Μπακάλικα Απότσου και Κίκιζα

Οι παλαιότεροι τα γνωρίζουν γιατί τα έζησαν και οι νεώτεροι τα έχουν ακούσει σε διηγήσεις παλαιοτέρων η έχουν διαβάσει για τα καταστήματα που ονομαζόταν παντοπωλεία η μπακάλικα.
1
Τα καταστήματα αυτά αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά του λιανικού εμπορίου για περισσότερο από 30 χρόνια από το 1950 και μετά, μία εποχή που η χώρα βρισκόταν σε φάση ανασυγκρότησης μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τους δύο εμφυλίους πολέμους που ακολούθησαν και οι πολίτες ήταν αντιμέτωποι κατ’ αρχάς με το πρόβλημα εξασφάλισης των προς το ζην.
2
Τα παντοπωλεία διέθεταν όλα σχεδόν τα αγαθά που χρειαζόταν ένα νοικοκυριό, από όλα σχεδόν τα τρόφιμα (εκτός κρέατος και ψαριών) μέχρι είδη καθαρισμού και καύσιμα (πετρέλαιο, οινόπνευμα).
3
Μερικά από αυτά διατηρούσαν και χώρο όπου λειτουργούσε ταβέρνα και διέθεταν και κρασί δικής τους παραγωγής. Η εξυπηρέτηση των νοικοκυριών από τα παντοπωλεία έφτανε σε πολλές περιπτώσεις και μέχρι την επί πιστώσει παροχή αγαθών με μηνιαία συνήθως πληρωμή λόγω της ανά μήνα καταβολής των μισθών στους εργαζόμενους.
4
Στο τέλος της δεκαετίας του 1960 εμφανίστηκαν τα πρώτα προβλήματα στη λειτουργία των παντοπωλείων με τον περιορισμό του ποσοστού κέρδους σε χαμηλά και καθοριζόμενα από το κράτος δια νόμου επίπεδα, με την ακριβή και ελάχιστην έως ανύπαρκτη χρηματοδότησή τους από τις τράπεζες και τέλος από την εμφάνιση μεγάλων καταστημάτων (super market).
5
Αντίδραση στη επερχόμενη συρρίκνωση του κλάδου αποτέλεσε η ίδρυση συνεταιριστικών ενώσεων των παντοπωλών σε όλη τη χώρα. Η πρώτη τέτοια συνεταιριστική ένωση ηταν η “Προμηθευτική Ένωση Παντοπωλών ΑΘΗΝΑ Super Market” που ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1967.
6
Ακολούθησαν και πολλές άλλες παρόμοιες ενώσεις σε όλη τη χώρα και το 1975 ιδρύθηκε η “Πανελλήνια Ένωσις Παντοπωλειακών εταιριών συνεταιρισμών κοινοπραξιών Ελλάδος” (ΠΕΠΕΣΚΕ).
7
Μια γλωσσολογική ανάλυση
8
Μπακάλης είσαι και φαίνεσαι!
Εντάξει, πολλές φορές το ‘μπακάλης’ το λέμε υποτιμητικά, για κάποιον που κάνει χονδροειδείς υπολογισμούς και προχειροδουλειές και πιο συχνό ακόμα είναι το «μπακάλικος» ή «μπακαλίστικος» που το λέμε για έναν εμπειρικό και πρόχειρο τρόπο εργασίας
9
βέβαια, όταν ο τρόπος αυτός φέρνει αποτελέσματα χωρίς να χολοσκάει για τη θεωρία, μπορεί η λέξη ‘μπακάλικος’ να πάρει και ελαφρώς θετική απόχρωση. Όμως, δεν θα μιλήσω γι’ αυτή καθαυτή τη λέξη.
10
Θα μιλήσω για την τουρκική λέξη bakkal, από την οποία βέβαια προέρχεται και η δικιά μας ελληνική.
11
Ο bakkal ήταν ο μπακάλης, ο παντοπώλης, αλλά στα χωριά της εποχής εκείνης συχνότατα το μπακάλικο ήταν το μοναδικό μαγαζί. Ο bakkal λοιπόν ήταν και λιγάκι πανδοχέας, και λιγάκι σαράφης, και λιγάκι τοκογλύφος.
12
Στα χωριά της Μικρασίας και της Αιγύπτου, αυτός ο bakkal ήταν σχεδόν πάντα Ρωμιός. Σε ταξιδιωτικούς οδηγούς Μπαίντεκερ της Αιγύπτου πριν από τον πόλεμο, βρίσκει κανείς φράσεις όπως: Στις περισσότερες πόλεις, ο έλληνας bakkal θα σας δώσει ένα απλό δωμάτιο για ύπνο.
13
Στο βιβλίο Cairo and its environs των Lamplough και Francis διαβάζουμε (στη σελ. 91): every village contains one Greek ” bakkal ” or grocer-moneylender, παναπεί κάθε χωριό έχει και τον δικό του έλληνα μπακαλοσαράφη. Ως εδώ καλά.
14
Όμως, στο βιβλίο του Κ. Τσουκαλά Εξάρτηση και αναπαραγωγή, εκεί που μιλάει για την κυριαρχία των Ελλήνων στο εμπόριο της Αιγύπτου (σελ. 318) έχει και την εξής υποσημείωση, γραμμένη το 1927:
15
Η σημερινή γενεά των ιθαγενών Αιγυπτίων δεν γνωρίζει, δυστυχώς, από την μεγάλην και εκπολιτιστικήν δράσιν του Ελληνισμού εις όλην την Αίγυπτον, παρά το όνομα «μπακάλ».
16
Το όνομα τούτο φιλολογικώς μεν σημαίνει τον παντοπώλην, αλληγορικώς δε τον αγύρτην, τον τυχοδιώκτην, τον κατεργάρην και τον κλέφτην! (Ε. Μιχαηλίδη, «Ο Αιγυπτιώτης Ελληνισμός και το μέλλον του», Αλεξάνδρεια 1927, σελ. 4).
17
Στο ίδιο βιβλίο (σελ. 319) παρατίθεται και άποψη του λόρδου Κρόμερ, από το 1911, ο οποίος ενώ θεωρεί ευεργετική για την Αίγυπτο την παρουσία των Ελλήνων,

