Ο μύθος του Φαίδωνα


Ο Φαίδωνας διηγείται τη συζήτηση που έλαβε χώρα στη φυλακή λίγο πριν από τον θάνατο του Σωκράτη. Θέμα της η αθανασία της ψυχής. Οι πυθαγορικοί Σιμμίας και Κέβης δεν έχουν πειστεί από τη σχετική επιχειρηματολογία του Σωκράτη που προηγήθηκε.

Προκειμένου να αποδείξει τις απόψεις του περί αθανασίας της ψυχής, ο Σωκράτης υποστήριξε ότι η γη δεν είναι, ούτε κατά τη σύσταση ούτε κατά το μέγεθος, όπως τη φαντάζονται οι περισσότεροι: «οι άνθρωποι κατοικούν σε κάποια κοιλότητά της και όχι στην επιφάνειά της και πιστεύουν ότι βλέπουν τον αληθινό ουρανό, αντίληψη που θα την αναιρούσαν, αν είχαν τη δυνατότητα να πετάξουν μέχρι την άκρη του.» Ο Σωκράτης και ο πυθαγορικός Σιμμίας συμφώνησαν τότε να διηγηθεί ο πρώτος έναν μύθο…

ΠΛ Φαιδ 110b–115a: Περιγραφή της γης – Πού κατοικούν οι άνθρωποι

Λέγεται λοιπόν, σύντροφε, είπεν ο Σωκράτης, πρώτον μεν ότι η γη, όταν την παρατηρήση κανείς απ’ επάνω, έχει την όψιν των σφαιρών εκείνων, αι οποίαι κατασκευάζονται από δώδεκα τεμάχια δέρματος, είναι δηλ. σφαίρα πολύχρωμος και τα μέρη της διακρίνονται από τα χρώματα, τα οποία έχουν και των οποίων απομιμήσεις είναι όσα χρώματα μεταχειρίζονται εδώ κάτω οι ζωγράφοι. Εκεί επάνω λοιπόν η γη έχει τοιαύτα χρώματα και μάλιστα πολύ λαμπρότερα και καθαρώτερα από αυτά εδώ· αλλού μεν είναι καταπόρφυρος και θαυμαστόν το κάλλος της, αλλού δε χρυσοειδής και αλλού πάλιν κατάλευκη, λευκοτέρα από τον γύψον ή την χιόνα· και τα άλλα χρώματα, από τα οποία σύγκειται, είναι ομοίως περισσότερα και ωραιότερα από όσα ημείς έχομεν ιδεί. Ακόμη και αυταί αι κοιλότητες της γης, καθώς είναι τελείως πεπληρωμέναι με ύδωρ και αέρα, λαμποκοπούν μέσα εις την ποικιλίαν των άλλων χρωμάτων και παίρνουν έν είδος χρώματος, εις τρόπον ώστε η γη παρουσιάζει την όψιν μιας συνεχούς πολυχρωμίας με ενιαίον τόνον. Εις την γην δε αυτήν, η οποία είναι τοιαύτη την σύστασιν, τα φυόμενα δένδρα και άνθη και καρποί, φύονται με αναλογίαν. Ομοίως και τα όρη· και οι λίθοι της έχουν κατά την αυτήν αναλογίαν ωραιότερα και την λειότητα και την διαφάνειαν και τα χρώματα· αυτών των λίθων θρύψαλα είναι τα πετράδια, που εδώ κάτω τα θεωρούμεν πολύτιμα, τα σάρδια και οι ιάσπιδες και οι σμάραγδοι και όλα τα τοιαύτα· εκεί επάνω δε τίποτε δεν υπάρχει, που να μη είναι τοιούτον και ακόμη ωραιότερον απ’ αυτά. Και αιτία τούτου είναι, ότι οι λίθοι εκείνοι είναι καθαροί και δεν έχουν ούτε καταφαγωθή ούτε καταστραφή, όπως οι εδώ, από την σήψιν και την άλμην που οφείλονται είς όσας ύλας έχουν συρρεύσει εις τους εδώ τόπους· αυτά είναι ακριβώς που φέρουν ασχημίας και νόσους εις τους λίθους και εις την γην και εις τα άλλα ζώα και φυτά. Η δε γη είναι κεκοσμημένη και με όλους αυτούς τους πολυτίμους λίθους και επί πλέον με χρυσόν και με άργυρον και με τα άλλα επίσης τα τοιαύτα. Και ο διάκοσμος αυτός φύσει προσφέρεται αφ’ εαυτού εις τους οφθαλμούς και είναι απ’ αυτήν την φύσιν του έκδηλος και τόσον άφθονος, τόσον μεγαλοπρεπής και απλωμένος πανταχού της γης, ώστε αυτή με την όψιν της ν’ αποτελή θέαμα δι’ ευδαίμονας θεατάς.

