Πλάκα. Ιστορικό Β’

 

Γράφει ο Πάνος Ν. Αβραμόπουλος

Μενδρεσές

Αποτέλεσε ένα πρώιμο θα λέγαμε πανεπιστήμιο των Τούρκων στα χρόνια της οθωμανικής δουλείας. Ευρίσκετο στην συμβολή των οδών Αιόλου και Πελοπίδα και συνεστήθη το 1721 απο τον Μεχμέτ Φαχρή. Στο Μενδρεσέ διδάσκονταν φιλολογία, θεολογία και φιλοσοφία τουρκική, αραβική και περσική. Είχε χαρακτήρα εκείνη την περίοδο σπουδαστηρίου και σ΄αυτό έμπαιναν οικότροφοι φοιτητές που αποκαλούνταν «Σοφτάδες». Την δαπάνη την φοίτησης ανελάμβανε το τουρκικό κράτος και με την αποπεράτωση των σπουδών τους οι Σοφτάδες, ένεκα της υψηλής τους μόρφωσης ανελάμβαναν  υψηλά αξιώματα στο τουρκικό δημόσιο. Με αυτές τις δυνατότητες λοιπόν ικανοποιούσε τις σπουδαστικές ανάγκες των Μουσουλμάνων που ήταν στην Αθήνα και εξ αυτού του λόγου η ζήτηση για φοίτηση σ΄αυτόν ήταν μεγάλη. Ως πρός την αρχιτεκτονική το δομή ο Μενδρεσές ήταν ένα τετράγωνο κτίριο και αποτελούνταν απο τον χώρο των μαθημάτων-σπουδαστήριο, τα δωμάτια παραμονής των φοιτητών των αύλειο χώρο και τους κοινόχρηστούς χώρους. Όμως στον χώρο συγκεντρώνονταν και οι οθωμανικές τοπικές αρχές για να συζητήσουν τα προβήματα που αφορούσαν την Αθήνα.Και σε μια απο αυτές τις συνάξεις τους τον Απρίλιο του 1821 και ενώ είχε εκσπάσει η επανάσταση στην Πελοπόννησο, οι Τούρκοι προύχοντες συμφώνησαν να δολοφονήσουν όλους τους έλληνες χριστιανούς. Η τραγική αυτή εξέλιξη για τους έλληνες, απετράπη χάρις στην σωστική παρέμβαση του Χαλίλ Εφέντη. Αφότου έλαβε χώρα η ελληνική επανάσταση ο Μενδρεσές σταμάτησε να λειτουργεί και ερημώθηκε. Στα απελευθερωτικά χρόνια της οθωνικής περιόδου το κτίριο ανακατασκευάστηκε σε μελέετη του Χρ. Χάνσεν και έγινε φυλακή, ενώ λίγο αργότερα το 1850 απέκτησε και δεύτερο όροφο. Ως φυλακή ο Μενδρεσές υποδέχτηκε  θρυλικούς ληστές της εποχής, ποινικούς υπόδικους, αλλά και πολιτικούς κρατουμένους, που αντετάσσοντο σθεναρά στην βασιλεία του Όθωνα. Με το που έκσπασε το κίνημα της 3-ης Σεπτεμβρίου υπο τον συνταγματάρχη Καλλέργη  το 1843, απελευθερώθηκαν οι φυλακισμένοι. Ο πιο επώνυμος απο τους πολιτικά αντιφρούνούντες φυλακισμένους, ήταν ο στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης, που απο το 1852 είχε καταδικαστεί για συνωμοσία εναντίον του Όθωνα. Αλλά στα 1861 στον Μενδρεσέ φυλακίστηκε ο αισθαντικός μας ποιητής Αχιλλέας Παράσχος (1838-1895). Χαρακτήρα φυλακής θα έχει ο Μενδρεσές μέχρι και τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Γεωργίου του Α΄. Όμως ο θρύλος σαν φυλακή Μενδρεσέ που εθεωρείτο σύμβολο θανάτου για όσους καταδικάζονταν, συνδέθηκε και με μια παροιμώδη φτάση της λαϊκής μας θυμοσοφίας, που χρησιμοποιήθηκε ευρέως στς μέρες μας. Στην αυλή της φυλακής λοιπόν υπήρχε ένας πλάτανος, τον οποίον θρυλείται ότι είχε φυτέψει ο περίφημος ληστής Μπιμπίσης – μαζί με τον Καραθανάση και τον Γιαγκούλα κ.α. θεωρούνταν φόβος και τρόμος της εποχής  στην ληστεία – στον οποίο  πλάτανο γίνονταν ο απαγονισμός των καταδικασθέντων. Το αλγεινό αυτό γεγονός κατέστησε τον πλάτανο απεχθές σύμβολο θανάτου.Και έτσι όσοι κρατούμενοι είχαν την θεία τύχη να αποφυλαλιστούν, έλεγαν χαρακτηριστικά «Χαιρέτα μου τον πλάτανο». Όμως και του ιδίου του πλατάνου η μοίρα υπήρξε τραγική !!! Κατεστράφη απο έναν κεραυνό. Ενώ και του Μενδρεσέ το μέλλον προδιαγράφεται ζοφερό. Ήδη απο τις πρώτες μεταπελευθερωτικές δεκεατίες ακούγονταν γνώμες κατεδάφισης του κτιρίου, προκειμένου να γίνουν αρχαιολογικές ανασκαφές. Ενώ υπήρχαν και σοβαρές απόψεις της εποχής, ότι κάτω απο τα κελιά του Μενδρεσέ οι Τούρκοι είχαν κρύψει χρυσάφι, που βεβαίως κινητροδοτούσαν τις προθέσεις κατεδάφισης. Τελικά το 1914 ο ιστορικός Μενδρεσές κατεδαφίστηκε.

Ταξιάρχες – Παναγία Γρηγορούσα

Συνιστά ναό του 19-ου αιώνα, 1872 και ευρίσκεται επι των οδών Ταξιάρχου και Δεξίππου. Ως πρός την δομή του είναι εγγεγραμμένος με τρούλο και αποτελεί ουσιαστικά προέκταση προϋφιστάμενου ναού του 12 αιώνα των Ταξιαρχών του Σταροπάζαρου, επιφέροντας καθολική αλλαγή στην δομή του. Στο εσωτερικό του ναού υφίστανται τοιχογραφίες  του Δημητρίου Πελεκάση (1881-1973). Με την έλευση όμως των ξεριζωμένων μικρασιατών προσφύγων το ΄22, μεταφέρθηκε  απο αυτούς στο ναό η Παναγία η Γρηγορούσα και έτσι αφιερώθηκε η εκκλησία στην Παναγία.

Φετιχιέ Τζαμί

Ευρίσκεται επι των οδών Πανός και Πελοπίδα και φέρει και τα ονόματα «Τζαμί του Πορθητή» ή «Τζαμί του Σταροπάζαρου». Ανηγέρθη στην Αθήνα το 1458 προκειμένου να αποδοθούν τιμές στην άφιξη του Μωάμεθ του Πορθητή στην πόλη. Και για το σκοπό αυτό τότε έγινε στο τζαμί μεγαλοπρεπής εορτή. Το Φετιχιέ Τζαμί αποτέλεσε το πρώτο μουσουλμανικό τέμενος που οικοδομήθηκε στην Αθήνα, αφότου κατελήφθη η πόλη απο τους Τούρκους, αλλά και το μεγαλύτερο συνάμα σε έκταση. Κατά τον σπουδαίο μας Αθηναιογράφο Δημήτριο Καμπούρογλου, το Φετιχιέ Τζαμί ήταν εκκλησία που μετασκευάστηκε σε Τζαμί. Στα χρόνια (1687-1688) το τζαμί μετετράπη σε εκκλησία καθολική του Αγίου Διονυσίου. Και σ΄αυτήν μάλιστα θριαμβευτικά εορτάστηκε η κατάληψη της πόλης απο τον Μοροζίνι το 1687. Στα 1824 και αφότου είχε απελευθερωθεί η Αθήνα το τζαμί αποτέλεσε αλληλοδιδακτικό σχολείο της φιλομούσου εταιρείας. Ο μοναρές του τζαμιού κατεστράφη περίπου στα χρόνια της επανάστασης. Αφότου απελευθερώθηκε η Ελλάδα απο τους Τούρκους, το τζαμί πέρασε στην διαχείριση του στρατού και χρησιμοποιήθηκε ως στρατώνας, στρατιωτική φυλακή, στρατιωτικός φούρνος, αποθήκη σίτου, αλλά και ως χώρος φύλαξης αρχαιοτήτων. Τώρα το Φετιχιέ τζαμί υπάγεται στην αρχαιολογική υπηρεσία.

