Μυκήνες


291cb-mykhnes
Οι «πολύχρυσες Μυκήνες», το βασίλειο του μυθικού Αγαμέμνονα, που πρώτος ύμνησε ο Όμηρος στα έπη του, είναι το πιο σημαντικό και πιο πλούσιο ανακτορικό συγκρότημα της ύστερης Εποχής του Χαλκού στην Ελλάδα. Σύμβολο της ηρωικής Ελλάδας, oι Μυκήνες, ένας από τους πιο σπουδαίους αρχαιολογικούς χώρους, παγκόσμια γνωστός, περιβάλλονται με το μαγικό πέπλο του μύθου των Ατρειδών, που τις περιπέτειές τους ιστορούν οι αρχαίοι τραγικοί. Το όνομά τους δόθηκε σ’ έναν από τους πιο λαμπρούς πολιτισμούς
της ελληνικής προϊστορίας, το μυκηναϊκό και οι μύθοι που συνδέονται με την ιστορία τους διαπέρασαν τους αιώνες, με τα ομηρικά έπη και τις μεγάλες τραγωδίες της κλασικής εποχής, ενώ ενέπνευσαν και συνεχίζουν να εμπνέουν παγκόσμια την πνευματική δημιουργία και την τέχνη. Ως πόλη της Αργολίδας, απέναντι απ’ τον Αργολικό κόλπο, στο ΒΑ μυχό της πεδιάδας του Άργους, σε στρατηγικό σημείο, δέσποζε σε πολλές οδικές αρτηρίες. Σήμερα, στη θέση αυτή υπάρχει το μικρό χωριό Μυκήνες (Χαρβάτι, επί τουρκοκρατίας) και τα ερείπια της Ακρόπολης, που θυμίζουν πάντα τις μακρινές και ένδοξες εποχές.

Μυθολογία
Η μυθική παράδοση αναφέρει ότι τις Μυκήνες ίδρυσε ο Περσέας, γιος του Δία και της Δανάης, εγγονός του βασιλιά του Άργους Ακρισίου, απόγονου του Δαναού. Ο Ακρίσιος χώρισε τη χώρα του σε διάφορα βασίλεια κι έδωσε το Ηραίο στον αδελφό του Προίτο, τη Μιδέα και την Τίρυνθα και ο Περσέας, που ήταν γιος του Δία και της Δανάης, έφυγε για τη χώρα της Λυκίας. Επιστρέφοντας από εκεί, σκότωσε, χωρίς να θέλει, τον παππού του και έδωσε στο Μεγαπένθη το βασίλειό του, το Άργος, ενώ πήρε από εκείνον το βασίλειο της Τίρυνθας. Στην Τίρυνθα, ο Περσέας έκτισε τις Μυκήνες και έδωσε στη νέα αυτή πόλη το όνομα αυτό, είτε επειδή εκεί (κατά τον Παυσανία) έπεσε ο μύκης (θήκη) του ξίφους του, είτε επειδή εκεί ανάβλυζε μία πηγή με άφθονο νερό, η Περσεία πηγή (υπάρχει και σήμερα), στη ρίζα ενός μύκητα (μανιταριού). Άλλοι παράγουν τη λέξη από την ηρωίδα Μυκήνη, κόρη του Ίναχου, μερικοί μάλιστα γλωσσολόγοι τη συσχετίζουν με τα τοπωνύμια «Μυκαλησσός» και «Μυκάλη» που θεωρούνται προελληνικά. Σύμφωνα με το μύθο, από τον Περσέα ιδρύθηκε η δυναστεία των Περσειδών, που βασίλεψε στις Μυκήνες για τρεις γενιές, στην οποία ανήκουν μικροί τετράγωνοι τάφοι. Απόγονοί του ήταν ο Ηλεκτρύονας, ο Σθέναλος κι ο Ευρυσθέας, ο τελευταίος γόνος της δυναστείας, που σκοτώθηκε από τους Ηρακλείδες, χωρίς να αφήσει απογόνους. Έτσι οι κάτοικοι των Μυκηνών επέλεξαν ως βασιλιά τους τον Ατρέα, γιο του Πέλοπα και πατέρα των ομηρικών ηρώων Αγαμέμνονα και του Μενέλαου. Από τη δυναστεία των Πελοπιδών προήλθαν οι Ατρείδες. Οι Πελοπίδες κατασκεύασαν την Πύλη των Λεόντων και δραστήριοι, όπως ήταν, κυριάρχησαν σε όλη την Πελοπόννησο και τα γύρω νησιά, απέκτησαν δύναμη και κύρος, ώστε όλοι οι βασιλιάδες εκείνων των χρόνων θεώρησαν ως αρχηγό τους στην εκστρατεία κατά της Τροίας τον Αγαμέμνονα. Σ’ αυτούς ανήκουν τα οχυρά της Ακρόπολης, οι θολωτοί τάφοι, όπως ο περίφημος τάφος του Ατρέα, ένα θαυμάσιο έργο των αρχαίων Ελλήνων κι ακόμα πολλοί άλλοι μικρότεροι τάφοι, που βρέθηκαν ανοιχτοί και λεηλατημένοι για πολλά χρόνια, όπως αναφέρει ο Παυσανίας κι ο Σοφοκλής. Οι Πελοπίδες κυβέρνησαν τρεις και πλέον αιώνες (1400-1050 π.Χ.).
d38f3-ce9ccf85cebaceaecebdceb5cf8234-bmp
Μυκηναϊκός πολιτισμός
Έτσι ονομάστηκε ο πολιτισμός που αναπτύχθηκε με κέντρο τις Μυκήνες. Πρόκειται για τη λεγόμενη «μυκηναϊκή» η «υστεροελλαδική» περίοδο της αρχαίας ιστορίας. H περίοδος αυτή χωρίζεται στην πρώιμη υστεροελλαδική Ι (1600-1500 π.Χ.), στη μέση υστεροελλαδική ΙΙ (1500-1400 π.Χ.) και στη νεώτερη υστεροελλαδική ΙΙΙ (1400-1100 π.Χ.). Τα ευρήματα των ανασκαφών μας βοηθούν να γνωρίσουμε τους ανθρώπους που έζησαν στην περιοχή αυτή. Οι πελώριοι λίθοι που χρησιμοποιήθηκαν για την Πύλη των Λεόντων, μας μιλούν για τη δύναμη εκείνων των ανθρώπων, που προκαλούσαν κατάπληξη στους πολίτες των άλλων πόλεων, ώστε τα ονόμαζαν «Κυκλώπεια τείχη». Τα ανάκτορα, που είχαν για πυρήνα ένα ορθογώνιο κτίριο με πολλά διαμερίσματα γύρω, στολίζονταν με πολύχρωμες τοιχογραφίες. Τα διάφορα κοσμήματα, όπλα, δαχτυλίδια, ειδώλια (αγάλματα) μικρά και άλλα αντικείμενα, αλλά και τα εκτεταμένα οικιστικά κατάλοιπα, εντός και εκτός της ακρόπολης των Μυκηνών, μας αποκαλύπτουν τον τρόπο ζωής των Μυκηναίων. Ο μυκηναϊκός πολιτισμός άφησε κατάλοιπα σε όλο σχεδόν τον ελληνικό χώρο και δημιούργησε αποικίες στη Ρόδο και στη Κύπρο. Οι Μυκηναίοι, που ήταν Έλληνες, ήρθαν σε στενή επαφή με τους Κρητικούς και, όπως ήταν επόμενο, επηρεάστηκαν από το μινωικό πολιτισμό για τη δημιουργία τού δικού τους πολιτισμού. Ο πολιτισμός τους είναι κυρίως γνωστός από τις Μυκήνες, αν και ανάκτορά τους έχουν ανασκαφεί και στην Τίρυνθα και στην Πύλο.
da2c3-ce9ccf85cebaceaecebdceb5cf8222-bmp
Η τοποθεσία
Οι Μυκήνες θεμελιώθηκαν ανάμεσα σε δύο ψηλούς κωνικούς λόφους, τον Προφήτη Ηλία (805 μ.) και τη Σάρα (660 μ.), πάνω σε χαμηλό ύψωμα από το οποίο ήταν δυνατή η εποπτεία της αργολικής πεδιάδας και ο έλεγχος των οδικών και θαλάσσιων επικοινωνιών. Σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία η παλαιότερη ανθρώπινη δραστηριότητα στο χώρο τεκμηριώνεται από ελάχιστα κατάλοιπα λόγω των μεταγενέστερων οικοδομικών φάσεων και χρονολογείται στην 7η χιλιετία π.Χ., κατά τη νεολιθική εποχή, ενώ από τα ευρήματα των αρχαιολόγων προκύπτει ότι οι ηγεμόνες των Μυκηνών ήταν ισχυροί και συμμετείχαν σ’ ένα πολύπλοκο δίκτυο εμπορικών συναλλαγών με τις χώρες της Μεσογείου. Μολονότι η κατοίκηση στις Μυκήνες συνεχίστηκε αδιάκοπα ως τους ιστορικούς χρόνους, τα περισσότερα μνημεία που μπορεί να δει κανείς σήμερα, όπως τα Κυκλώπεια Τείχη, η Πόλη των Λεόντων και ο Τάφος του Ατρέως, ανήκουν στην εποχή της ακμής τους, την ύστερη εποχή του Χαλκού μεταξύ του 1350 π.Χ. και του 1200 π.Χ.

