Τί συμβαίνει στα ερημικά μέρη της Ιρλανδίας.

gatolykos
Η πίστη στα πανίσχυρα και όμορφα ξωτικά αλλά και στις μαγευτικές νεράιδες που αποτελούν ένα ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα σtο θεό και στους ανθρώπους, απαρτίζει ίσως το πιο σημαντικό τμήμα στη λαϊκή παράδοση της “μυστικής” Ιρλανδίας. Οι Κέλτες υπήρξαν ένας λαός που πάντοτε ήταν τυλιγμένος με μία αχλή μυστηρίου. Οι θρύλοι και η ιστορία τους θέλγουν την ανθρώπινη φύση, και την εκλύουν με αμείωτο ενδιαφέρον αποτελώντας ένα ιδιαίτερο κομμάτι της δυτικής παράδοσης στο ρου της ιστορίας.
Αξίζει να παραθέσουμε πως η λαϊκή παράδοση είναι η παρουσία ενός λαού μέσα στο χρόνο και τελικά σημαίνει την επιλογή του καλού μες τους αιώνες, έχει για απαραίτητη προϋπόθεση την επιβίωση του χθεσινού μέσα στο σημερινό, τη διάσωση του και την ύψωση σε επιταγή και κανόνα.
Η αναβίωση λοιπόν της παράδοσης των ξωτικών θα αποτελέσει μια αφύπνιση της μνήμης καθώς στρέφεται σε στοιχεία που ο καιρός ξεμάκρυνε απ’ την άμεση πραγματικότητα. Καθότι αυτός ο αναχρονισμός είναι επ’ ουσίας μεταχρονισμός, είναι μία αίσθηση του χρόνου στην αιώνια διάρκεια του, έξω απ’ τον παφλασμό της ψυχής που μας κάνουν να νιώθουμε παροδικοί.
Υπάρχει μία ευαισθησία και ολόκληρη ποίηση λοιπόν, καμωμένη στο ζήτημα αυτό, που αγγίζει τις απλές ψυχές των ανθρώπων, που ερωτεύονται τις πανέμορφες κοιλάδες, τα βουνά που ορθώνονται πίσω απ’ τις θάλασσες και τους καταπράσινους λόφους που είναι το σπιτικό των ξωτικών.
Ο κόσμος των ξωτικών συνιστά ένα συνονθύλευμα παράξενου τοπίου, ανεξερεύνητου μυστηρίου και ριζωμένης αμφιβολίας στη ψυχή μας, η οποία δεν παύει ποτέ να ονειρεύεται και να αναρωτιέται: Τί υπάρχει πέρα απ’ τον άνθρωπο;
Ευθεία απάντηση δεν θα αποκομισθεί, εν τούτοις μέσα από χάρτες και κώδικες, στοιχεία και μαρτυρίες, σκοτεινά δάση και κοιλάδες, θα επιδοθούμε σε μία καταβολή προσπάθειας για τη χαρτογράφηση του αλλόκοσμου και του μυστηρίου- χωρίς να βουλώνουμε αδιάφοροι τα αυτιά μας κάθε φορά που αέρινα φανταστικά πλάσματα, σαν φευγαλέες σκιές, μας ψιθυρίζουν απόκοσμους ήχους…