Ρωμαϊκή αγορά

Οριοθετείται χωροταξικά απο τις οδούς Μάρκου Αυρηλίου, Πελοπίδα, Πανός, Πολυγνώτου, Επαμεινώνδα και Διοσκούρων. Η Ρωμαϊκή Αγορά οικοδομήθηκε απο τους Ιούλιο Καίσαρα, Οκταβιανό Αύγουστο τον 1-ο αιώνα π.Χ. και ολοκληρώθηκε το 10 π.Χ. Στους κλασικούς χρόνους η αγορά είχε δεχθεί την επίθεση του Σύλλα και εν συνεχεία ακολούθησε η οικοδόμηση του Ωδείου του Αγρίππα, που κατέλαβε σημαντική έκταση και επομένως μείωσε ζωτικά τον προσφερόμενο χώρο για καταστήματα. Εκ των πραγμάτων δημιουργήθηκε μια δεύτερη αγορά αποκαλούμενη ρωμαϊκή αγορά. Κοινό σημείο των δυο αγορών είναι ο πλακόστρωτος δρόμος. Ως πρός την δομή της η ρωμαϊκή αγορά, συνίστατο σε έναν μεγάλο ορθογώνιο χώρο με αίθριο περιμετρικά του οποίου υπήρχαν στοές με καταστήματα. Το οικοδόμημα διέθετε δυο εισόδους μια στην ανατολική και μια στην δυτική με μικρά προπύλαια.  Τύχη αγαθή διασώεται το δυτικό προπύλαιο με τέσσερις δωρικούς κίονες. Επι τω οποίων εδράζεται θρίγκος με αέτωμα. Στο επιστύλιο υφίσταται επιγραφή φέρουσα τα ονόματα των δωρητών Ιουλίου Καίσαρα και Οκταβιανου Αυγούστου. Υπήρχαν ακόμα τρείς είσοδοι εκ των οποίων η μεσαία ήταν για την διέλευση των αρμάτων. Και φέρει το όνομα πύλη της Αρχηγέτιδος Αθηνάς, ή Παζαρόπορτα στους μεσαιωνικούς χρόνους, δοθέντος ότι στον χώρο αυτό κάθε χρόνο ελάμβανε χώρα το παζάρι λαδιού, σιταριού, κ.λ.π. Στην ανατολική πλευρά της Ρωμαϊκής Αγοράς, υπάρχει κτίριο του 1-ου π.Χ. αιώνα που πιθανώς να ήταν το Αγορανομείο. Ακόμα επι της ιδίας φαίνοντα τα ερείπια των Βεσπασιανών, δηλαδή των δημοσίων αποχωρητηρίων του 2-ου μ.Χ. αιώνα. Προφανώς φέρουν το όνομα τυου αυτοκράτορος Βεσπασιανού, μιας και αυτός πρώτος κατασκεύασε δημόσια αποχωρητήρια.

Την περίοδο της οθωμανικής δουλείας η Ρωμαϊκή αγορά αποτελούσε το επίκεντρο της κοινωνικής ζωής, δοθέντος ότι πλησίον της ευρίσκονταν σημαντικά δημόσια κτίρια, αλλά και οικίες παράλληλα. Στο οικοδομικό όριο της δεξιάς πλευράς της πύλης της Αρχηγέτιδας Αθηνάς, ευρίσκονταν γκρεμισμένη η μεσαιωνική εκκλησία της Αγ. Σωτείρας της Παζαρόπορτας. Στον ίδιο χώρο ήταν και η εκκλησία των Ταξιαρχών του Σταροπάζαρου, κτίσμα του 12-ου αιώνα, αλλά και μια ακόμα εκκλησία βυζαντινή της ιδίας περιόδου 11-ος-12-ος αιώνας του Προφήτη Ηλία του Σταροπάζαρου, γκρεμισμένη απο τα μέσα του 19-ου αιώνα. Στα μεταπελευθερωτικά απο τους Τούρκους χρόνια και οι δυο εκκλησίες χρησιμοποιήθηκαν ως νοσοκομεία. Επι της εισόδου του Σταροπάζαρου υφίστατο μια απο τις δημόσιες βρύσες της Αθήνας αποκαλούμενη βρύση του Σταροπάζαρου ή του Αγά. Αφότου έλαβε χώρα η μικρασιατική τραγωδία, οι δυστυχείς πρόσφυγες που συνέρρεαν κατά κύμματα στην Αθήνα, πλησίον της ρωμαϊκής αγοράς είχαν στήσει πρόχειρα καταλύμματα, τα οποία γκρεμίστηκαν το 1931 στο πλαίσιο των ανασκαφών. Ακόμα στον ευρύτερο χώρο της ρωμαϊκής αγοράς, βρισκόταν το λουτρό του σταροπάζαρου η Ουλά Μπέη. Στα χρόνια του Όθωνα το λουτρό χρησιμοποιήθηκε ως ααποθηκευτικός χώρος της δημόσιας βιβλιοθήκης. Αφότου ξεκίνησαν οι ανασκαφές γκρεμίσθηκε και το λουτρό.

Οδός Διοσκούρων

Επι της οδού Διοσκούρων και στο νούμερο 17, υφίσταται οικία της οθωνικής περιόδου, οικοδομηθείσα την δεκαετία του 1830, η οποία εκτιμάται ότι αποτέλεσε τα γραφεία του βασιλιά Όθωνα. Ακόμα υφίστανται και δυο μικροί ναΐσκοι. Ο ναός της Αγίας Άννας της μεταβυζαντινής περιόδου επανοικοδομημένος και ο ναός της Αγίας Παρασκευής, επι της Διοσκούρων 6 στον αύλειο χώρο ενός σπιτιού. Η Αγία Παρασκευή ανήκει στους Παλαιοημερολογίτες. Στον χώρο της Αγίας Παρασκευής μεταφέθηκαν εικόνες και εκκλησιαστικά σκεύη, απο τον γκρεμισμένο επίσης παλαιοημερολογίτικο ναό του Αγίου Αθανασίου στη Βλασσαρού.

Ίδρυμα Μελίνα Μερκούρη

Επί της οδού Πολυγνώτου 9-11 υφίσταται νεοκλασικό κτίριο το οποίο φιλοξενεί το ίδρυμα Μελίνας Μερκούρη.

Σπίτι Στρατηγού Κωλέττη

Ευρίσκεται επι της οδού Πολυγνώτου 13. Συνιστά διώροφο επιβλητικό αρχοντικό που χρονολογείται στα μέσα του 19-ου αιώνα. Ιδιαίτερο στοιχείο της αρχιτεκτονικής αισθητικής της οικίας, είναι τα αετώματα είνα το αέτωμα με τα αγαλματίδια που φέρει στην κόγχη. Κατά τον σπουδαίο μας αθηναιογράφο Δημήτριο Καμπούρογλου, η οικία ανήκε στον γιατρό Κωνσταντίνο Ζωγράφο 1796-1856. Σύμφωνα όμως με την εκδοχή του Κ. Μπίρη οικοδομήθηκε το 1870 ως κατοικία του Νομομηχανικού Αντ. Μαναράκη. Το οίκημα είναι γνωστό ως «Το οίκημα του στρατηγού Κωλέττη». Υπάγεται στην ιδιοκτησία του Υπουργείου Πολιτισμού. Ευρίσκεται στο στάδιο της ανακαίνισης προκειμένου να στεγαστεί το Μουσείο Κωνσταντίνου Καβάφη (1863-1933), στο οποίο θα εκτίθενται χειρόγραφα, βιβλία και προσωπικά αντικείμενα του παγκοσμίου κύρους έλληνα ποιητή.