Οικισμός και τάφοι
Στις αρχές της 2ης χιλιετίας υπήρχε ένας μικρός οικισμός πάνω στο λόφο, καθώς και ένα νεκροταφείο στη ΝΔ πλευρά του, με απλές ταφές σε λάκκους. Γύρω στο 1700 π.Χ. εμφανίσθηκαν ηγεμονικές και αριστοκρατικές οικογένειες, όπως διαπιστώνεται από τη χρήση μνημειωδών τάφων, με πλούσια κτερίσματα, που περικλείονται σε λίθινο περίβολο, που ονομάσθηκε Ταφικός Κύκλος Β. Η εξέλιξη αυτή συνεχίσθηκε στην αρχή της μυκηναϊκής περιόδου, γύρω στο 1600 π.Χ., οπότε οικοδομήθηκε ένα μεγάλο κεντρικό κτήριο στην κορυφή του λόφου, ένας δεύτερος λίθινος περίβολος, ο Ταφικός Κύκλος Α, καθώς και οι πρώτοι θολωτοί τάφοι. Όπως αποδεικνύουν τα ευρήματα, οι ηγεμόνες των Μυκηνών ήταν ισχυροί και συμμετείχαν σε ένα πολύπλοκο δίκτυο εμπορικών συναλλαγών με τις χώρες της Μεσογείου.

Τα ανάκτορα
Η οικοδόμηση των ανακτόρων ή μάλλον η ανοικοδόμηση, καθώς υπήρχαν προγενέστερα κτίσματα των ανακτόρων που βλέπουμε σήμερα, άρχισε γύρω στο 1350 π.Χ., στην Υστεροελλαδική ΙΙΙΑ2 περίοδο. Τότε ξεκίνησε και η οχύρωση της ακρόπολης, έργο που ολοκληρώθηκε σε τρεις φάσεις: Ο πρώτος περίβολος κτίσθηκε με το κυκλώπειο σύστημα επάνω στο βράχο. Εκατό χρόνια αργότερα, στην Υστεροελλαδική ΙΙΙΒ1 περίοδο, η οχύρωση επεκτάθηκε προς τα δυτικά και νότια και κτίσθηκε η Πύλη των Λεόντων, η πασίγνωστη μνημειακή είσοδος με τον προμαχώνα της. Στον τειχισμένο χώρο εντάχθηκαν το θρησκευτικό κέντρο και ο Ταφικός Κύκλος Α, που διαμορφώθηκε σε χώρο προγονολατρείας, με την ανύψωση του αρχικού επιπέδου του. Τότε πιθανότατα οικοδομήθηκε κι ο θολωτός τάφος, γνωστός ως «θησαυρός του Ατρέα», με τα τεράστια υπέρθυρα και την ψηλή κυψελοειδή θόλο. Γύρω στο 1200 π.Χ., στην Υστεροελλαδική ΙΙΙΒ-Γ περίοδο, μετά από εκτεταμένη καταστροφή, πιθανόν από σεισμό, επεκτάθηκαν τα τείχη προς τα ΒΑ του λόφου ώστε να ενταχθεί στον τειχισμένο χώρο και η υπόγεια κρήνη.

Η παρακμή
Από το 12ο αιώνα π.Χ., άρχισε η παρακμή των Μυκηνών. Η καταστροφή του κράτους των Χετταίων που ήταν και οι μοναδικοί φορείς, ήδη από το 17ο αιώνα, της τεχνικής επεξεργασίας του σιδήρου και η απώλεια των αιγυπτιακών αγορών άρχισαν να κλονίζουν τις Μυκήνες. Η καταστροφή αυτή συμπληρώθηκε από τους νέους κατακτητές της Πελοποννήσου, τους Δωριείς, που δεν δυσκολεύτηκαν να υποδουλώσουν τη χώρα. Τα στοιχεία δείχνουν ότι περί το 1100 π.Χ., μετά την κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος και τη διάλυση της «Μυκηναϊκής Κοινής», πολλές φυσικές καταστροφές οδήγησαν στην εγκατάλειψη των Μυκηνών και ο λόφος παρέμεινε ελάχιστα κατοικημένος ως την κλασική περίοδο. Στο διάστημα αυτό αναπτύχθηκαν στην περιοχή τοπικές ηρωικές λατρείες, που οφείλουν κατά πάσα πιθανότητα την ύπαρξή τους στη φήμη της πόλης των Ατρειδών, που τα ομηρικά έπη διέδιδαν σε όλο τον ελληνικό κόσμο, ενώ στην κορυφή του λόφου ιδρύθηκε ένας αρχαϊκός ναός αφιερωμένος στην Ήρα ή στην Αθηνά. Κατά τους Περσικούς πολέμους, λίγοι μόνο πολεμιστές από τις Μυκήνες πήραν μέρος στις μάχες των Θερμοπυλών και των Πλαταιών. Το 468 π.Χ., οι Αργείοι κατέκτησαν την πόλη, κατεδάφισαν τμήματα της οχύρωσής της και μοίρασαν την περιοχή στους φτωχούς πολίτες του Άργους. Οι παλιοί κάτοικοι των Μυκηνών σκορπίστηκαν σε όλη σχεδόν την Ελλάδα φτάνοντας μέχρι τη Μακεδονία. Αργότερα, κατά την ελληνιστική περίοδο, οι Αργίτες ίδρυσαν στο λόφο μία «κώμη», επισκευάζοντας τα προϊστορικά τείχη και τον αρχαϊκό ναό και κτίζοντας ένα μικρό θέατρο πάνω από το δρόμο του θολωτού τάφου της Κλυταιμνήστρας. Βέβαια υπήρχαν ακόμα στην παλιά πόλη μερικοί κάτοικοι, ωστόσο τους επόμενους αιώνες η κωμόπολη παρέμεινε σχεδόν εγκαταλελειμμένη και φαίνεται ότι ήταν ήδη ερειπωμένη, όταν την επισκέφθηκε ο Παυσανίας, τον 2ο αιώνα μ.Χ.