Επ’ αυτής δε υπάρχουν ζώα διάφορα από τα εδώ και πολλά και άνθρωποι, εκ των οποίων άλλοι μεν κατοικούν εις το μέσον αυτής, άλλοι δε γύρω από τον αέρα, καθώς ημείς γύρω από την θάλασσαν, άλλοι δε εις νήσους, αι οποίαι περιρρέονται από τον αέρα και ευρίσκονται πλησίον της στερεάς. Και με ένα λόγον ό,τι είναι εδώ διά τας ανάγκας μας το ύδωρ και η θάλασσα, είναι εκεί ο αήρ· ό,τι δε εις ημάς ο αήρ, είναι εις εκείνους ο αιθήρ. Είναι δε αι εποχαί των κατά τοιούτον τρόπον μετριασμέναι, ώστε οι άνθρωποι εκείνοι είναι απηλλαγμένοι νόσων και ζουν πολύ περισσότερον χρόνον από τους εδώ. Και ως προς την όρασιν, την ακοήν, την διανόησιν και όλα τα τοιαύτα έχουν από ημάς την ιδίαν ακριβώς απόστασιν, την οποίαν έχει ο αήρ από το ύδωρ και ο αιθήρ από τον αέρα ως προς την καθαρότητα. Εννοείται ότι έχουν και άλση διά τους θεούς και ιερά, όπου τω όντι κατοικούν οι θεοί και ότι οι θεοί ομιλούν εις αυτούς και δίδουν χρησμούς και γίνονται αισθητοί εις τους ανθρώπους· τοιουτοτρόπως έρχονται εις επικοινωνίαν εκεί οι άνθρωποι προς τους θεούς πρόσωπον προς πρόσωπον. Και ο ήλιος επίσης και η σελήνη και τα άστρα γίνονται ορατά απ’ αυτούς όπως είναι εις την πραγματικότητα. Μαζί με αυτά έχουν και το επακόλουθόν των, την ευδαιμονίαν.

Τοιαύτη λοιπόν είναι η φύσις και της γης εν τω συνόλω της και των περί την γην. Υπάρχουν δε εντός της γης εις όλην την περιφέρειάν της και κατά τα κοίλα μέρη αυτής τόποι πολλοί· και άλλοι μεν είναι βαθύτεροι και περισσότερον αναπεπταμένοι εν συγκρίσει προς εκείνον, όπου ημείς κατοικούμεν, άλλοι δε βαθύτεροι μεν, αλλά ολιγώτερον αναπεπταμένοι από τον ιδικόν μας τόπον· υπάρχουν τέλος άλλοι οι οποίοι έχουν μικρότερον βάθος από τον εδώ και είναι πλατύτεροι. Όλοι αυτοί συγκοινωνούν αναμεταξύ των υπό την γην εις πολλά μέρη με οπάς άλλοτε στενωτέρας και άλλοτε ευρυτέρας και έχουν διεξόδους. Εκεί και πολύ ύδωρ ρέει από τους μεν εις τους δε, όπως εις μεγάλα δοχεία, ούτω δε σχηματίζονται από την γην μέγιστοι και αστείρευτοι ποταμοί με θερμά και ψυχρά ύδατα· και πολύ πυρ και έτσι σχηματίζονται και μεγάλοι ποταμοί πυρός· υπάρχουν τέλος και πολλοί ποταμοί υγρού πηλού καί καθαρωτέρου και βορβορωδεστέρου, όπως ακριβώς και εις την Σικελίαν ρέουν προ της λάβας ποταμοί πηλού και κατόπιν η ιδία η λάβα. Από τους ποταμούς λοιπόν τούτους πληρούται ο κάθε τόπος σύμφωνα με την διεύθυνσιν κατά την οποίαν εκάστοτε και δι’ έκαστον γίνεται η περιρροή. Όλα δε αυτά κινούν άνω και κάτω την γην σαν να ενυπάρχη εις αυτήν μία δύναμις αιωρήσεως· η αιτία δε της αιωρήσεως ταύτης είναι η εξής:

Μεταξύ των χασμάτων της γης υπάρχει έν, το οποίον είναι μέγιστον και διαπερνά ολόκληρον την γην από το έν άκρον αυτής έως το άλλο· περί αυτού ακριβώς ομιλεί ο Όμηρος λέγων:

«πολύ μακριά, εκεί όπου κάτω από την γην υπάρχει ένα βαθύτατον βάραθρον»

Aυτό δε εις άλλο μέρος και εκείνος και άλλοι πολλοί ποιηταί ωνόμασαν Τάρταρον. Εις τούτο λοιπόν το χάσμα συρρέουν όλοι οι ποταμοί και εξ αυτού πάλιν εκρέουν, λαμβάνει δε έκαστος των ποταμών τούτων τα ιδιαίτερα γνωρίσματά του εκ της συστάσεως του εδάφους, το οποίον διασχίζει κατά την ροήν του. Η δε αιτία, διά την οποίαν και εκρέουν απ’ εδώ και εισρέουν όλα τα ρεύματα είναι ότι το υγρόν τούτο ούτε πυθμένα έχει ούτε βάσιν· αιωρείται λοιπόν και φέρεται κυματιστά πότε προς τα άνω και πότε προς τα κάτω. Και ο αήρ και η περί τον αέρα πνοή το αυτό πράττουν∙ διότι παρακολουθούν το ύδωρ και όταν τούτο ορμά προς το απ’ εκεί μέρος της γης και όταν ορμά προς το απ’ εδώ· και καθώς συμβαίνει εις την αναπνοήν, κατά την οποίαν η πνοή ρέει πάντοτε πότε προς τα έξω και πότε προς τα μέσα, έτσι και εκεί καθώς η πνοή συναιωρείται μετά του υγρού, προκαλεί με την είσοδον και την έξοδόν της ανέμους ισχυρούς και βίαιους. Όταν λοιπόν υποχωρήση το ύδωρ εις τον τόπον, τον ονομαζόμενον κάτω, εισρέει διά μέσου του εδάφους εις τα μέρη, όπου γίνεται η κάθοδος των ρευμάτων και τα γεμίζει, καθώς ακριβώς συμβαίνει εις τας αντλίας μας· όταν δε πάλιν αφήση τα μέρη εκείνα και ορμήση προς τα εδώ, γεμίζει πάλιν τα εδώ. Το ύδωρ των μερών, που έχουν κατ’ αυτόν τον τρόπον γεμίσει, ρέει διά των οχετών και του εδάφους και αφού φθάση εις τους τόπους, προς τους οποίους έχει ανοίξει μόνον του δρόμον, σχηματίζει θαλάσσας και λίμνας και ποταμούς και κρήνας. Έπειτα εισδύουν πάλιν τα ύδατα μέσα εις την γην και αφού περιέλθουν, άλλα μεν μακροτέρους και περισσοτέρους, άλλα δε ολιγωτέρους και μικροτέρας εκτάσεως τόπους, χύνονται πάλιν εις τον Τάρταρον∙ τα μεν πολύ χαμηλότερα εν σχέσει προς το μέρος, από το οποίον προηγουμένως ηντλήθησαν, τα δε ολιγώτερον χαμηλά ― όλα πάντως εισρέουν χαμηλότερα εν σχέσει προς το σημείον της εκροής· και μερικά μέν χύνονται κάτω εις σημείον ευρισκόμενον απέναντι του τόπου της εισροής, μερικά δε προς το αυτό με τον τόπον εκείνον μέρος· υπάρχουν δε και μερικά, των οποίων η διαδρομή σχηματίζει τέλειον κύκλον∙ αυτά αφού στριφογυρίσουν την γην μίαν ή και περισσοτέρας φοράς, σαν τα φίδια, κατέρχονται όσον το δυνατόν χαμηλά διά να εκχυθούν∙ είναι δε δυνατόν να κατέλθουν μόνον μέχρι του κέντρου τόσον προς την μίαν όσον και προς την άλλην διεύθυνσιν, όχι δε και πέραν αυτού· διότι το εκατέρωθεν του κέντρου μέρος της γης και διά τα δύο ρεύματα γίνεται ανηφορικόν.