Αρχαία Αγορά

Η αρχαία αγορά οριοθετείται χωροταξικά απο τους λόφους του Αρείου Πάγου, του Αγοραίου Κολωνού και τον Ηριδανό ποταμό. Και εκτείνεται στο Β.Δ, μέρος της Ακρόπολεως. Στην αρχαία αγορά μπορεί κανείς να μπεί απο την κυρία είσοδο Βορείως, απο μια δεύτερη είσοδο που υφίσταται πλησίον του Αρείου Πάγου, αλλά και απο μια Τρίτη είσοδο απο την οδό Αποστόλου Παύλου. Στους αρχαίους χρόνους η αγορά συνιστούσε το κέντρο της πολιτικής και κοινωνικής εκπόρευσης της αθήνας, της θρησκευτικής λατρείας, αλλά και της οικονομικής ακόμα ζωής. Στον οικείο χώρο της Αγοράς προσέρχονταν οι πολίτες για να αποτανθούν στους πολιτικούς άρχοντες, να διεκπεραιώσουν τις οικονομικές τους συναλλαγές, αλλά και για να έχουν ενεργό ανάμειξη στην κοινωνική ζωή της πόλης. Ως πρός την αρχιτεκτονική του διαμόρφωση ο χώρος της αγοράς παρουσίαζε μια συνεχή ιστορική πορεία, με αρχή τους νεολιθικούς χρόνους και πέρας την περίοδο του μεσοπολέμου.Κατά τα χρόνια της νεολιθικής εποχής και της εποχής του χαλκού, κάνουν την εμφάνισή τους οι πρώτες κατοικίες, οι οποίες προϊόντος του χρόνου αυξάνονται σημαντικά. Στον 6-ο π.Χ. αιώνα στα χρόνια του Σόλωνος η αγορά άρχισε να προσλαμβάνει την μορφή διοικητικού κέντρου δοθέντος, ότι οικοδομήθηκαν εκεί τα πρώτα δημόσια κτίρια, τα οποία και ισοπεδώθηκαν με την εισβολή των Περσών το 480-479 π.Χ. Μετά τους περισικούς πολέμους τα κατεστραφέντα κτίρια επανοικοδομήθησαν και ανηγέρθηκαν και καινούρια κρατώντας τον εσωτερικό χώρο ελεύθερο. Μέσω της αγοράς διήρχετο η οδός των Παναθηναίων, η οποία απο το δίπυλο έφθανε στην Ακρόπολη.Την ίδια επίσης διαδρομή περνούσε και η πομπή των Παναθηναίων. Και εξ αυτού του λόγου καθοδόν στην διαδρομή κατασκευάστηκαν ξύλινες κερκίδες, ώστε να μπορούν οι θεατές να παρακολουθούν τις εκδηλώσεις. Το 86 π.Χ.  αποτέλεσε ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός ορόσημο για την Αγορά.Υπέστη την ισοπεδωτική επιδρομή του Σύλλα, που στην κυρολεξία την κατέστρεψε. Τον 2-0 μ.Χ.αιώνα η Αγορά γνώρισε και πάλι μεγάλη οικοδομική άνθηση. Για να υποστεί μια ακόμη βάραβη επιδρομή τώρα των Ερούλων, η οποία συντέλεσε στην απερήμωσή της. Η πλειονότητα των οικοδομημάτων καταστράφηκε απο τους Ερούλους και το οικοδομικό τους υλικό χρησιμοποοιήθηκε στην δημιουργία του υστερορωμαϊκού τείχους. Όμως έναν αιώνα – τον 4-ο περίπου αιώνα – αργότερα, η αγορά θα γνωρίσει και πάλι οικοδομική άνθηση και κοινωνική ανάπτυξη. Αποκαταστάθηκαν στατικά κάποια απο τα παλιά κτίρια όπως το Μητρώο και ο Θόλος και οικοδομήθηκαν παράλληλα ιδωιτικές οικίες στο νότιο τμήμα της. Αφότου έλαβε χώρα η βάρβαρη εισβολή των Σλάβων στο πέρας του 6-ου αιώνα, η Αγορά ερήμωσε και επιχωματώθηκε. Γύρω στον 10-ο αιώνα η Αγορά ξανακατοικείται και πάλι για να υποστεί το 1203 μια ακόμα βάρβαρη επιδρομή, που θα την οδηγήσει στον θάνατο και την ερήμωση για τέσσερις αιώνες. Επανοικοδομήθηκε στα χρόνια της ελληνικής επανάστασης το 1821, αλλά υπέστη πάλι σημαντικές καταστροφές, κατά την δεύτερη πολιορκία της Ακροπόλεως. Αφότου η Αθήνα εχρήσθη προωτεύουσα του ελληνικού κράτους, η Αγορά ανοικοδομήθηκε και πάλι. Ανασκαφικές εργασίες στον χώρο της αγοράς έλαβαν χώρα τα χρόνια 1859-62 απο την αρχαιολογική εταιρεία, που συνεχίστηκαν μέχρι την έλευση του 20-ου αιώνα. Την περίοδο 1890-1891 οπότε και διενεργήθηκε η διάνοιξη τω γραμμών του ηλεκτρικού σιδηρόδρομου Αθηνών-Πειραιώς απεκαλύφθησαν αρχαιότητες. Στα 1931 η Αμερικάνικη Αρχαιολογική Σχολή επιχείρησε ανασκαφές. Στα πλαίσια της φυσικής ανάδειξης του χώρου, δόθηκε έμφαση σε στοιχεία του πρασίνου που παρέπεμπαν περιαλλοντικά στην αρχαία φυσιογνωμία της Αγοράς. Με την κήρυξη του πολέμου το 1940 οι ανασκαφές διεκόπησαν και επανεκίνηησαν στα έτη 1946-1960. Μερικά απο τα πιο σημαντικά κτίρια της αγοράς είναι τα παρακάτω :

Ναός του Ηφαίστου – Θησείο

Ο ναός του Ηφαίστου γνωστός και ως Θησείο υφίστασται στην δυτική πλευρά της αγοράς στην κορφή του αγοραίου Κολωνού –έφερε το όνομα αγοραίος επειδή ευρίσκονταν στον χώρο της αγοράς. Κατά τις εκτιμήσεις των αρχαιολόγων ο ναός του Ηφαίστου θεωρείται το καλύτερα διατηρημένο αρχαίο μνημείο στην Ελλάδα. Συνιστά  ναό δωρικό περίπτερο με 6 κίονες στις στενές πλευρές του και 13 στις μακρυνές πλευρές του. Χρονολογείται ο ναός στο δεύτερο μισό του 5-ου π.Χ. αιώνα. Ο ναός είχε αφιερωθεί στον Ήφαιστο και την Αθηνά που θεωρούντο προστάτες των τεχνιτών. Εξαίσιος και ο διάκοσμος του ναού. Μερικές μετόπες των μακρυνών πλευρών του ναού, διακοσμούνται με τους άθλους του Θησέως – και εξ αυτού του λόγου ομομάζεται Θησείο αν και η ορθή του ονομασία θα ήταν Ηφαιστείο.Στην αντολική πρόσοψη παρατίθενται γλυπτικά οι άθλοι του Ηρακλέους και στην ζωοφόρο πολεμικές παραστάσεις. Κατά τον 3-ο π.Χ. αιώνα περιμετρικά του ναού υφίστατο άλσος. Εντός του σηκού υφίστατο τα αγάλματα του Ηφαίστου και της Αθηνάς Εργάνης. Με την βάρβαρη επιδρομή των Ερούλων ο ναός υπέστη σοβαρές βλάβες.Στα βυζαντινά χρόνια ο ναός του Ηφαίστου μετατράπηκε σε μονόκλιτη βασιλική εκκλησία πρός τιμήν του Αγίου Γεωργίου. Στα χρόνια της οθωμανικής δουλείας οι Αθηναίοι με εμφανή διάθεση χιούμορ, χαρακτήριζαν τον άγιο «Ακαμάτη»= τεμπέλη, δοθέντος ότι η εκκλησία λειτουργούσε μόνο την ημέρα του Αγίου Γεωργίου, αφού οι Τούρκοι απαγόρευαν αυστηρά την λειτουργία τις επόμενες μέρες του χρόνου. Έτσι κατ΄εξαίρεση μόνον την ημέρα του Αγιου Γεωργίου, ο φρούραρχος της Ακρόπολης, έδινε την άδεια λειτουργίας, λαμβάνοντας βεβαίως και το ανάλογο αντάλλαγμα για την παραχώρηση !!! Ωστόσο υπάρχουν και άλλες ερμηνείες  για την ονομασία αυτή. Με βάση τον Θ.Ν. Φιλαδελφέα το «Ακάμας» συναρτάται με την Ακαμαντίδα φυλή. Ενώ με βάση άλλη εκδοχή  η ονομασία ακαμάτης, εκπηγάζει απο την εσφαλμένη μετατροπή του «Ακαμάτου» Θησέως σε «Ακαμάτην». Στα χρόνια της τουρκοκρατίας η εκκλησία ήταν γνωστή και με το όνομα «τριαντά δυο κολώνες» αν και διαθέτει 34. Στα 1660 ο ναός του Ηφαίστου κινδύνευσε να κατεδαφιστεί η να μετατραπεί σε τζαμί, οδυνηρό ενδεχόμενο που απετράπη με ειδικό για τον σκοπό αυτό φιρμάνι. Σημειώνουμε ακόμα ότι το ένα εκ των δυο λιονταριών που έκλεψε ο  Μοροζίνι αποχωρώντας απο την Αθήνα, βρισκόταν πλησίον του Θησείου. Το δε δεύτερο λιοντάρι ευρίσκετο στον Πειραιά. Πάνω στους κίονες του ναού, είναι χαραγμένες επιγραφές, που ιστορούν μείζονα γεγονότα απο την ιστορία της πόλης –Λίθινο χρονικό. Ωστόσο είναι εγχαραγμένα και τα ονόματα ξένων και ελλήνων περιηγητών, που θέλησαν να αποτυπώσουν για πάντα την επίσκωψή τους στο μνημείο.  Έως και το 1834 ο  χώρος του Θησείου αποτέλεσε κοιμητήριο των διαμαρτυρομένων της πόλης κατά βάση των περιηγητών. Δοθέντος ότι με τις ανασκαφές ανακαλύφθησαν και πολλοί τάφοι, προσεδόθη στο χώρο ο χαρακτηρισμός «μεγάλο μαυσωλείο των βρετανών περιηγητών». Στο εσωτερικό του ναού υφίστανται επιγραφές με λατινικούς χαρακτήρες εγχαραγμένοι στο μάρμαρο αφιερωμένες σ΄αυτούς. Μεταξύ αυτών και το όνομα του αγαπητού στην αθηναϊκή κοινωνία Άγγλου περιηγητή, αρχαιολόγου και ζωγράφου φιλέλληνα Τζών Τουέντελ (John Twedel. 1769-1799). Ο Τουέντελ με ξεχωριστό αρχαιολογικό ζήλο, είχε δημιουργήχει ένα αρχείο παραστάσεων και και σχολίων για τα αρχαία μνημεία.Το οποίο πάραυτα με τον θάνατό του εξαφανίστηκε περιέργως. Για το αρχείο αυτό είχε εκφράσει έντονο ενδιαφέρον ο Λόρδος Έλγιν και είναι πιθανό να το έκλεψε και αυτό όπως και τις Καρυάτιδες του Παρθενώνα. Μοίρα τραγική στις αρχές του 19-ου αιώνα ο ναός του Ηφαίστου υπέστη απο φυσικές καταστροφές σεισμό και κεραυνούς, μεγάλες βλάβες. Ενώ σημαντικές ήταν και οι ζημιές που υπέστη το μνημείο απο τη πολιορκία του Κιουταχή. Στα πρώτα μεταπελευθερωτικά χρόνια ο ναός του Ηφαίστου λειτούργησε και πάλι ως ναός και σ΄αυτόν διαδραματίζονταν εορτασμοί μείζονων γεγονότων, όπως το διάγγελμα του Όθωνα επι τη αποβιβάσει του στο Ναύπλιο τον Ιανουάριο του 1833, η άφιξη του βαυαρικού στρατιωτικού σώματος που θα παραλάμβανε την Ακρόπολη απο την τουρκική φρουρά, η αποχώρηση των Τούρκων τον Μάρτιο του 1833, η πρώτη επίσκεψη του Όθωνα στην Αθήνα τον Μάιο του 1833, η απόφαση τς ανακήρυξης της Αθήνας, ως πρωτεύουσας του ελληνικού κράτους τον Σεπτέμβριο του 1834, η επίσημη άφιξη του Όθωνα την 1-η Δεκεμβρίου του 1834 κ.α. Ο Όθων αφίχθη στην Αθήνα δια μέσου των οδών Πειραιώς κ,αι Ηρακλειδών και αφίππευσε στο Θησείο ναό του Αγίου Γωεωργίου. Στον αύλειο χώρο του ναού τον προσφώνησε ο δημογέροντας Γιαννάκος Βλάχος και πολύς κόσμος που είχε συρεύσει τον επευφημούσε. Η τελετή άφιξης του Όθωνα αποτέλεσε και την τελευταία τελετή που έλαβε χώρα στον ναό του Αγίου Γεωργίου.