cd4ea-ce9ccf85cebaceaecebdceb5cf82-cea0cf8dcebbceb7ce9bceb5cf8ccebdcf84cf89cebd1-bmp
Οι ανασκαφές
Τα κυκλώπεια τείχη της μυκηναϊκής ακρόπολης παρέμεναν ορατά στο πέρασμα των αιώνων και αποτέλεσαν πόλο έλξης πολλών περιηγητών και αρχαιόφιλων, που δεν δίστασαν να λεηλατήσουν το χώρο κατά το 18ο και 19ο αιώνα, επωφελούμενοι από την αδιαφορία και τη φιλαργυρία των Τούρκων. Το 1837, μετά την απελευθέρωση της χώρας, οι Μυκήνες τέθηκαν υπό την αιγίδα της Αρχαιολογικής Εταιρείας και το 1941 ο αντιπρόσωπός της, Κ. Πιττάκης, καθάρισε την Πύλη των Λεόντων και το 1876 ο Ερρίκος Σλήμαν, ύστερα από μικρές δοκιμαστικές τομές το 1874, ξεκίνησε τη μεγάλη του ανασκαφή, που αποκάλυψε τους πέντε κάθετους λακκοειδείς τάφους του Ταφικού Κύκλου Α και διάφορα αγγεία σπάνιας τέχνης, υπό την επίβλεψη του Π. Σταματάκη, ο οποίος συνέχισε τις εργασίες το διάστημα 1876-1877, αποκαλύπτοντας και τον έκτο τάφο. Το έργο του Σλήμαν συνέχισε επάξια ο Χ. Τσούντας (1884-1902), η συστηματική σκαπάνη του οποίου, σχεδόν επί εικοσαετία, έφερε στο φως το ανάκτορο στην κορυφή της ακρόπολης, καθώς και πλήθος θολωτών τάφων στην ευρύτερη περιοχή. Στη συνέχεια, ανασκαφές στα ανάκτορα και στα νεκροταφεία πραγματοποίησαν οι Δ. Ευαγγελίδης (1909), (1911), Α. Κεραμόπουλος (1917) καιA.J.B. Wace, διευθυντής της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής, που από τα 1920 έως τα 1957, συστηματοποίησε τα έως τότε δεδομένα, εμπλούτισε την έρευνα, τα ευρήματα και τη γνώση του χώρου και του πολιτιστικού του ιδιώματος. Άξιοι συνεχιστές της επιστημονικής έρευνας των προηγουμένων, ο Γουίλιαμ Τέιλορ (Lord William Taylour), η έρευνα του οποίου έφερε στο φως το Θρησκευτικό Κέντρο στην κάτω δυτική πλαγιά του τειχισμένου λόφου, ο Ι. Παπαδημητρίου, που έφερε στο φως τον Ταφικό Κύκλο Β και ο Γ. Μυλωνάς, που, ως διευθυντής ανασκαφών της Αρχαιολογικής Εταιρείας, για 30 περίπου χρόνια διεκπεραίωσε το πιο σημαντικό ανασκαφικό έργο στην ακρόπολη των Μυκηνών, αποκαλύπτοντας εκτεταμένα οικιστικά συγκροτήματα, όπως οι βόρειες αποθήκες, η βορειοδυτική και νοτιοδυτική συνοικία, συμβάλλοντας στην κατανόηση της οργάνωσης και χρήσης του χώρου σ’ ένα μοναδικό ανακτορικό συγκρότημα, όπως αυτό των Μυκηνών. Αναστηλωτικές εργασίες έγιναν το 1950-1955 από τον Α. Ορλάνδο και τον Ε. Στίκα στο θολωτό τάφο, γνωστού ως της Κλυταιμνήστρας, στο ανάκτορο, στο χώρο γύρω από την Πύλη των Λεόντων και στον Ταφικό Κύκλο Β. Επιπλέον, η συμβολή του Σπ. Ιακωβίδη, αλλά και της Φρεντς (E. French), την τελευταία τριακονταετία, κεφαλαιοποιεί τη σχεδόν επί έναν αιώνα συναρπαστική και ατέρμονη ανάγνωση του Μυκηναϊκού πολιτισμού. Από το 1998 βρίσκεται σε εξέλιξη το έργο «Συντήρηση-Στερέωση-Ανάδειξη των Μνημείων της Ακροπόλεως Μυκηνών και του Ευρύτερου Περιβάλλοντος Χώρου», το οποίο ανέλαβε αρχικά η Ομάδα Εργασίας Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου και στη συνέχεια η Επιτροπή Μυκηνών, που δημιουργήθηκε το 1999 από το Υπουργείο Πολιτισμού. Το έργο της συντήρησης, στερέωσης και ανάδειξης της ακρόπολης και των μνημείων του ευρύτερου περιβάλλοντος χώρου των Μυκηνών συνεχίζεται έως και σήμερα, με στοχευμένες επεμβάσεις που αποσκοπούν στη διάσωση του μοναδικού αυτού μνημείου της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.

Ο αρχαιολογικός χώρος
Από τα σωζόμενα σήμερα ερείπια σπουδαιότερα είναι οι δυο ταφικοί βασιλικοί περίβολοι Α και Β, που αποτελούσαν τμήμα του εκτεταμένου προϊστορικού νεκροταφείου στα δυτικά του λόφου του ανακτόρου, από την ανασκαφή των οποίων (λακκοειδείς τάφοι) προέρχεται ο μεγαλύτερος όγκος των εκπληκτικών ευρημάτων (τα περισσότερα είναι χρυσά και χαρακτηρίζονται για τη θαυμάσια τέχνη τους), ο θησαυρός του Ατρέα (θολωτός τάφος), ο θολωτός τάφος της Κλυταιμνήστρας, η Πύλη των Λεόντων, το Βασιλικό ανάκτορο, ο ναός, η Βόρεια Πύλη καθώς και η Υπόγεια δεξαμενή κ.ά. Τα περισσότερα και πιο αξιόλογα ευρήματα των Μυκηνών, που έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη, εκτίθενται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, όπως η χρυσή μάσκα Ταφικού Κύκλου Α, που αποδόθηκε στον Αγαμέμνονα από τον Σλήμαν, η τοιχογραφία με παράσταση γυναικείας μορφής, χρυσό διαδήματα, καθώς και στο νέο, σύγχρονο, Μουσείο Μυκηνών στη βόρεια κλιτύ της Ακρόπολης, προκαλώντας το θαυμασμό σε εκατομμύρια επισκέπτες από όλες τις γωνιές της γης. Λείψανα ενός πολιτισμού λαμπρού και υπερήφανου, που μας άφησε για ανάμνηση ανάκτορα θαυμαστό για την αρχιτεκτονική τους, ταφικά μνημεία και έναν πλούτο αντικειμένων.