ΠΛ Φαιδ 110b–115a: Πού οδηγούνται οι ψυχές μετά το θάνατό τους – Η διαδικασία της κρίσεως των ψυχών

Βεβαίως υπάρχουν άλλα πολλά και μεγάλα και κάθε λογής ρεύματα· μεταξύ όμως τούτων των πολλών διακρίνονται τέσσαρα ρεύματα· εκ τούτων εκείνο το οποίον είναι το μεγαλύτερον όλων και του οποίου η ροή διαγράφει τον πλέον εξωτερικόν κύκλον, είναι ο καλούμενος Ωκεανός. Απέναντι αυτού και με αντίθετον διεύθυνσιν ροής είναι ο Αχέρων, ο οποίος και άλλους ερήμους τόπους διασχίζει και ρέων υπό την γην φθάνει εις την λίμνην Αχερουσιάδα, όπου έρχονται αι ψυχαί του μεγάλου πλήθους των αποθαμένων και αφού παραμείνουν επί τόσον χρόνον, όσος έχει ορισθή εις αυτάς από την Μοίραν, άλλαι περισσότερον και άλλαι ολιγώτερον, στέλλονται οπίσω πάλιν εις την ζωήν υπό την μορφήν ζώων. Ένας τρίτος ποταμός πηγάζει εις το μέσον τούτων των δύο και πλησίον του σημείου, όπου πηγάζει, χύνεται μέσα εις ένα εκτεταμένον τόπον καιόμενον από πολύ πυρ καί σχηματίζει λίμνην μεγαλυτέραν της ιδικής μας θαλάσσης, όπου ύδωρ και πηλός βράζουν∙ απ’ εκεί καθώς προχωρεί θολός και λασπερός, διαγράφει κύκλον από την γην, περιελισσόμενος δε και αλλού φθάνει και εις το άκρον της Αχερουσιάδος λίμνης χωρίς να ανακατεύεται με τα ύδατά της· αφού δε κάμη πολλά στριφογυρίσματα υπό την γην χύνεται χαμηλότερα από τόν Τάρταρον∙ αυτός είναι ο ποταμός, τον οποίον ονομάζουν Πυριφλεγέθοντα και του οποίου οι ρύακες εις όσα σημεία εγγίζουν την επιφάνειαν της γης εκβράζουν πύρινον πηλόν. Απέναντι πάλιν τούτου ο τέταρτος ποταμός χύνεται κατ’ αρχάς εις τόπον, ο οποίος, καθώς λέγεται, είναι φοβερός και άγριος, έχει δε ολόκληρος χρώμα σαν το κυανούν περίπου και ονομάζεται Στύγιος· ο ποταμός αυτός σχηματίζει και την λίμνην Στύγα, όπου εκβάλλει· μόλις πέση εδώ, τα ύδατά του αποκτούν φοβεράς ιδιότητας και τότε αφού εισδύση εις το εσωτερικόν της γης, προχωρεί με στριφογυρίσματα κατ’ αντίθετον προς τον Πυριφλεγέθοντα διεύθυνσιν και έρχονται προς συνάντησίν του παρά την Αχερουσιάδα λίμνην από το αντίθετον μέρος· ούτε του ποταμού τούτου τα ύδατα ανακατεύονται με άλλα, αλλά και αυτός, αφού διαγράψη με την ροήν του κύκλον, χύνεται εις τον Τάρταρον από το αντίθετον προς τον Πυριφλεγέθοντα μέρος· το όνομα του ποταμού τούτου είναι, καθώς λέγουν οι ποιηταί, Κωκυτός.