Τόσον στα χρόνια της οθωμανικής περιόδου, όσο και κατά την απελευθέρωση ο Άγιος Γεώργιος ο Ακαμάτης, ήταν το επίκεντρο των κοινωνικών εκδηλώσεων. Στον αύλειο χώρο του ναού γίνονταν δημόσιοι χοροί οι οποίοι συνιστούσαν την βασική διασκέδαση το αθηναϊκού κοινού στα πρώτα μεταπελευθερωτικά χρόνια.Περί τα τέλη του 1834 η Ιερά Σύνοδος αποφάσισε να αφαιρεθούν τα υπάρχοντα χριστιανικά στοιχεία του ναού.Και έγιναν οι επιβαλλόμενες παρεμβάσεις ώστε να γυρίσει ο ναός στην πρωτέρα κατάσταση, τις οποίες είχε αναλάβει ο αρχιτέκτονας Εδουάρδος Σάουμπερτ.Αφότου έγιναν οι απαράιτητες αισθητικές παρεμβάσεις ο ναός του Ηφαίστου χρησιμοποοιήθηκε πλέον σαν μουσείο. Χρόνια μετά, τα εκθέματά του μεταφέρθηκαν στον χώρο του Αρχαιολογικού Μουσείου στην οδό Πτατησίων – του οποίου τα εγκαίνια έγιναν το 1889 – και μέχρι το 1935 ο χώρος του είχε χαρακτήρα αποθήκης. Αφότου έλαβε χώρα η μιρκασιατική τραγωδία περιμετρικά του Θησείου δημιουργήθηκε πρόχειρος καταυλισμός προσφύγων. Και λίγο αργότερα ο καταυλισμός κατέστη προσφυγική συνοικία πλησίον της σιδηροδρομικής γραμμής και της γειτονιάς του Αγίου Φιλίππου. Όμως η αρχαιολογική σκαπάνη γκρέμισε τις παράγκες του συνοικισμού. Δεν άφησαν ανέπαφο τον χώρο του μνημείου τα τραγικά γεγονότα των Δεκεμβριανών, όπου ο χώρος έγινε σκηνικό πολέμου, μεταξύ των αντιμαχομένων πλευρών. Στην δυτική πλευρά της Αγοράς υφίσταντο σημαντικά κτίρια όπως η Βασίλειος στοά – οικοδομήματα του 6-ου αιώνα π.Χ.- που αποτελούσε την έδρα του βασιλέως και στην οποία κοινοποιούνταν οι νόμοι της πόλης. Στο χώρο αυτό ακόμη διενεργήθηκε η δίκη του Σωκράτους  το 399 π.Χ. Η στοά του «Ελευθερίου Διός» του 5-ου π.χ. αιώνος επενδυμένη αισθητικά με τοιχογραφίες, αποτέλεσε χώρο κοινωνικών επαφών και χώρο επίσης συνάντησης των φιλοσόφων. Ακόμα μικροί ναΐσκοι  του 4-ου π.Χ. του Απόλλωνος Πατρώου και του Διός και της Αθηνάς Φρατρίας. Επίσης το Μητρώον, το ιερό της Ρέας της μητέρας των θεών, οικοδόμημα του 2-ου π.Χ. αιώνος, που αποτέλεσε χώρο διαφύλαξης των κρατικών εγγράφων, φιλοξενώντας ακόμα και το Ληξιαρχείο, για τούτο και ο όρος Μητρώο Αρρένων, το Μνημείο των Επωνύμων Ηρώων που είχε χαρακτήρα πίνακα δημοσίων ανακοινώσεων και το νέο βουλευτήριο οικοδόμημα του τέλους του 5-ου π.X. αιώνα που υπεκατέστησε το παλαιό Βουλευτήριο τέλη του 6-ου π.Χ. αιώνα. Φιλοξενούσε την Βουλή των 500, η Θολός που αποτελούσε κυκλικό κτίριο με κωνική στέγη του 5-ου αιώνα π.Χ. η οποία υπεκατέστησε αρχαιότερο το οποίο είχε καταστραφεί απο τους Πέρσες. Συνιστούσε την έδρα των Πρυτάνεων. Στην νότια πλευρά στις παρυφές του Αρείου Πάγου υφίσταντο οι κρήνες της αγοράς (παλαιότερη νοτιονατολική του 6-ου αιώνα και η νεότερη νοτιοδυτική του 4-ου αι, η Νότια Στοά Ι του 5-ου π.Χ, αιώνα με εμπορικά χρακτηριστικά, η οποία υπεκατάστάθη τον 2-ο π.Χ. αιώνα απο την Νότια Στοά ΙΙ, το Νομισματοκοπείο παράπλευρα στην ΝΑ κρήνη, οικοδόμημα του 5-ου- αρχών 4-ου αι. Η Μεσαία Στοά του 2-ου αι π.Χ. η οποία συνιστούσε το μεγαλύτερο κτίριο της αγοράς. Στο πέρας της οδού Πολυγνώτου, η οποία συνιστούσε μετέπειτα την συνοικία «Βρυσάκι» υφίσταται ο ναός των Αγίων Αποστόλων του Σολάκη. Αποτελεί έναν απο τους αρχαιότερους ναούς των Αθηνών του 11-ου αιώνος και ως πρός την αρχιτεκκτονική του είναι σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλο. Επί της ιδίας θέσης υπήρχε το Νυμφαίο του 2-ου μ.Χ. Ο χαρακτηρισμός Σολάκη αίρει την καταγωγή του πιθανόν στην οικογογένεια στην οποία ανήκε. Πλησίον του ναού υφίστατο μια απο τις βρύσες της Αθήνας, η βρύση του Σολάκη. Κατά την δεκαετία του 1950 αφότου έγιναν αισθητικές παρεμβάσεις απο την Αμερικάνικη Σχολή Κλασικών Σπουδών, αλλά και στατική στήριξη του ναού, επανήλθε στην αρχική του μορφή. Στο κέντρο της Αγοράς υπήρχε η περίφμη «Ορχήστρα» στην οποία δίνονταν οι πρώτες δραματικές παραστάσεις πρίν την μεταφορά τους στον θέατρο του Διονύσου. Στο μπροστινό μέρος της Ορχήστρας ήταν τοποθετημένα ξύλινα καθίσματα για τους θεατές. Στα χρόνια που ακολούθησαν ο χώρος παρέμεινε κενός, αλλά απο τον 1-ο π.Χ. αιώνα  ξεκινούσε η ανοικοδόμησή του. Στα ίδια χρόνια στο κέντρο της Αγοράς οικοδομήθηκε το Ωδείο του Αγρίππα περί το 15 μ.Χ. Αποτέλεσε δωρεά του στρατηγού Μάρκου Βιψάνιου Αγρίππα επιφανούς στρατηγού του Αυγούστου. Το Ωδείο χρησιμοποιείτο κατά κόρον για μουσικές εκδηλώσεις και ήταν χωρητικότητας περίπου χιλίων θέσεων. Κατά τα μέσα του 2-ου μ.Χ. αιώνα η στέγη του Ωδείου κατάρρευσε, αποκαταστάθηκε και άλλαξε συνάμα και χρήση. Η μπροστινή στοά εδράζονταν σε έξι κολοσιαίες μορφές Τριτώνων και Γιγάντων. Και χρησιμοποιούνταν για την υλοποίηση διαλέξεων. Ισοπεδώθηκε με την βάρβαρη επιδρομή των Ερούλων. Τέσσσερις εξ αυτών των μορφών χρησιμοποιήθηκαν στην μπροστινή όψη Γυμνασίου, που οικοδομήθηκε στον ίδιο χώρο το 400 μ.Χ. Στις μέρες μας διασώζονται τρείς απο αυτές.