Η Πύλη των Λεόντων
Είναι η είσοδος της μυκηναϊκής ακρόπολης, η οποία φέρει το αρχαιότερο δείγμα μνημειακής γλυπτικής στην Ευρώπη, στο τρίγωνο πάνω από το υπέρθυρο. Είναι κατασκευασμένη πάνω σε ισχυρό τείχος του τέλους του 13ου π.Χ. αιώνα, που λόγω του μεγέθους του και της κατασκευής του ονομάζεται κυκλώπειο και περιβάλλει την ακρόπολη. Μέσα στο χώρο της ακρόπολης υπάρχουν δεξιά από την Πύλη, η σιταποθήκη και σ’ έναν κυκλικό περίβολο, 6 βασιλικοί τάφοι που ανάσκαψε ο Σλήμαν, το 1876, ο λεγόμενος Ταφικός Κύκλος Α, απ’ όπου ήρθαν στο φως πλούσια ευρήματα, ανάμεσά τους οι περίφημες χρυσές προσωπίδες, τα πολυποίκιλα ξίφη, τα χρυσά κοσμήματα κ.ά. Αμέσως μετά διακρίνονται τα θεμέλια μυκηναϊκών σπιτιών (κτίριο του Κρατήρα των πολεμιστών, κτίριο Τσουν κ.ά.) και εκείνα του θρησκευτικού κέντρου.

Το Ανακτορικό συγκρότημα
Βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο και είναι χτισμένο σε διάφορα επίπεδα. Σ’ αυτό οδηγεί ανηφορικός δρόμος, και η είσοδός του, το πρόπυλο, βρίσκεται στη ΒΔ πλευρά. Το μέγαρο, με στοά, πρόδομο και δόμο, βρίσκεται στα δυτικά μεγάλης αυλής που ήταν διακοσμημένη με πολύχρωμα θέματα. Σε μερικά σημεία της είναι φανερά τα ίχνη από τη φωτιά που προκάλεσε την καταστροφή της ακρόπολης. Στη βόρεια πλευρά του ανακτόρου διακρίνονται θεμέλια ναού Αρχαϊκών και Ελληνιστικών Χρόνων και οικοδομημάτων (εργαστήριο καλλιτεχνών και τεχνιτών, κτίριο Κιόνων κ.ά.). Στα αξιοθέατα της ακρόπολης περιλαμβάνεται και μια υπόγεια δεξαμενή που κατασκευάστηκε το 13ο π.Χ. αιώνα και στην οποία οδηγεί στενό πέρασμα.

Οι θολωτοί τάφοι-Ηραίο
Στο χώρο έξω από την ακρόπολη υπάρχει μια σειρά από θολωτούς τάφους που ο Παυσανίας ονόμασε «θησαυρούς», με σημαντικότερους τον τάφο των Λεόντων, του Αίγισθου και της Κλυταιμνήστρας. Πρόκειται για μικρά ταφικά κτίρια που διατηρούνται σε καλή κατάσταση, ενώ στα δυτικά τους ανασκάφηκαν οι 14 βασιλικοί λακκοειδείς τάφοι του Ταφικού Κύκλου Β. Στα νότια του Ταφικού Κύκλου Β βρέθηκαν λείψανα από ιδιωτικές κατοικίες 13ου αιώνα π.Χ. (οικία των Ασπίδων, οικία του Λαδέμπορου κ.ά.). Σε απόσταση 50 μέτρων από την ακρόπολη δεσπόζει ο πιο πολυτελής μυκηναϊκός τάφος, ο λεγόμενος θησαυρός του Ατρέα ή τάφος του Αγαμέμνονα.Σύγχρονος της Πύλης των Λεόντων, ο θολωτός αυτός τάφος αποτελείται από δρόμο μήκους 36 μέτρων και από μια μεγάλη θόλο, η οποία πρέπει να έφερε πλούσια εσωτερική διακόσμηση. Διακοσμημένη ήταν και η πρόσοψη του τάφου, από την οποία διακρίνονται τμήματα. Η περιοχή του Ηραίου, αποτέλεσε πανελλήνιο λατρευτικό κέντρο της θεάς Ήρας. Το ιερό, που χτίστηκε στη θέση της μυκηναϊκής Πρόσυμνας, βρισκόταν σε ακμή από τον 5ο αιώνα π.Χ. μέχρι τα Ρωμαϊκά Χρόνια.

olympia.gr

Ο Ναός του Ηφαίστου

Hfaisteio

Ο ναός του Ηφαίστου στον Αγοραίο Κολωνό, γνωστός και ως «Θησείο», αποτελεί το καλύτερα σωζόμενο δείγμα δωρικού ναού στην Ελλάδα και ένα από τα πιο σπουδαία μνημεία του οικοδομικού προγράμματος του Περικλή. Οικοδομήθηκε λίγο μετά τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. (446-442 π.Χ.) και ήταν αφιερωμένος στον Ήφαιστο και την Αθηνά Εργάνη, στο λόφο του Αγοραίου Κολωνού που δεσπόζει στα δυτικά της πλατείας της Αγοράς.
Ο ναός έφερε πλούσιο γλυπτικό διάκοσμο με μετόπες στην ανατολική πλευρά και στις ανατολικές γωνίες της βόρειας και της νότιας πλευράς, ιωνική ζωφόρο πάνω από την περίσταση στον πρόναο και αετώματα που σώζονται σε κακή κατάσταση. Επέζησε των επιδρομών των Ερούλων και των Γότθων και μετατράπηκε σε χριστιανική εκκλησία του Αγίου Γεωργίου τον 7ο αιώνα, χρήση την οποία διατήρησε έως το 1833. Από τότε λειτούργησε ως μουσείο, ενώ μετά το 1950 ερευνήθηκε ανασκαφικά το εσωτερικό του.

ΚΛΑΣΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Ταύτιση του κτιρίου
Ο ναός του Ηφαίστου στο λόφο του Αγοραίου Κολωνού αναφέρεται από τον Παυσανία στην περιήγησή του στην Αγορά της Αθήνας. Η ταύτιση θεωρείται σχετικά ασφαλής, αν και ο Παυσανίας ακολουθεί ένα ιδιαίτερα περίπλοκο σχήμα κατά την πορεία της αφήγησής του, που προβληματίζει ιδιαίτερα τους σύγχρονους μελετητές: συγκεκριμένα, αναφέρεται στο Ηφαιστείο, αφού προηγουμένως έχει περιγράψει τα μνημεία έως και έξω από τα όρια της πλατείας της Αγοράς, σταματώντας στο Ελευσίνιο.
Κατόπιν περιγράφει το ιερό της Ουρανίας Αφροδίτης. Με βάση το δρομολόγιο που περιγράφει ο Παυσανίας ταυτίστηκε ο συγκεκριμένος βωμός με αυτόν του ιερού της Αφροδίτης. Η ταύτιση ενισχύθηκε από το γεγονός ότι ανακαλύφθηκαν ίχνη από τον περίφημο κήπο του Ηφαιστείου, αλλά και από τη γενικότερη συγκέντρωση εργαστηρίων μεταλλοτεχνίας γύρω από το ναό. Ο Αρποκρατίων στο λεξικό του (βλ. λ. «κολωνέτας») αναφέρει ότι το ιερό του Ηφαίστου βρισκόταν, μαζί με το Ευρυσάκειο, στο λόφο του Αγοραίου Κολωνού. Η θέση του Ευρυσάκειου έχει ταυτιστεί με βάση την επιτόπια εύρεση επιγραφών στις παρυφές και πάνω στον εν λόγω λόφο, νότια του ναού.
Στη θέση του ναού βρέθηκαν παλιότερα κατάλοιπα που περιλαμβάνουν μυκηναϊκά, γεωμετρικά και αρχαϊκά ευρήματα, τα οποία όμως δεν πιστοποιούν την προηγούμενη παρουσία κάποιας λατρείας στο συγκεκριμένο χώρο πριν από την ανέγερση του ναού.
Πάντως, κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί και άλλες θεωρίες. Αρχικά πιστευόταν ότι ήταν το Θησείο. Μια εναλλακτική πρόταση θέλει το ναό αφιερωμένο στην Αρτέμιδα Εύκλεια. Η E.B. Harrison, με αφορμή τη μελέτη των λατρευτικών αγαλμάτων, αλλά και του γλυπτού διακόσμου του ναού, διατύπωσε αμφιβολίες αναφορικά με την ταύτισή του με το Ηφαιστείο.

Περιγραφή του κτιρίου

Το Ηφαιστείο είναι το πιο εντυπωσιακό μνημείο της Αγοράς της Αθήνας και προφανώς το πιο πλούσια διακοσμημένο. Πράγματι ως προς τον πλούτο και την ποιότητα του γλυπτού του διακόσμου μόνον ο Παρθενώνας το ξεπερνά.
Ο ναός σώζεται σε εξαιρετική κατάσταση, καθώς επέζησε των σεισμών και των καταστροφών που συνέβησαν στην πλευρά εκείνη της Αγοράς της Αθήνας, αλλά και της πολύ σοβαρότερης απειλής που αποτελούσε η λατόμηση του υλικού του για δεύτερη χρήση. Η αιτία είναι η μετατροπή του σε χριστιανικό ναό.
Τα υλικά δόμησης ποικίλλουν: η κατώτερη βαθμίδα της κρηπίδας είναι στρωμένη με πλάκες από πωρόλιθο, ενώ οι δύο ανώτερες βαθμίδες και η ανωδομή ήταν από πεντελικό μάρμαρο. Ο γλυπτός διάκοσμος αντίθετα, καθώς και ορισμένα τμήματα της οροφής, ήταν από παριανό μάρμαρο.
Η σχεδίαση του κτιρίου προηγείται αυτής του Παρθενώνα: ακολουθείται το συντηρητικό σχέδιο του περίπτερου δίστηλου διπλού σε παράταξη, με 6 κίονες στην πρόσοψη και 13 στη μακρά πλευρά. Πάντως, έχει διατυπωθεί πειστικά η υπόθεση ότι ο αρχιτέκτονας, βλέποντας το έργο του Ικτίνου και του Καλλικράτη στον Παρθενώνα (του οποίου η οικοδόμηση άρχισε το 447 π.Χ.), πρόσθεσε την εσωτερική δίτονη κιονοστοιχία σε σχήμα Π, από την οποία βέβαια διατηρούνται ελάχιστα ίχνη. Και η ιωνική ζωφόρος πάνω από τον πρόναο και τον οπισθόδομο θεωρείται ότι επηρεάζεται από την αντίστοιχη τολμηρή χρήση του ιωνικού αυτού διακριτικού σε δωρικό κτήριο που εγκαινιάζει ο Παρθενώνας.
Ο πρόναος ήταν βαθύτερος από τον οπισθόδομο, λόγω και των ιδιαιτεροτήτων του γλυπτού διακόσμου του. Οι μετόπες είχαν ύψος 0,83 μ.

Η στέγη
Η στέγη του ναού ήταν ξύλινη στο εσωτερικό του σηκού, ενώ αντίθετα η στέγαση του πτερού εξασφαλιζόταν με τη συναρμογή μαρμάρινων δοκών και φατνωματικών πλακών. Η περίτεχνη στέγη αποτελεί ένα από τα περιπλοκότερα δείγματα του είδους, και γι’ αυτό έχει μελετηθεί διεξοδικά. Τα φατνώματα είχαν λαξευτεί σε μεγάλο βαθμό στο κάτω μέρος των πλακών, προκειμένου να μειώνεται το υπερκείμενο βάρος. Η πρακτική αυτή, αν και συνήθης σε αρκετά κτήρια, εκτελείται εδώ με μοναδικό τρόπο: ο ουρανός κάθε φατνώματος είχε λαξευτεί ως ανεξάρτητο κομμάτι και μπορούσε να απομακρυνθεί. Επιπλέον, κάθε ουρανός ταίριαζε ακριβώς με ένα μόνο συγκεκριμένο φάτνωμα.

Η χρονολόγηση της οικοδόμησης
Η πεποίθηση του W.B. Dinsmoor ότι ο ναός αποτελεί το πρώτο από τα τέσσερα μνημεία που αποδίδονται στον ίδιο αρχιτέκτονα και χτίστηκαν σχεδόν διαδοχικά σε σχετικά μικρό διάστημα, στο γ’ τέταρτο του 5ου αιώνα π.Χ., αποτελεί την ευρύτερα αποδεκτή σήμερα άποψη. Συγκεκριμένα, ο λεγόμενος «αρχιτέκτονας του Ηφαιστείου» έχτισε πρώτα το Ηφαιστείο (449-444 π.Χ.) και μετά το ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο (444-436 π.Χ.), το ναό του Άρη, που στην πραγματικότητα είναι ο ναός της Αθηνάς στην Παλλήνη (436-432 π.Χ.), και το ναό της Νέμεσης στη Ραμνούντα.
Είναι σχεδόν βέβαιο ότι στη διάρκεια των εργασιών, ο αρχιτέκτονας προσάρμοζε ορισμένες λεπτομέρειες στο σχεδιασμό, στο σχέδιο του Παρθενώνα, ο οποίος υπήρξε σημείο αναφοράς και πηγή έμπνευσής του. Κάτι τέτοιο φανερώνει μια σχετική βραδύτητα στην ολοκλήρωση του ναού. Πράγματι, θεωρείται ότι η ανωδομή δεν είχε αποπερατωθεί πριν από το 420 π.Χ.
Άλλες απόψεις, μεταξύ των οποίων και η θεωρία του Boersma, που την ασπάζονται και οι Ιταλοί αρχαιολόγοι Cruciani και Fiorini, αποδίδουν την ανέγερση του ναού (ή απλώς τη σύλληψη του σχεδίου του καθώς και του εικονογραφικού διακόσμου) στην περίοδο της παντοδυναμίας του Κίμωνα, γύρω στο 460 π.Χ.