Αυτή είναι η φυσική σύστασις και πορεία των ποταμών τούτων. Οι αποθαμένοι τώρα, όταν φθάσουν εις τον τόπον, όπου τον καθένα οδηγεί ο δαίμων του, κατ’ αρχάς μεν δικάζονται και όσοι έζησαν ζωήν ωραίαν και αγίαν και όσοι όχι. Και εκείνοι μεν, διά τους οποίους θα αποδειχθή ότι η ζωή των υπήρξε μέση, πορεύονται προς τον Αχέροντα και αφού αναβούν επί των οχημάτων, τα οποία είναι προωρισμένα δι’ αυτούς, φθάνουν επ’ αυτών εις την λίμνην∙ εκεί κατοικούν και υποβάλλονται εις κάθαρσιν∙ απολύονται δηλ. των αδικημάτων, τα οποία τυχόν έχουν διαπράξει, αφού εκτίσουν τας σχετικάς ποινάς, και απολαμβάνουν τιμάς, έκαστος κατά την αξίαν του διά τας καλάς των πράξεις. Όσοι φανούν ότι διά το μέγεθος των αμαρτημάτων των είναι ανίατοι, διότι έχουν διαπράξει πολλάς και μεγάλας ιεροσυλίας ή πολλούς αδίκους και παρανόμους φόνους ή άλλα παρόμοια εγκλήματα, αυτοί ευρίσκουν την τύχην που τους αρμόζει: Ρίπτονται εις τον Τάρταρον και απ’ εκεί ουδέποτε εξέρχονται. Εκείνοι πάλιν διά τους οποίους θα αποδειχθή ότι έχουν διαπράξει ιάσιμα μεν, αλλά μεγάλα αμαρτήματα, π.χ. εβιαιοπράγησαν υπό το κράτος της οργής κατά του πατρός ή της μητρός των και έζησαν τον υπόλοιπον βίον των μετανοούντες διά τας πράξεις των, ή έγιναν ανθρωποκτόνοι κατ’ άλλον τινά παρόμοιον τρόπον, αυτοί, είναι μεν ανάγκη να ριφθούν εις τον Τάρταρον· αφού όμως πέσουν εκεί μέσα και παραμείνουν επί τινα χρόνον, το κύμα τους βγάζει έξω, τους μεν ανθρωποκτόνους προς τον Κωκυτόν, τους δε πατραλοίας και μητραλοίας προς τον Πυριφλεγέθοντα· καθώς δε φέρονται από το ρεύμα, όταν φθάσουν εις την Αχερουσιάδα λίμνην, εκεί καλούν με μεγάλας κραυγάς, οι μεν όσους εφόνευσαν, οι δε εκείνους, κατά των οποίων εβιαιοπράγησαν, και με ικεσίας και με παρακλήσεις ζητούν να τους αφήσουν να περάσουν εις την λίμνην και να τους δεχθούν∙ και εάν μεν τους πείσουν, περνούν εις την λίμνην και τελειώνουν τα δεινά των· ει δε μη, φέρονται οπίσω εις τον Τάρταρον και απ’ εκεί πάλιν εις τους ποταμούς και δεν παύουν τα βάσανά τους αυτά πριν πείσουν όσους ηδίκησαν∙ διότι αυτήν την ποινήν τους έχουν επιβάλει οι δικασταί. Εκείνοι τέλος διά τους οποίους θα άποδειχθή, ότι έζησαν με μεγάλην αγιότητα, αυτοί είναι που ελευθερώνονται και απαλλάσσονται από τούτους τους τόπους, που ευρίσκονται εις τα έγκατα της γης, σαν να εξέρχωνται από δεσμωτήρια, ανέρχονται δε επάνω εις τον καθαρόν τόπον διαμονής και κατοικούν εις την επιφάνειαν της γης. Εκ τούτων όσοι διά της φιλοσοφίας εκαθαρίσθησαν επαρκώς τον έπειτα χρόνον ζουν τελείως άνευ σωμάτων και έρχονται εις ακόμα ωραιοτέρους απ’ αυτούς τόπους διαμονής, τους οποίους να περιγράψωμεν ούτε εύκολον είναι, ούτε ο χρόνος, τον οποίον έχομεν τώρα εις την διάθεσίν μας, επαρκεί.