Στην ανατολική πλευρά της Αγοράς διασώζονται τμήματα του υστερορωμαϊκού τείχους 3-ος μ.Χ. αι. Στον χώρο αυτό υπάρχουν : Η βιλιοθήκη του Πανταίνου – αποτέλεσε την πρώτη συγκροτημένη βιβλιοθήκη της αρχαιότητας – και η Στοά του Ατάλλου η οποία έχει αναστηλωθεί. Συνίσταται σε μαρμάρινη διώροφη Στοά που αποτελεί ένα απο τα σπουδαιότερα μνημεία των ελληνιστικών χρόνων. Οικοδομήθηκε τον 2-ο π.Χ. αι απο τον βασιλιά της Περγάμου Άταλλο Β΄(159-138) ως δώρο στην πόλη, δοθέντος ότι είχε σπουδάσει στην Αθήνα. Ήταν μια πολυέξοδη και μεγαλοπρεπής κατασκευή για την εποχή της. Η στοά είχε μήκος 116 μ. και υποδέχονταν 21 διαφορετικές χρήσεις, κατά βάση καταστήματα σε κάθε της όροφο. Τα καταστήματα παραχωρούνταν απο το κράτος  σε ιδιώτες έναντι ενοικίου. Στο άκρο της στοάς υπήρχαν σκάλες που κατηύθυναν σε κάθε όροφο. Η στοά υπήρξε ιδεώδης χώρος για βόλτες και κοινωνικές συνευρέσεις. Είχε κάλυμμα για τον ήλιο και την βροχή και ήταν ο αγαπημένος χώρος των φιλοσόφων για την διδασκαλία τους. Παράλληλα υπήρξε λόγω του ύψους και της πανοραμικής της θέας, ιδεώδης χώρος για την παρακολούθηση της πομπής των Παναθηναίων. Μοίρα τραγική ισοπεδώθηκε απο την φοβερή επιδρομή των Ερούλων και εν συνεχεία αποτέλεσε μέρος του υστερωμαϊκού τείχους. Στην ΝΑ γωνία της Στοάς του Ατάλλου είχε οικοδομηθεί  τον 17-ο αιώνα η Παναγία η Πυργιώτισσα. Με την μέριμνα της Αερικάνικης Σχολής Κλασικών Σπουδών, την περίοδο 1953-56 η στοά του Αττάλου αποκαταστάθηκε αισθητικά και στατικά. Η αποκατάστασή της έγινε προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως Μουσείο της Αρχαίας Αγοράς, δοθέντος ότι οι προσπάθειες για την εξεύρεση χώρου, δεν μπορούσαν να ευοδωθούν με την διαρκή αποκάλυψη αρχαιοτήτων στον ευρύτερο χώρο. Και μπορούμε σήμερα να έχουμε με τις παρεμβάσεις που έγιναν, μια σφαιρική άποψη ενός τόσο σπουδαίου μνημείου. Στην βόρεια πλευρά της Αγοράς πλησίον του ναού του Αγίου Φιλίππου ευρίσκεται η Ποικίλη Στοά, η οποία χρονολογείται στο 460 π.Χ. Ήταν επενδυμένη αισθητικά με πίνακες ζωγραφικής και λάφυρα τα οποία είχαν αποκομίσει οι Αθηναίοι. Στον χώρο της Ποικίλης Στοάς δίδασκε Ζήνων ο Κιτιεύς απο το Κίτιο της Κύπρου και οι μαθητές του αποκλήθηκαν στωϊκοί απο την  στοά. Επίσης αναφέρουμε ότι ενδιαμέσως των μεγάλων οικοδοημημάτων της αγοράς, υφίσταντο αγάλματα και βωμοί.

Άρειος Πάγος

Στον Β.Δ χώρο της Ακροπόλεως και μέσα στον αρχαιολογικό χώρο της αγοράς ευρίσκεται ο βραχώδης λόφος του Αρείου Πάγου. Η λέξη «πάγος» σημαίνει βράχος, ενώ για το επίθετο Άρειος υπάρχουν δυο ερμηνείες. Προέρχεται είτε απο τις Άρες, θεότητες των τύψεων, που κατέτρυχαν τους δολοφόνους και είχαν το ιερό τους σε σπηλιά κάτω απο την βόρεια πλευρά του βράχου, είτε απο τον θεό Άρη, ο οποίος καταδικάστηκε, διότι φόνευσε τον Αλιρρόθιο γιο του Ποσειδώνος ή όπως αναφέρεται στον Αισχύλο, διότι εκεί θυσίααζαν σ΄ αυτόν οι Αμαζώνες. Δοθέντος όμως ότι οι θεότητες των Άρων ή Ερινύων λατρεύτηκαν πρό του Δωδεκάθεου, η πιθανότερη εκδοχή είναι αυτή της σύνδεσης του επιθέτου με τις Άρες. Στον χώρο του Άρειου Πάγου και κατά την Ορέστεια του Αισχύλου δικάστηκε ο Ορέστης για την δολοφονία της μητέρας του Κλυταιμνήστρας, αλλά αθωώθηκε τελικά με την ψήφο της Αθηνάς. Στον χώρο του Αρείου Πάγου παλιά ακόμα ελάμβανε χώρα η λατρεία του Βορέως και των Αμαζόνων. Ο χώρος του ήταν η έδρα του αριστοκρατικού συμβουλίου, που στα κλασικά χρόνια είχε δικαστικές αρμοδιότητες επι θεμάτων φόνων και εμπρησμών. Στον Άρειο Πάγο υπήρχαν δυο χαρακτηριστικοί λίθοι. Ο λίθος της «ύβρεως» ήτοι η έπαλξη του κατηγορουμένου και ο λίθος της «αναίδειας» ήτοι ή έπαλξη του κατηγόρου. Σύμφωνα με την παράδοση με την άφιξη του Αποστόλου Παύλου στην Αθήνα το 53 μ.Χ. ο απόστολος των Εθνών Παύλος, απο τον Άρειο Πάγο κήρυξε τον λόγο του Χριστού στους Αθηναίους. Στην αρχή του 17-ου αιώνα έλαβε χώρα δυνατός σεισμός, που προξένησε σοβαρές ζημιές στον βράχο.