Το λατρευτικό άγαλμα
Ο Παυσανίας αναφέρεται ιδιαίτερα στα χάλκινα λατρευτικά αγάλματα του Ηφαίστου και της Αθηνάς που στεγάζονταν στο εσωτερικό του ναού. Τα αγάλματα ήταν έργα του σπουδαίου Αθηναίου γλύπτη Αλκαμένη και πρέπει να εκτελέστηκαν στο διάστημα μεταξύ 421 και 415 π.Χ., όταν η ειρήνη του Νικία επέτρεψε, έως την περίοδο της Σικελικής εκστρατείας, την ανάκαμψη των οικονομικών της Αθήνας και τη συνέχιση των οικοδομικών έργων. Τίποτε δε σώζεται από αυτά, αν και υπάρχουν αρκετές θεωρίες αποκατάστασής τους.
Το ενδιαφέρον του περιηγητή επικεντρώνεται στα γαλάζια μάτια της Αθηνάς, τα οποία συνδέει με τη λιβυκή παράδοση ότι η θεά ήταν κόρη του Ποσειδώνα. Ο Βαλέριος Μάξιμος αναφέρεται στο θαυμαστό τρόπο με τον οποίο ο Αλκαμένης απέκρυψε το ιδιαίτερο ανατομικό χαρακτηριστικό του θεού, τη χωλότητά του, κάτω από το ένδυμά του, χωρίς όμως να την εξαφανίσει πλήρως.

Ο γλυπτός διάκοσμος
Το Ηφαιστείο κοσμείται με ένα ιδιαίτερα περίτεχνο και πλούσιο σε συμβολισμούς γλυπτό διάκοσμο. Ο διάκοσμος αυτός, όπως απέδειξε αρκετά πειστικά ο Morgan, ανήκει στο διάστημα μετά το 421 π.Χ. Η διατήρηση των περισσότερων μετοπών είναι σήμερα κακή, επειδή η μετατροπή του ναού σε χριστιανική εκκλησία οδήγησε τους χριστιανούς στη συστηματική καταστροφή των κεφαλιών των περισσότερων μορφών. Επέζησαν μόνο μορφές που συμβόλιζαν τις δυνάμεις του κακού και συντρίβονταν (π.χ. ο Μινώταυρος), καθώς ταυτίστηκαν με το Σατανά και την τιμωρία του.
Οι μετόπες της ανατολικής πλευράς, σήμερα πολύ φθαρμένες, καθώς οι πιο πολλές κεφαλές έχουν πελεκηθεί από χριστιανούς, παρουσίαζαν τους άθλους του Ηρακλή. Η πλευρά αυτή του ναού ήταν ορατή και ιδιαίτερα προβεβλημένη στα μάτια των θεατών που βρίσκονταν στην πλατεία της Αγοράς. Οι 10 μετόπες της πλευράς αυτής παρουσίαζαν: την πάλη του ήρωα με το λιοντάρι της Νεμέας, τη θανάτωση της Λερναίας Ύδρας, τη σύλληψη του Ελαφιού της Άρτεμης, τη σύλληψη του Ερυμάνθιου Κάπρου, την απόκτηση των αλόγων του Διομήδη, τη μεταφορά του Κέρβερου στον Άνω Κόσμο από τον Άδη, την πάλη του Ηρακλή με τη βασίλισσα των Αμαζόνων, το επεισόδιο της θανάτωσης του Γηρυόνη και της αρπαγής των βοδιών του (σε δύο μετόπες), καθώς και την απόκτηση των μήλων των Εσπερίδων.
Οι άθλοι του Θησέα παρουσιάζονται στις μετόπες της βόρειας και της νότιας μακράς πλευράς, που περιβάλλουν την ανατολική πρόσοψη έως τον τρίτο κίονα. Συγκεκριμένα, στη βόρεια πλευρά εμφανίζονται τέσσερις άθλοι: η μάχη με το Χοίρο του Κρομμύωνος, η εξόντωση του Σκίρωνα, του Κερκύονα και του Προκρούστη. Στη νότια πλευρά εμφανίζονται οι άθλοι της εξόντωσης του Περιφήτη, του Σίνη του Πιτυοκάμπτη, της σύλληψης του Ταύρου του Μαραθώνα και της θανάτωσης του Μινώταυρου, που αποτελεί το λαμπρότερο και περισσότερο αναγνωρίσιμο άθλο του Αθηναίου ήρωα.
Η παρουσία του Θησέα έδωσε αφορμή για τη λανθασμένη ταύτισή του με το Θησείο και συνεπώς με τη διαιώνιση του λάθους, καθώς το όνομα αυτό πήρε ολόκληρη η συνοικία που περιβάλλει το μνημείο. Ιωνική συνεχής ζωφόρος κοσμούσε το επιστύλιο πάνω από τους κίονες και τις παραστάδες του πρόναου, στο εσωτερικό του πτερού. Το θέμα της ζωφόρου ήταν η μάχη του Θησέα με τους Παλλάδες, που επίσης διεκδικούσαν το θρόνο του Αιγέα, του πατέρα του Θησέα και βασιλιά της Αθήνας. Ανά τρεις εμφανίζονται έξι θεότητες που συμμετέχουν ή παρίστανται στη μάχη: η Αθηνά, η Ήρα και ο Δίας στην αριστερή πλευρά, ο Ήφαιστος, η Ιπποδάμεια και ο Ποσειδώνας στη δεξιά πλευρά. Ο ήρωας εμφανίζεται στο κέντρο να μάχεται τους αντιπάλους του, οι οποίοι του πετούν βράχους. Συμπληρωνόταν με αυτό τον τρόπο ένα ορθογώνιο διακοσμημένο με γλυπτά, οριζόμενο από την ανατολική πλευρά, τις βορειοανατολικές και νοτιοανατολικές γωνίες και τον πρόναο. Τέλος, ιωνική ζωφόρος υπήρχε και πάνω από τον οπισθόδομο. Εδώ παρουσιαζόταν, σε συνεχή αφηγηματική διάταξη, η περίφημη διαμάχη του Θησέα και του Πειρίθου με τους Κενταύρους του Πηλίου, η περίφημη θεσσαλική Κενταυρομαχία. Στο κέντρο της ζωφόρου δέσποζε η δημοφιλής σύνθεση με τους δύο Κενταύρους που καταχώνουν τον ανίκητο από όπλα Καινέα στη γη, παρά την προσπάθεια του Θησέα να σπεύσει σε βοήθεια του Θεσσαλού ήρωα.
Τα αετώματα σώζονται σε πολύ αποσπασματικό βαθμό. Η παρουσία τους υποδηλώνεται από την ύπαρξη οπών στο έδαφος των αετωμάτων για την ένθεση και τη στερέωση γλυπτών. Κάποια θραύσματα γλυπτών, που ανακαλύφτηκαν στον περιβάλλοντα χώρο και φυλάσσονται σήμερα στο Μουσείο της Αγοράς στη Στοά του Αττάλου, πιστεύεται ότι ενδεχομένως αποτελούν τμήματα των αετωμάτων. Είναι από παριανό μάρμαρο, όπως και οι μετόπες και οι ιωνικές ζωφόροι: το καλύτερα σωζόμενο θραύσμα απεικονίζει μια γυναίκα που κουβαλά μια άλλη γυναίκα στην πλάτη της, ένα παιχνίδι που ήταν γνωστό ως εφεδρισμός. Άλλα γλυπτά, όπως ο κορμός μιας γυναικείας μορφής ντυμένης μ’ έναν εξαιρετικά διάφανο χιτώνα, πιστεύεται ότι ίσως να αποτελούσαν τα ακρωτήρια του ναού.