Δι’ όλα λοιπόν αυτά, τα οποία λεπτομερώς επραγματεύθημεν, πρέπει, Σιμμία, να κάμωμεν το παν, ώστε εις την παρούσαν ζωήν μας να γίνωμεν μέτοχοι της αρετής και της φρονήσεως, διότι είναι ωραίον το βραβείον και η ελπίς μεγάλη. Βεβαίως δεν αρμόζει εις νουνεχή άνθρωπον να ισχυρισθώ, ότι αυτά έχουν έτσι, καθώς εγώ τα εξέθεσα· ότι όμως τα περί τας ψυχάς μας και τους τόπους διαμονής των μετά θάνατον είναι αυτά ή περίπου αυτά, αφού βέβαια είναι φανερόν ότι η ψυχή είναι κάτι αθάνατον, μου φαίνεται ότι και πρέπει και αξίζει κανείς να διακινδυνεύση να πιστεύση, ότι τούτο ούτως έχει. Διότι είναι ωραίος ο κίνδυνος και πρέπει να τα ψάλλη κανείς σαν εξορκισμόν εις τον ίδιον τον εαυτόν του· δι’ αυτό δα και εγώ από πολλήν ώραν μακραίνω αυτόν τον μύθον. Να! λοιπόν διά ποίους λόγους πρέπει να έχη εμπιστοσύνην διά την τύχην της ψυχής του ένας άνθρωπος, ο οποίος εις την ζωήν του τας μεν άλλας ηδονάς του σώματος και ιδίως τους στολισμούς τους περιεφρόνησε, διότι τους εθεώρησε ξένους και ενόμισεν ότι μάλλον φέρουν το αντίθετον αποτέλεσμα· διά δε τας ηδονάς της μαθήσεως εφρόντισε με επιμέλειαν και, αφού προσεπάθησε να στολίση την ψυχήν του όχι με ξένα, αλλά με τα ιδικά της στολίσματα, δηλαδή με σωφροσύνην καί δικαιοσύνην και ανδρείαν και ελευθερίαν και αλήθειαν, περιμένει τώρα να πορευθή εις τον Άδην έτοιμος να ξεκινήση, όταν η ειμαρμένη τον φωνάξη. Και σεις μεν, είπε, Σιμμία και Κέβη και οι άλλοι, θα ξεκινήσετε κάποτε, αργότερα, δια την πορείαν αυτήν, έκαστος διά λογαριασμών του· εμέ όμως, όπως θα έλεγεν ένας ήρως τραγωδίας, τώρα κι’ όλας η ειμαρμένη με καλεί. Πλησιάζει, θαρρώ, η ώρα να διευθυνθώ προς το λουτρόν· διότι, μου φαίνεται, είναι καλύτερον να πίω το φάρμακον, αφού πρώτα λουσθώ και έτσι να μη βάλω εις ενόχλησιν τας γυναίκας να λούσουν ένα νεκρόν».

ellinikoarxeio.com

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s