Στην ΒΑ πλευρά του Αρείου Πάγου υφίστατο ναός στα μέσα του 16-ου αιώνος που συμπίπτει σύμφωνα με τα γραπτά κείμενα, με τον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη. Αποτελούσε τρίκλιτη καμαροσκεπή βασιλική πλησίον της οικίας του Αγίου Διονυσίου, σύμφωνα πάντα με την παράδοση. Πιθανόν ακόμα πλησίον της εκκλησίας να υπάρχει και η επίσκοπική κατοικία. Ιστορικές πληροφορίες αναφέρουν ότι τόσο η εκκλησία, όσο και η επισκοπική κατοικία, ισοπεδώθηκαν απο τους σεισμούς στις αρχές του 17-ου αιώνος και σκοτώθηκε ακόμα και ο ιερέας του ναού Δημήτρης Κολοκύνθης. Μέχρι και εκείνα τα χρόνια ο ναός αποτελούσε τον μητροπολιτικό ναό της Αθήνας. Ακόμα στην περιοχή του Αρείου Πάγου υφίστατο και μια απο τις βρύσες των Αθηνών, η «Βρύση της Επισκοπής» που αντλούσε νερό απο την Κλεψύδρα. ΝΑ της αγοράς και πλησίον του Ελευσίνιου ιερού της Δήμητρας και της Περσεφόνης, ενδεχομένως υφίστατο Γυμναστήριο το οποίο είχε οικοδομηθεί περί το 260 π.Χ. με έξοδα του Πτολεμαίου Φιλαδέλφου (309-246), γνωστό και ως Γυμνάσιο του Πτολεμαίου.

Η εξαφανισμένη συνοικία «Βρυσάκι»

Επρόκειτο για παλιά συνοικία της Πλάκας ανάμεσα στο Θησείο και τους Αέρηδες. Αίρει το όνομά της σε παράφραση της λέξης Ευρυσάκειο, το οποίο ήταν το ιερό του Σαλαμίνιου ήρωα και ηγέτη των εγκαταβιούντων στην Αθήνα Σαλαμινίων Ευρυσάκη, ή κατά άλλη εκδοχή απο μια μικρή μεσαιωνική πόλη. Στις μέρες μας υπάρχει μόνο η οδός Βρυσακίου απο την ομώνυμη συνοικία, οι οικίες της οποίας γκρεμίστηκαν την περίοδο 1931-1938 ένεκα της αρχαιολογικής σκαπάνης στην αγορά. Η συνοικία Βρυσάκι είχε τρείς γειτονιές : των Αγίων Αποστόλων, της Βλασσαρούς και του Αγίου Φιλίππου. Κεντρικό σημείο της συνοικίας υπήρξε η πλατεία των Αγίων Αποστόλων, στην δισταύρωση των οδών Αρείου Πάγου, Πολυγνώτου και Βουλευτηρίου. Περιμετρικά της Πλατείας υπήρχαν καφενεία, ταβέρνες, και καταστήματα. Παραθέτουμε δυο ανταγωνιστικά καφενεία, τα οποία μάλιστα εξέφραζαν και την πολιτική αντιπαράθεση των πρώτων δεκαετιών του 20-ου αιώνα. Αφενος μεν το καφενείο του Καρατζά ορμητήριο των Βενιζελικών, αφετέρου δε το καφενείο του Σοφού ορμητήριο των Βασιλικών. Σπουδαίος ναός της συνοικίας υπήρξε η Παναγία η Βλασσαρού, η οποία ήταν τρίκλιτη βασιλική του 17-ου αιώνα, αφιερωμένη στα εισόδια της Θεοτόκου και ιδιοκτησίας της επιφανούς κοινωνικά οικογένειας Βλασσαρού. Στα χρόνια του Όθωνος η εκκλησία αποτέλεσε Πρωτοδικείο το 1834 και για λίγια χρόνια αργότερα φιολοξένησε τον Άρειο Πάγο. Με την εκκίνηση των αρχαιολογικών ανασκαφών κατεδαφίστηκε. Οι κάτοικοι του Βρυσακίου ήταν περιώνυμοι για την σκωπτική τους διάθεση, η οποία αποτυπώνονταν με ευφυολογήματα και σατυρικά ποιήματα.

Οικία Φωβέλ

Αρκετοί επώνυμοι Έλληνες και ξένοι κάτοικοι της Αθήνας, είχαν επιλέξει ως συνοικία διαμονής τους το Βρυσάκι. Μεταξύ αυτών και ο γάλλος πρόξενος στην Αθήνα Φωβέλ (Fauvel 1753-1838), ο ποίος διατηρούσε ιδιόκτηση κατοικία στο Βρυσάκι κατά τα έτη 1803-1821, οπότε και αναχώρησε για την Σμύρνη. Ο Φωβέλ υπήρξε λάτρης τρων αρχαιοτήτων και είχε δημιουργήσει μια σπάνια συλλογή αρχαιολογικών ευρημάτων εν είδει μουσείου. Μάλιστα είχε προχωρήσει και στην διενέργεια ανασκαφών, αλλά και στο εμπόριο αρχαιοτήτων, εκμεταλλευόμενος το χαλαρό καθεστώς της εποχής. Όταν έλαβαν χώρα στην Αθήνα, οι  μάχες των ελληνικών επαναστατικών δυνάμεων με τους Τούρκους, η οικία του Φωβέλ κάηκε ολοσχερώς και βεβαίως καταστράφηκε μαζί της και η σπανίας αξίας συλλογή του. Η εικόνα του Φαβέλ όπως και της οικίας του είναι αποτυπωμένες σε σημαντική λιθογραφία του L. Dupre με φόντο την Ακρόπολη.

«Αυλή των θαυμάτων»

Πρόκειται για γειτονιά που οριοθετείται απο τις οδούς Αδριανού, Βρυσακίου,  Κλάδου και Άρεως. Κατά τα πρώτα μεταπελευθερωτικά χρόνια στην γειτονιά υφίσταντο σημαντικές δημόσιες υπηρεσίες, αλλά και αστικά αρχοντικά σπίτια όπως το διώροφο της οθωνικής περιόδου (1835) επι τις οδού Κλάδου 13. Με την πάροδο του χρόνου η συνοικία έγινε πιο λαϊκή. Μεταξύ των κτιρίων της η εκκλησία του Αγίου Ελισσαίου, τα υπολείμματα του αρχοντικού Χωματιανού-Λογοθέτη, καθώς και τα θεμέλια του Αγίου Θωμά. Η γειτονιά έχει περιέλθει στην δικαιοδοσία του Υπουργείου Πολιτισμού και μέλλεται στα κτίριά της να φιλοξενηθεί το Μουσείον Τέχνης.Ο κενός χώρος του τετραγώνου αποκαλείται Πλατεία Κλάδου.

Οικία Ν. Δραγούμη

Ευρίσκεται επι της οδού Κλάδου 8. Αποτελεί κτίριο της οθωνικής περιόδου του 1835. Και ήταν οικία-ιδιοκτησία του εκδότη Ν. Δραγούμη (1809-1879). Ο Δραγούμης υπήρξε πρωτοπόρος του εκδοτικού χώρου και δη των περιοδικών. Αποτέλεσε εκδότη του ιστορικού περιοδικού «Πανδώρα», ενώ ήταν και συγγραφέας του βιβλίου «ιστορικαί αναμνήσεις».

Ναός Αγίου Θωμά

Ο ναός του Αγίου θωμά Βρυσακίου, όπισθεν της Στοάς του Αττάλου, ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Θωμά. Οικοδομήθηκε τον 6-ο , 7-ο αιώνα και ανακατασκευάστηκε στα χρόνια της πρώτης περιόδου της οθωμανικής δουλείας. Κατά τον 17-ο αιώνα στην θέση της εκκλησίας ανηγέρθη ναός. Η εκκλησία αυτή αποτελούσε οικογενειακή εκκλησία των Παλαιολόγων. Στα 1834 όμως η εκκλησία κατεδαφίστηκε απο τον πρίγκιπα Γεώργιο Κατακουνζηνό, στην δικαιοδοσία του οποίου υπήγετο όλη η περιοχή. Έχουν απομείνει υπολείμματα του ναού.