Τελετουργίες
Στο ναό λατρεύονταν ο Ήφαιστος, ως προστάτης της μεταλλουργίας, και η Αθηνά Εργάνη, η προστάτιδα όλων των χειροτεχνών της πόλης. Η κυριότερη γιορτή του Ήφαιστου ήταν τα Ηφαίστεια, των οποίων η ημερομηνία τέλεσης στο αθηναϊκό ημερολόγιο είναι άγνωστη. Σύμφωνα όμως με την E. Simon, η εορτή πρέπει να τελούνταν κατά τον τελευταίο μήνα της άνοιξης, το Μουνυχίωνα. Κύρια πηγή γνώσης για την εορτή αποτελεί μια αποσπασματική επιγραφή του 422 π.Χ., που αφορά την αναδιοργάνωσή της.
Οι σημαντικότερες εκδηλώσεις που σχετίζονται με την εορτή αυτή είναι οι διθυραμβικοί χοροί προς τιμήν του θεού, η λαμπαδηδρομία και η πομπή προς το ιερό, που κορυφωνόταν με τη θυσία μεγάλου αριθμού κατσικιών. Η θέση της συγκεκριμένης αγωνιστικής τελετής στην εορτή δικαιολογείται από το ρόλο του Ηφαίστου ως θεότητας της φωτιάς. Η λαμπαδηδρομία είναι συχνό θέμα των αττικών αγγειογραφιών, αλλά επειδή η συγκεκριμένη τελετή συνδέεται και με άλλες γιορτές (Παναθήναια και γιορτές προς τιμήν του Προμηθέα, του Πάνα και της θρακικής θεάς Βένδιδος) δεν είναι πάντοτε εφικτό να συμπεράνουμε αν παρουσιάζεται η συγκεκριμένη λαμπαδηδρομία του Ήφαιστου.

ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Ο κήπος
Ο κήπος που περιέβαλλε το Ηφαιστείο αποτελούσε από μόνος του σημαντικό αξιοθέατο, όπως φαίνεται και από την αφήγηση του Παυσανία, στην οποία δίνεται ιδιαίτερη έμφαση σε αυτόν. Ο κήπος, με βάση τα ανασκαφικά δεδομένα που προέκυψαν από την εκτεταμένη έρευνα της D. Thompson, δημιουργήθηκε κατά τον 3ο αιώνα π.Χ. Εκεί ανασκάφηκαν, σε κανονικά διαστήματα, μεγάλες πήλινες γλάστρες όπου ήταν φυτεμένα θάμνοι και δενδρύλλια σε δύο σειρές κατά μήκος της νότιας και της βόρειας πλευράς και σε τρεις κατά μήκος της δυτικής πλευράς του ναού. Στη θέση τους έχουν σήμερα φυτευτεί ροδιές στα πλησιέστερα στο ναό σημεία και μυρτιές στα πιο απομακρυσμένα, ενώ οι γλάστρες φυλάσσονται στο Μουσείο της Αγοράς, στη Στοά του Αττάλου.

ΡΩΜΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Ύστερη ιστορία του κτιρίου
Ενδιαφέρουσα είναι η ύστερη ιστορία του κτιρίου. Αποτελεί ένα από τα λιγοστά μνημεία που δεν υπέστησαν καταστροφές, ούτε στη διάρκεια της επιδρομής των Ερούλων το 267 μ.Χ. ούτε και κατά την επιδρομή των Γότθων, στα τέλη του 4ου αιώνα. Μετατράπηκε σε ναό του Αγίου Γεωργίου τον 7ο αιώνα, γεγονός που εξηγεί τόσο τη συστηματική καταστροφή των μετοπών όσο και την άριστη διατήρηση του σημαντικότερου τμήματος της ανωδομής του, πλην της στέγης. Ο ναός άλλαξε προσανατολισμό: η κύρια είσοδος ήταν στον οπισθόδομο, ενώ ο πρόναος μετατράπηκε σε αψίδα. Δύο είσοδοι ανοίχτηκαν στις άκρες των μακρών πλευρών, ενώ ένας τρούλος χτίστηκε πάνω από το σηκό. Η σημερινή λίθινη στέγη που καλύπτει τον κυρίως ναό πρέπει να τοποθετήθηκε τη Μεσαιωνική περίοδο, αντικαθιστώντας την ξύλινη στέγη του αρχικού σχεδίου.
Κατά την Ύστερη Βυζαντινή και την Οθωμανική περίοδο στον περιβάλλοντα χώρο έγιναν αρκετές ταφές. Στο εσωτερικό του ναού ενταφιάστηκαν και όσοι διακεκριμένοι προτεστάντες επισκέπτες πέθαναν στην πόλη, ιδιαίτερα εκείνοι οι οποίοι συμμετείχαν στον απελευθερωτικό αγώνα του 1821-1828. Το 1834 τελέστηκε στο ναό δοξολογία για να τιμηθεί ο ερχομός του Όθωνα και η ανακήρυξη της πόλης σε πρωτεύουσα του βασιλείου της Ελλάδος. Μετά το 1833 ο ναός μετατράπηκε σε μουσείο, όπου φυλάσσονταν τα ευρήματα από την πόλη των Αθηνών, έως το 1937, όταν οι αρχαιότητες απομακρύνθηκαν και διεξήχθησαν ανασκαφικές έρευνες γύρω και εντός του ναού.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αρχαία Αγορά της Αθήνας – Άρειος Πάγος. Σύντομο Ιστορικό και Περιήγηση, Έκδοση της Ένωσης Φίλων Ακροπόλεως (Αθήνα 2004).
BOERSMA, J.S., Athenian Building Policy from 561/560 to 405/404 B.C. (Scripta Archaeologica Groningana 4, Groningen 1970).
CAMP, J.Μ ΙΙ, The Athenian Agora: A Guide to the Excavation and Museum (Αθήνα 1990).
CAMP, J.Μ ΙΙ, The Athenian Agora, A Short Guide to the Excavations, Excavations of the Athenian Agora, Picture Book no 16, American School of Classical Studies (Princeton 2003).
CAMP, J.Μ ΙΙ, Η Αρχαία Αγορά της Αθήνας. Οι ανασκαφές στην καρδιά της κλασικής πόλης (Αθήνα 2004).
CRUCIANI, M. – FIORINI, C., I modelli del moderato. La Stoa Poikile e l’ Hephaisteion di Atene nel programma edilizio cimoniano (Napoli 1998).
DELIVORRIAS, A., Attische Giebelskulpturen und Akrotere (Tübingen 1974).
DINSMOOR, W.B., Observations on the Hephaisteion (Hesperia Suppl. 5, Princeton 1941).
DINSMOOR, W.B., «The Roof of the Hephaisteion», American Journal of Archaeology 80 (1976).
DÖRIG, H., La frise est de l’Héphaisteion (Genève 1985).
GRUBEN, G., Ιερά και Ναοί της Αρχαίας Ελλάδας (Αθήνα 2000).
HARRISON, E.B., «Alkamenes’ Sculptures for the Hephaisteion: Part I, Iconography and Style. Part II, The Base. Part III, The Cult Statues», American Journal of Archaeology (1977).
KOCH, H., Studien zu Theseustempel in Athen (Berlin 1955).
LAWRENCE, A.W., Greek Architecture, αναθεώρηση από R.A. Τomlinson (New Haven – London 1996).
MORGAN, Ch.H., «The Sculptures of the Hephaisteion, Ι. ΙΙ. The Friezes», Hesperia (1962).
MORGAN, Ch.H., «The Sculptures of the Hephaisteion, ΙΙΙ. The Pediments, Akroteria and Cult Images», Hesperia (1963).
THOMPSON, D.B., «The Garden of Hephaistos», Ηesperia, 1937.
THOMPSON, H.A., «The Pedimental Sculpture of the Hephaisteion», Hesperia (1949).
THOMPSON, H.A. – WYCHERLEY, R., The Agora of Athens. The American Excavations in the Athenian Agora, vol. XIV, American School of Classical Studies at Athens (Princeton 1972).
TRAVLOS, J., Pictorial Dictionary of Ancient Athens (Princeton 1971).
WYATT, W.F.Jr. – EDMONSON, C.N., «The Ceilings of the Hephaisteion», AJA 88 (1984).
WYCHERLEY, R., The Agora of Athens. Literary and Epigraphic Testimonia, The American Excavations in the Athenian Agora, vol. III, American School of Classical Studies at Athens (Princeton 1957).
WYCHERLEY, R., The Stones of Athens (Princeton 1978).