Τί είναι τα ξωτικά; (Χαρακτηρολογία τους)
“Διωγμένοι ’γγελοι που δεν ήταν αρκετά καλοί ώστε να σωθούν, αλλά ούτε αρκετά κακοί ώστε να χαθούν“, λένε οι χωρικοί. “Οι θεοί της παγανιστικής Ιρλανδίας που όταν έπαψαν να τους λατρεύουν και να τους προσφέρουν δώρα, μαράζωσαν και ζάρωσαν στη λαϊκή φαντασία, απομένοντας τώρα να έχουν ύψος μόνο λίγες πιθαμές” σύμφωνα με τους Ιρλανδούς αρχαιοδίφες.
Τέλος, υπάρχουν αρκετές μνείες που ενισχύουν την άποψη πως ήταν “εκπεσόντες άγγελοι”, κάτι το οποίο μάλιστα υποδεικνύεται από καθαυτή φύση τους: τα ξωτικά είναι εμφορούμενα την ιδιοτροπία να φέρονται καλά στους ενάρετους και άσχημα στους κακοήθεις ανθρώπους!
Εύλογα είναι κατανοητό πως γίνεται ένας σαφέστατος διαχωρισμός ανάμεσα στα ξωτικά: Υπάρχουν τα αγγελικά πλασμένα και τα υπό κακίας γενόμενα, ήτοι οι νεράιδες και οι καλικάντζαροι. Διότι αναμφίβολα, δεν υπάρχει τίποτε που να μην υπόκειται σ’ αυτόν τον αιώνιο δυισμό καλού-κακού.
Στην Ιρλανδία θεωρούσαν πως ένας οφειλόμενος σεβασμός προς τα ξωτικά ήταν απολύτως δικαιολογημένος, προκειμένου να εξασφαλίσουν την προστασία τους. Αφενός τα πλάσματα αυτά προσβάλλονται και θίγονται τόσο εύκολα που καλύτερα να μιλάς όσο το δυνατόν λιγότερο στη συντροφιά τους και να τα αποκαλείς “αρχόντους”. Αφετέρου είναι τόσο εύκολο να τα ευχαριστήσεις , που αρκεί να αφήσεις λίγο γάλα στο περβάζι του σπιτιού σου, κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Υπήρχε λοιπόν ένας σαφής κώδικας συμπεριφοράς εκ μέρους των ανθρώπων, που τους καθιστούσε αξιόπιστους στα ξωτικά. Οι άνθρωποι έπρεπε να κρατούν μυστικά ώστε να μην παραβιάζεται η ιδιωτική ζωή των ξωτικών που άλλωστε αγαπούν τη μοναξιά και την περισυλλογή.
Αλλά και τα ίδια τα ξωτικά είχαν μία δική τους ηθική και μάλιστα τιμωρούσαν αυτόν που την παραβίαζε. Καθώς ήταν πολύ μυστικοπαθή, οποιαδήποτε προσπάθεια κατασκοπείας και διείσδυσης την ιδιωτική τους ζωή, τιμωρείτο συχνά με όση ισχύ διέθεταν. Εάν η παρείσφρηση γινόταν αθέλητα, η ποινή ήταν συνήθως η αφαίρεση της ικανότητας αντίληψης της χώρας και των τρόπων της, καθώς και τσιμπήματα με τα μυτερά τους όπλα. Αντίθετα, αν η παρείσφρηση εμπεριείχε δόλο και υστεροβουλία, η τιμωρία ποίκιλε από τύφλωση έως ρευματισμούς.
Όσον αφορά την ονοματοθεσία “αυτών των αέρινων τίποτα”, όπως τα αποκαλεί ο Shakespeare, άδεται πως πηγάζει από το τοπικό επίρρημα “έξω”, από έναν άλλον, έναν διαφορετικό “εξωτικό” κόσμο. Κατά μια άποψη, η λέξη “fairy” δεν χρησιμοποιήθηκε πριν από το Μεσαίωνα και προήλθε από την ιταλική fatae, τις νεράιδες που επισκέπτονταν τα σπίτια στις γεννήσεις και ανακοίνωναν το μέλλον του μωρού, όπως έκαναν οι τρείς μοίρες. Αρχικά το “fairy” ήταν “faire-erie” μία κατάσταση μαγέματος που ωστόσο μεταφέρθηκε απ’ την κατάσταση στον πρόξενο της κατάστασης αυτής.
“Θεάσεις” των ξωτικών περιγράφουν φιγούρες που προσομοιάζουν στους ανθρώπους, έχοντας εν γένει όμορφη εμφάνιση αλλά κι ενίοτε κάποια δυσμορφία που δεν μπορούν πάντοτε να αποκρύψουν.
Είθισται να είναι ενδεδυμένα στα πράσινα και να κατοικούν μέσα σε λόφους, βουνά ή αρχαίους τάφους ενώ το γνωστότερο κατοικήριο τους είναι η Τιγκ Ναν Ογκ, η χώρα της νεότητας. Ένας γήινος παράδεισος που βρισκόταν στη δυτική ακρη του ωκεανού και όπου ο χρόνος, όπως και στη χώρα των ξωτικών, δε μετριέται με ανθρώπινα δεδομένα.
Ένας από τους θνητούς που φημολογείται πως κάποτε το επισκέφτηκε ήταν ο Όσιαν, ο οποίος όμως παραβίασε το ταμπού της χώρας, σύμφωνα με το οποίο, όποιος ήθελε να επισκεφτεί τη γη μπορούσε μεν, έπρεπε δε, να μην πατήσει το χώμα της. Εφόσον το παραβίαζε, η γήινη ηλικία του επέστρεφε και μονομιάς καθίστατο ανέφικτο να επιστρέψει…

metafysiko.gr

Advertisements