογραφία του Δημήτρη Χαρισιάδη.

5. Πάρος, 1971. Φωτογραφία του Ζαχαρία Στέλλα.

6. Λιτανεία, Πάτμος, 1950-55. Φωτογραφία της Βούλα Παπαϊωάννου.

7. Πάρος, 1971. Φωτογραφία του Ζαχαρία Στέλλα.

8. Ακτή «Αστέρας», Βουλιαγμένη, 1957 και 1961. Φωτογραφίες του Δημήτρη Χαρισιάδη.

9. Ποδηλατάδα στη Ρόδο του ’55. Φωτογραφία του Δημήτρη Χαρισιάδη.

10. Επίδαυρος 1956. Φωτογραφίες του Δημήτρη Χαρισιάδη.

11. Ύδρα, 1961. Φωτογραφία του Ιωάννη Λάμπρου.

12. Σαντορίνη, 1962. Φωτογραφία του Ιωάννη Λάμπρου.

13. Πάρος,1962. Φωτογραφία του Ιωάννη Λάμπρου.

14. Πάρνηθα, 1962. Φωτογραφία του Ιωάννη Λάμπρου.

15. Κάρυστος, 1950-55. Φωτογραφία της Βούλας Παπαιωάννου.

Μύκονος 1955. Φωτογραφία του Δημήτρη Χαρισιάδη

Μήλος, 1970. Φωτ. Ζαχαρίας Στέλλας

Πάρος. Φωτ. Ζαχαρίας Στέλλας.

Η γνωστή αναμονή στο λιμάνι! Μύκονος. Φωτ. Ζαχαρίας Στέλλας

Παστέλι του δεκαπενταύγουστου! Φωτογραφία του Ζαχαρία Στέλλα.

Μύκονος. Φωτογραφία του Ζαχαρία Στέλλα.

Βουτιές με αυτοσχέδια «σωσίβια»! Φωτογραφία του Ζαχαρία Στέλλα.

Πάρος, 1951. Φωτογραφία του Ιωάννη Λάμπρου

Πάρος, Παροικιά, 1962. Φωτογραφία του Ιωάννη Λάμπρου

Μύκονος, περ. 1905 – Φωτογραφία: Μαίρη Παρασκευά

Στο κατάστρωμα, 1967. Φωτογραφία: Ιωάννης Λάμπρου.

Μύκονος, 1935. Φωτογραφία: Βούλα Παπαιωάννου

dinfo.gr

Το διαβάσαμε από το: Πως ήταν το καλοκαίρι στη Μύκονο, την Πάρο και τη Σαντορίνη το 50 και το 60; Σπάνιες φωτογραφίες μιας άλλης εποχής http://thesecretrealtruth.blogspot.com/2017/07/50-60.html#ixzz4moymPm9l

Η ιστορία της δίαιτας



Η δίαιτα για την απώλεια βάρους, όπως την ξέρουμε σήμερα, έχει τις ρίζες της στη βικτωριανή εποχή, καθώς στην αρχαιότητα, ο περιορισμός της τροφής είχε την έννοια της βελτίωσης της πνευματικής και σωματικής υγείας.
Η δίαιτα για λόγους αισθητικής, με στόχο την απώλεια βάρους κάνει την εμφάνισή της στο 19ο αιώνα και αποκτά άμεσα πολλούς οπαδούς στα υψηλότερα κοινωνικά στρώματα (τα χαμηλότερα πεινούσαν ούτως ή άλλως). Ας δούμε λοιπόν μερικούς από τους πιο ασυνήθιστες και ανθυγιεινές πρακτικές που ακολουθούσαν.