Παλαιά Αγορά της Αθήνας

Στα χρόνια της τουρκοκρατίας η αγορά οριοθετείτο χωροταξικά απο τη ρωμαϊκή αγορά και τον Μενδρεσέ έως την βιβλιοθήκη του Αδριανού, το Μοναστηράκι και τους πλησίον δρόμους. Συνίστατο απο το Σταροπάζαρο, το Πάνω και το Κάτω παζάρι. Αποτελούσε την καρδιά της πόλης δοθέντος ότι σ΄αυτήν ήταν συγκεντρωμένα καφενεία λουτρά, πανδοχεία, διοικητικά κτίρια της κυβέρνησης, εκκλησίες εμπορικά καταστήματα, τζαμιά αλλά και κατοικίες της κοινωνικής νομενκλατούρας της εποχής. Ως πρός την περιοδικότητα της λειτουργίας της η αγορά είχε τρείς περιόδους. Ητοι καθημερινή, ετήσια και εβομαδιαία. Όλα τα κλειδιά της εμπορικής κίνησης ήταν στα χέρια των χριστιανών. Ενώ τις δεύτερες βοηθητικές δουλειές τις ανελάμβαναν Αιθίοπες δούλοι. Στα προαπελευθερωτικά χρόνια απο την τουρκική δουλεία, αλλά και για μακρό χρονικό διάστημα μετά, η περιοχή της Αγοράς αποτελούσε την εκκίνηση των καρναβαλικών εκδηλώσεων. Στα χρόνια της επανάστασης στο παζάρι ανηρτάτο η εφημερίδα του τοίχου απο την οποία οι κάτοικοι ενημερώνονταν για τα σοβαρά και μείζονα γεγονότα της εποχής. Το αποκαλούμενο Σταροπάζαρο υφίσταστο στο χώρο της ρωμαϊκής αγοράς. Αποτελούσε το ετήσιο παζάρι σταριού και λαδιού και ελάμβανε χώρα τον μήνα Ιούλιο. Ενώ στα μετέπειτα χρόνια γίνονταν κάθε Κυριακή. Με βάση αυτό το γεγονός η πύλη της Αρχηγέτιδος Αθηνάς ονομάστηκε παζαρόπορτα. Και πάνω σ΄αυτήν κοινοποιείτο το «νάρτι», ήτοι η νόμιμη διατίμηση των προϊόντων. Το Πάνω παζάρι εξακτινώνονταν στις οδούς ανατολικά της Βιβλιοθήκης του Αδριανού, καθώς και εντός αυτής. Ο κεντρικός δρόμος του Πάνω Παζαριού εκκινούσε απο κάθετο δρομάκι της σημερινής οδού Πανδρόσου.Και σ΄αυτόν τον χώρο ελάμβανε χώρα η βδομαδαία αγορά. Ιδαίτερο γνώρισμα του Πάνω Παζαριού ήταν η Κρήνη που έφερε το όνομα «Πάνω Συντριβάνι» ανατολικά της Βιβλιοθήκης του Αδριανού. Ακόμα στην περιοχή του Πάνω Παζαριού ευρίσκετο και η κατοικία του Καδή, το περιβόητο «Κατηλίκι» στην διασταύρωση των οδών Πανδρόσου και Μνησικλέους. Αλλά και ένα επίσης απο τα τζαμιά της Αθήνας το «Σοφτά Τζαμί» στην διασταύρωση των οδών Καπνικαρέας και Πανδρόσου, το οποίο κατεδαφίστηκε με την χάραξη του Σχεδίου Πόλεως της Αθήνας. Η τωρινή οδός Πανδρόσου αποτελούσε τον συνδετικό κρίκο, του Πάνω Παζαριού με το Κάτω Παζάρι, το οποίο εξακτινώνονταν περιμετρικά απο το Τζαμί του Τζισταράκη του τωρινού δηλαδή σταθμού του Μοναστηρακίου, τους γύρω δρόμους για να καταλήξει στην Βιλιοθήκη του Αδριανού. Έφερε το όνομα «Κάτω Παζάρι» δοθέντος ότι είχε μια υψομετρική διαφορά απο το άλλο τμήμα της Αγοράς, το Πάνω Παζάρι. Συνιστούσε την καρδιά του εμπορίου στα υποδήματα και τα υφάσματα με εξαιρετικές τιμές καλή ποιότητα και ποικιλία σ΄αυτά τα είδη. Διάστικτο απο εργαστήρια σκυτορράφων, σανδαλοποιών και υφασμάτων. Εύρισκε τότε κανείς στο Κάτω Παζάρι απο φθηνά υφάσματα «αμπάδες», που προσέδωσαν και το όνομα «Αμπατζήδικα» στην περιοχή, έως και πανάκριβα υφάσματα εισαγωγής απο την Κωνσταντινούπολη, την Βενετία και την Μασσαλία. Απο τα χαρακτηριστικά σημεία του Κάτω Παζαριού ήταν ο δυτικός τοίχος της Αδριανείου Βιβλιοθήκης, στον χώρο του οποίου γίνονταν το λαχανοπάζαρο. Είναι ο χώρος της σημερινής οδού Άρεως, που την επικάλυπταν τότε κληματαριές. Είχε επίσης και το Κάτω Παζάρι την κρήνη του κεντρικό σημείο αναφοράς του, που ονομάζετο «Κάτω Συντριβάνι». Περιμετρικά της βρύσης υπήραν καθίσματα, στα οποία κάθονταν οι Τούρκοι αγάδες, για να ξεκουραστούν. Επι της οδύ Ηφαίστου που ήταν στην κυριολεξία ένα μελίσι εργαστηρίων, υπήρχε πληθώρα απο εργαστήρια σιδηρουργίας, σαμαράδικα, μπακιρτζήδικα και ότι βάλει ο νους τους ανθρώπου, απο τα μικροεργαλεία της εποχής. Πλησίον της οδού Ηφαίστου υπήρχαν ακόμα και τα περίφημα μαγγανάρια, τα εργαστήρια μετάξης, που είχαν προσδώσει το όνομά τους στην γειτονιά. Αλλά και για πέντε δεκαετίες αφότου η Αθήνα απελευθερώθηκε απο το έρεβος της οθωμανικής δουλείας, μέχρι το 1884 λειτουργούσε η Παλαιά Αγορά της Αθήνας, οπότε και κάηκε ολοσχερώς απο καταστροφική πυρκαγιά. Πέρα απο τα εμπορεύματα που εξετίθεντο στον δρόμο την περίοδο της εβδομαδιαίας αγοράς, υπήρχαν και εμπορεύματα που εξετίθεντο μόνιμα στα κτίσματα του παζαριού. Αυτά τα κτίσματα ήταν πρόχειρα παραπήγματα – ξυλοκατασκευές, πάνω απο τα οποία διέμεναν οι πωλητές. Στο Πάνω Παζάρι και στις δυο πλευρές της εισόδου του στα «Σκαλάκια» της οδού Πανδρόσου, ευρίσκονταν τα κουρεία. Εως και την δεκαετία του 1880 οι κουρείς έκανα χρέη και οδοντογιατρού !!! για αυτό τους αποκαλούσαν «οδοντοβγάλτες». Ενώ πολλοί εξ΄αυτών ήταν και πρακτικοί δερματολόγοι και παθολόγοι !!! Προέβαιναν σε αφαιμάξεις με βδέλες και η παροχή τους αυτή κόστιζε, όσο οι γράνες = χαντάκια επιχωματώνονταν και οι βδέλες γίνοταν πιο δυσεύρετες. Για τούτο και συχνά-πυκνά στον τύπο εφμανίζονταν αγγελίες για αγορά βδελών. Ακόμα οι κουρείς οδοντοβγάλτες διέθεταν βότανα για το συνάχι και έκαναν ξόρκια για την ρουσούμπελη = δερματολογικό εξάμβλωμα. Αυτα τα πολυδύναμα κουρεία της εποχής διέθεταν και τα προσφερόμενα τότε καλλυντικά. Ήταν ανθόνερο, «μαντέκα» = χοιρινό λίπος για το μουστάκι, αλλά και ξύδι. Προκειμένου να αποφρορτίζεται η πελατεία και ο συνωστισμός, ο κουρέας σε ένα καλάμι έξω απο το κουρείο  αναρτούσε μια βρεγμένη πετσέτα, που έδινε το μήνυμα, ότι το κουρείο μπορούσε να δεχθεί τον επόμενο πελάτη. Κατά βάση στα κουρεία της παλαιάς αγοράς πήγαιναν οι άντρες της χαμηλώτερης κοινωνικής διαβάθμισης, όπως εργάτες, τεχνίτες, κ.λ.π. και πολύ λιγότερο τα προηγμένα κοινωνικά στρώματα της εποχής. Η ανώτερη κοινωνική τάξη γραμματιζούμενοι και οικονομικά ευμαρείς απευθύνονταν είτε στα κουρεία της Καπνικαρέας, είτε εδέχοντο τους κουρείς εν κατοίκω στο σπίτι τους για να τους περιποιηθούν. Ο χώρος της αγοράς ήταν και το σημειο αναφοράς των Μαλτέζων χαμάληδων. Ήταν πολυάρυθμοι. Στην πόλη αφίχθησαν τον 19-ο αιώνα, προκειμένου να καλύψουν την πελώρια τότε ζήτηση για εργατικά χέρια, όταν ξεκινούσε η ταχεία ανοικοδόμηση της Αθήνας, με την αναγόρευσή της σε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους. Το αντίτιμο της εργασίας τους mutatis mutandis, ήταν πολύ χαμηλό και ανελάμβαναν επίπονες και δύσκολες χειρονακτικές εργασίες. Δούλευαν, μετέφεραν πράγματα, ακόμα και ανθρώπους σαν τους «κούληδες» στην Κίνα, πάνω σε ένα ευρηματικό είδος καθίσματος, που τοποθετούσαν στις πλάτες τους. Δοθέντος ότι πι δρόμοι της Αθήνας εκείνα τα χρόνια ήταν σκονισμένοι και λασπωμένοι, οι «μεγάλες κυρίες» των Αθηνών, επέλεγαν τους Μαλτέζους χαμάληδες, για να μην λερωθούν στις εξόδους τους. Προτού η Αθήνα γίνει πρωτεύουσα παραλαμβάνοντας την σκυτάλη απο το Ναύπλιο, οι Μαλτέζοι εργάτες δούλευαν σαν κούληδες και στο Ναύπλιο, μεταφέροντας κυρίες και κυρίους. Εύκολα μπορούσε να τους αναζητήσει κανείς στην Αθήνα, καθώς αποζητούσαν το μεροκάματο, στο τζαμί του σταροπάζαρου, αλλά και σε άλλα υψηλής εμπορικής κίνησης στέκια της πόλης. Ήταν απο μόνοι τους ένα κοινωνικό γεγονός της εποχής.