http://ift.tt/1aR22pg
olympia.gr

Πώς θα εξαφανίσουν τους παραγωγούς και τις βιομηχανίες μας


cf83ceaccf81cf89cf83ceb700871
Ολη η αληθεια που σας κρύβουν. Γιατί τα ελληνικά προιόντα ειναι απ’ τα ακριβοτερα στην Ευρωπη; Γιατι τα ΜΜΕ συγκρινουν τις τιμες στην Ελλαδα με τις τιμες στην Ευρωπη ριχνοντας την ευθυνη στους παραγωγους μας και στις ελληνικες βιομηχανιες για τις υψηλες τιμες και δεν αναφερονται στην φορολογία, στα διόδια και στην τιμη της βενζίνης που ειναι επισης τα υψηλότερα στην Ευρωπη ;
Γεωργοί, κτηνοτρόφοι, πτηνοτρόφοι και ψαράδες απο 5% φορο που πληρωναν, πλεον πληρωνουν 13% φορο (τον μεγαλυτερο στην Ευρωπη).

Οι κτηνοτροφοι δινουν το γαλα στις Βιομηχανιες Γαλακτος 0.44 ευρω.
Το φρεσκο γαλα συσκευάζεται στις Βιομηχανιες και επειτα οι νταλικες το μεταφερουν στα μαγαζια και σουπερμαρκετ της χωρας. Μία νταλικα για μία μεταφορα που θα κανει π.χ. απο Μακεδονία στην Αθηνα, θα πληρωσει περιπου 15 ευρω σε καθε διόδιο (330 ευρω περιπου συνολο για αυτην την αποσταση με επιστροφη).
Σύν αλλα τοσα ευρω για την βενζινη που θα καψει (με επιστροφη) με την εξωφρενικη τιμη 1,70 ευρω το λιτρο και το καλοκαιρι η τιμη της φτανει το 1,90 ευρω το λιτρο (η μεγαλυτερη τιμη βενζινης στην Ευρωπη).
Και τελικα το γαλα καταληγει στα ράφια των σουπερμαρκετ και μαγαζιων περιου 1.25 ευρω, αφου εχει φορολογηθει απο το κρατος με 13% (προσωρινά) απο 23% που ηταν μεχρι περσυ. Την στιγμη που ο φόρος στο Ην.Βασίλειο ειναι 0%, Λουξεμβουργο 3%, Ιταλία 4%, Ισπανία 4%, Ιρλανδία 4,8%, Κυπρος 5%, Πολωνια 5%, Γαλλία 5,5%, Πορτογαλία 6%, Ολλανδία 6%, Βελγιο 6%, Γερμανία 7%, Αυστρία 10% και Σουηδία 12%.
Παραλληλα με την καταστροφή του γάλακτος αποτελειώνουν και τα ελληνικα τυρια, βούτυρο, γιαούρτια, κρέατα, δερματα κ.τ.λ.
Θα εισαγουμε ξενα προιόντα και με τον καιρο θα εξαφανιστουν ολα τα ελληνικα που εχουν απομεινει. Ο ανταγωνισμος των ξενων μη-ποιοτικών προιόντων θα αναγκασει τις βιομηχανιες να αγοραζουν απ τον κτηνοτροφο σε λιγοτερη τιμη το γαλα και ο κτηνοτροφος δεν θα μπορεσει να ανταπεξέλθει στους φορους που πληρωνει στο κρατος και τις ακριβες ζωοτροφές που αγοραζει και και θα τα παρατησει. Ετσι με την σειρα τους θα κλεισουν και οι Βιομηχανιες ή θα φυγουν σε αλλες χωρες.
Αυτη ολη η ιστορία, λοιπόν, γινεται με οτι ελληνικο παραγουμε σε αυτην την χωρα. Απο φρουτα, συτιρά, λαχανικα, οσπρια, γαλακτοκομικα, κρεατα, ζαχαρη, ζωοτροφες, λιπασματα, βαμβάκι μεχρι υφάσματα, εργαλεια, μηχανηματα, φαρμακα (πολυ σοβαρο επισης και το θέμα των γενοσήμων φαρμακων μη-ποιοτικών που θα εισαγονται) κ.τ.λ. που τα πιο πολλα εχουν ηδη εξαφανιστεί…
Οι Ολλανδοί, οι Γερμανοί, οι Βέλγοι, οι Δανοί κ.α. ετοιμαζονται να κατακλεισουν την Ελλαδα με τα οικονομικότερα (για αρχη) και σαφως μη-ποιοτικα προιοντα τους, γεματα συντηρητικά.
Στο θεμα τωρα των σούπερμαρκετ αξιζει να αναφερουμε οτι η γερμανικη αλυσιδα σουπερμάρκετ LIDL συμφωνησε πριν ένα μηνα με την κυβερνηση να διπλασιάσει τα σουπερμάρκετ της και να κατακλείσει ολες τις πολεις της χωρας μας. Και το μελλον επισης των ελληνικων σούπερμαρκετ ειναι σκοτεινό.
Τα πραγματα λοιπον ειναι πολυ πιο σοβαρα απ’ οτι νομιζουν καποιοι.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ
olympia.gr