Φτου… ξελευθερία
Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο αμερικανός Χόρας Φλέτσερ καθιέρωσε τη δίαιτα δια του… πτύειν. Ο Φλετσερισμός, όπως αποκαλούταν, προωθούσε την ιδέα του να γεμίζει κανείς το στόμα του με τροφή, να μασάει έως ότου απορροφηθούν τα «καλά στοιχεία». Όπως έλεγε, κάθε μπουκιά έπρεπε να μασηθεί τουλάχιστον 700 (!) φορές οπότε μάλλον το γεύμα ήταν μια full time απασχόληση. Παραδόξως, η μέθοδος ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη και είχε διάσημους οπαδούς, όπως ο Φράντς Κάφκα και ο Χένρι Τζέιμς. Ποιος ξέρει, πιθανόν ο Κάφκα να τη χρησιμοποιούσε ως έμπνευση για κάποια από τα εφιαλτικά του διηγήματα…

Ταινία έχεις παιδάκι μου;
Η γνωστή έκφραση για όποιον τρώει ασταμάτητα αναφέρεται σε συγκεκριμένο παράσιτο, την ταινία, το οποίο αναπτύσσεται συνήθως στα βοοειδή. Ωστόσο, στις αρχές του 20ού αιώνα, μια ολόκληρη δίαιτα είχε βασιστεί επάνω του. Πιο διάσημη οπαδός της, η μεγάλη υψίφωνος Μαρία Κάλλας.
Η διαδικασία αφορούσε την κατάποση του παρασίτου σε μορφή… χαπιού. Όταν η ταινία φτάνει στα έντερα, αρχίζει να απορροφά τροφή και να ωριμάζει, με αποτέλεσμα ο φορέας να χάνει βάρος, σε συνδυασμό με ανεπιθύμητες παρενέργειες, όπως η διάρροια, αλλά και σοβαρές αρρώστιες.
Από τη στιγμή που ο φορέας έφτανε στο επιθυμητό βάρος, έπαιρνε αντιπαρασιτοκτόνο, με την ελπίδα να θανατωθεί η ταινία. Μετά, έπρεπε να την αποβάλλει δια της… φυσικής οδού, πράγμα εξόχως δύσκολο δεδομένου ότι σε πλήρη ανάπτυξη, το σκουλήκι φτάνει τα 9 μέτρα. Από την άλλη, τι είναι ο πόνος μπρος στα κάλλη, ε, Μαρία Κάλλας;

Αρσενικό και στρυχνίνη!
Τα φάρμακα και τα χάπια για την απώλεια βάρους έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλή στα τέλη του 19ου αιώνα. Ωστόσο, οι «συνταγές – θαύματα» της εποχής περιείχαν συχνά επικίνδυνα συστατικά, όπως το αρσενικό και η στρυχνίνη.
Τα εν λόγω σκευάσματα διαφημιζόταν ότι επιταχύνουν το μεταβολισμό, όπως οι αμφεταμίνες. Η ποσότητα αρσενικού στα χάπια, αν και μικρή, ήταν σχετικά επικίνδυνη ενώ πολλοί λάμβαναν μεγαλύτερη, σε σχέση με τη συνιστώμενη, δόση, κινδυνεύοντας να δηλητηριαστούν. Επίσης, πολλές φορές το αρσενικό δεν αναγραφόταν καν στα συστατικά, λόγω και του χαλαρού πλαισίου της εποχής…

Ξίδι για το… χρωματάκι
Ένας από τους «πρωτεργάτες» της δίαιτας, με την μορφή που τη γνωρίζουμε σήμερα, δεν είναι άλλος από το Λόρδο Βύρωνα. Στις αρχές του 1800, ο φιλέλληνας ποιητής «λανσάρισε» τη δίαιτα του ξιδιού, που περιλάμβανε καταπόσεις μεγάλων ποσοτήτων αλλά και γεύματα με πατάτες -βουτηγμένες φυσικά στο ξίδι. Η εν λόγω διατροφή είχε παρενέργειες, όπως διάρροια και στομαχικές διαταραχές, αλλά ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στους ρομαντικούς ποιητές που ζήλευαν το αδύνατο κορμί και την χλωμάδα του.

του Γιώργου Φλώκα
in 2 life
i-diadromi.gr