Ωστόσο απο την μια το ζήτημα της δημιουργίας νέας αγοράς σύγχρονης και πιο λειτουργικής και απο την άλλη το ζήτημα της αδήριτης ανάγκης των αρχαιολογικών ανασκαφών, έθεταν πιεστικά το θέμα της δημιουργίας μιας νέας αγοράς. Και έτσι απο καιρού είς καιρόν οι δημοτικοί άρχοντες έθεταν το ζήτημα της δημιουργίας νέας αγοράς. Όμως τα έξοδα κατασκευής ενός νέου κτιριακού συγκροτήματος, ήταν πολύ μεγάλα, όπως επίσης και τα αναγκαία κονδύλια για την απαλλοτρίωση των οικοπέδων που θα απαιτούνταν πολύ υψηλά. Πάραυτα όλες αυτές τις αναστολές έκαμψε μια απρόσμενη πυρκαγιά την νύχτα της 8-ης Αυγούστου του 1884 που στην κυριολεξία άλλαξε τον ρού των πραγμάτων. Ήταν τόσο μεγάλη η φωτιά που κατασπάραξε την πλειονότητα των καταστημάτων της αγοράς. Ενώ κινδύνευσαν σοβαρά και αρκετοί άνθρωποι. Εκ των πραγμάτων ο Δήμος της Αθήνας βρέθηκε σε ένα καινούριο τοπίο και επιταχύνθηκε η ανοικοδόμηση του νέου κτιρίου για την καινούρια αγορά, που ούτως ή άλλως με δειλά βήματα είχε ξεκινήσει απο το 1878. Ως πρός τον κοινωνικό χαρακτήρα της αγοράς κατά βάση σύχναζαν μόνο άνδρες σ΄αυτήν και πολύ λίγες γυναίκες. Με εξαίρεση κάποιες οικιακές βοηθούς, που πήγαιναν για τα ψώνια των κυριών τους. Χωρίς ωστόσο να αποφεύγουν τα δεικτικά σχόλια των πωλητών των πάγκων της αγοράς. Οπως αναφέρει ο Γ. Β. Τσοκόπουλος μια απο αυτές τις οικιακές βοηθούς που σύχναζε στην αγορά και ήταν εκπάγλου καλονής, εδέχετο τα σχόλια και τις επευφημίες των ανθρώπων της αγοράς που της έλεγαν χαρακτηριστικά «ζάχαρη είσαι». Η κοπέλα αυτή μετά απο κάποια χρόνια παντρεύτηκε έναν επώνυμο εύπορο, αλλά κατά πολύ μεγλαύτερό της κύριο της αθηναϊκής κοινωνίας και έκανε οικογένεια. Πάραυτα καθε φορά που επισκέπτονταν τον γνωριμό της χώρο της αγοράς, δεν απέφευγε το οικείο για αυτήν σχόλιο «ζάχαρη είσαι». Γαι τα ήθη της εποχής η κλοπή ήταν πολύ σημαντική. Έτσι όταν συνελάμβαναν κάποιον για κλοπή τον οδηγούσαν στην αγορά μαζί με την «λεία» του και τον διαπόμπευαν κτυπώντας τον κιόλας. Απο το λιντσάρισμα δεν έχαναν την ευκαιρία να συμμετάσχουν και περαστικοί. Ως πολυσύχναστος κοινωνικό χώρος η αγορά, δεν απέφευγε και την εμπλοκή της στα πολιτικά δρώμενα. Εδικώτερα το 1862 λίγο προ της έκπτωσης-εκδίωξης του βασιλιά Όθωνα, είχε καταστεί φωλεά των αντιοθωνικών στοιχείων.Ηταν μάλιστα τέτοιο το μένος εναντίον του βασιλιά Όθωνα, ώστε τα ανάκτορα έστελναν για τις προμήθειές τους άγνωστα πρόσωπα στην αγορά, για να μην τα λιντσάρουν. Όμως αναστατώσεις και συμπλοκές επακολουθούσαν και με την απομάκρυνση του βασιλιά Όθωνα απο το στέμμα. Στον χώρο της αγοράς, αλλά και πέριξ αυτής, υπήρχε πληθώρα απο μπακάλικα, αλλά και καφενεία στα οποία μπορούσε κανείς γρήγορα στο πόδι, να απολαύσει κάποιον απο τους μεζέδες που εκτίθεντο στους πάγκους, αλλά και να πειεί εκλεκτό κρασί και αρωματική μαστίχα. Ένα απο τα καφενεία της αγοράς, ήταν το καφενεδάκι του Θωμά, που αποτέλεσε ορμητήριο των περίφημων «κουτσαβάκηδων», οι οποίοι ήταν ο φόβος και ο τρόμος της εποχής. Στον χώρο ακόμα της αγοράς ευρίσκετο και το περίφημο «αλγεινής» καταγωγής ρολόι του λόρδου Έλγιν. Το είχε προσφέρει δώρο στην Αθήνα, για να αμβλύνει τα αισθήματα μίσους εναντίον του των Αθηναίων πολιτών, για την αρπαγή των γλυπτών-καρυάτιδων του Παρθενώνα. Στο περίβλημα του ρολογιού ήταν εγχαραγμέμνη επιγραφή στα λατινικά που έλεγε «Θωμάς, κόμης του Έλγιν στους Αθηναίους εδώρισε ωρολόγιον και οι Αθηναίοι πολίται το έστησαν το έτος 1814». Συνίστατο σε ένα κρουστικό ρολόι, το οποίο είχε ενσωματωθεί σε έναν Πύργο. Οπως ήταν αναμενόμενο η δωρεά του Έλγιν δεν μετρίασε το μίσος των Αθηναίων για την κλοπή των μαρμάρων, τουναντίον θα λέγαμε επεξέτεινε τα αρνητικά αισθήματα εναντίον του. Την περίοδο της ελληνικής επανάστασης το ρολόι είχε χαλάσει και έτσι ένας κανονιοβολισμός απο την Ακρόπολη κάθε μέρα, πληροφορούσε τους Αθηναίους για την 12 μεσημβρινή ώρα. Αφότου απελευθερώθηκε η Αθήνα απο τους Τούρκους, ο Πύργος του ρολογιού μετασκευάστηκε σε φυλακή. Για επτά δεκαετίες μέχρι και την τραγική νύχτα του Αυγούστου του 1884, οπότε και έγινε με την πυρκαγιά παρανάλωμα της φωτιάς, ο Πύργος του ρολογιού ήταν στην θέση του. Τελικά τα υπολείμματά του απο την φωτιά γκρεμίστηκαν και αυτά, για να ξεκινήσει η αρχαιολογική σκαπάνη. Κεντρική Βιβλιογραφία «Αθήνα» των Θ. Γιοχάλα, Τ. Καφετζάκη, εκδόσεις «Εστία» 2013. Στην 1-η φωτογραφία η περίφημη συνοικία «Βρυσάκι» και η Παναγία της Βλασσαρούς σ΄αυτήν, προτού η συνοικία κατεδαφιστεί για τις ανασκαφές. Στην 2-η φωτογραφία η Ρωμαϊκή Αγορά που είχαν οικοδομήσει ο Ιούλιος Καίσαρας και ο Οκταβιανός Αύγουστος τον 1-ο π.Χ. αιώνα. Στην 3-η ο Μενδρεσές σε χαρακτικό του 18-ου αιώνα, στην 4-η Αρχαία Αγορά της Αθήνας, αριστερά διακρίνεται η Στοά του Αττάλου και δεξιά το Ωδείο του Αγρίππα και στην 5-η φωτογραφία, η εκκλησία του Αγίου Φιλίππου στο Βρυσάκι.

*Ο συγγραφέας Πάνος Ν. Αβραμόπουλος, είναι M.Sc Δ/χος Μηχανικός Ε.Μ.Π.
www.panosavramopoulos.blogspot.gr

olympia.gr

 

Advertisement

One comment on “Πλάκα. Ιστορικό Β’

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s