SONY DSC

SONY DSC


προσθέτει ωστόσο ότι «οπουδήποτε υπάρχει έστω και το παραμικρό ενδεχόμενο να αγοράσει κανείς φτηνά και να πουλήσει ακριβά, κάπου εκεί θα βρίσκεται και ο Έλληνας μικρέμπορος», ο οποίος «παρασύρει τον φελάχο στο πιοτό» και «δανείζει τον Αιγύπτιο χωρικό με υπέρογκους τόκους, υποβιβάζοντάς τον στη θέση του είλωτα».
19
Οπότε, bakkal = Έλληνας = κατεργάρης, κλέφτης, τοκογλύφος. Δεν αισθανόμαστε και πολύ περήφανοι, θαρρώ.
20
Ένα πολύ γνωστό μπακάλικο
Το μπακάλικο του Κίκιζα
στη γωνία Λένορμαν και Παλαμηδίου
21
Το μπακάλικο του Κίκιζα ήταν γνωστό σ’ όλη την Αθήνα. Βρισκόταν στη γωνία Λένορμαν και Παλαμηδίου…

Ήταν το μεγαλύτερο μπακάλικο της τότε Αθήνας και λειτουργούσε από το 1925. Απασχολούσε περισσότερους από είκοσι υπαλλήλους, όταν τα μεγαλύτερα μπακάλικα της εποχής απασχολούσαν πέντε ή έξι υπαλλήλους.
22
Όταν δεν μπορούσαν οι Αθηναίοι να βρουν ένα είδος σε άλλα μπακάλικα το ‘βρισκαν στου Κίκιζα και πάντα φρέσκο, δεδομένου ότι είχε πολλή δουλειά και τίποτα δεν έμενε στις αποθήκες για καιρό.
23
Μία από τις στάσεις του 11 τραμ που άρχιζε από την Κολοκυνθού και τελείωνε στο τέρμα της οδού Ιπποκράτους λεγόταν στάση Κίκιζα κι αυτό διευκόλυνε τον κόσμο που ήθελε να ψωνίσει εκεί.
24
Το Σαββατόβραδο γινόταν πατείς με πατώ σε εκεί μέσα, μέχρι που ερχόταν αστυφύλακας για την τάξη, αλλά ο Κίκιζας δεν έδινε ποτέ βερεσέ. Για να ψωνίσεις εκεί έπρεπε να ‘χεις τα λεφτά στο χέρι και καθώς στην περιοχή εκείνη κατοικούσαν μεροκαματιάρηδες άνθρωποι, που πληρώνονταν κάθε Σάββατο, τις άλλες μέρες ψώνιζαν με το βιβλιαράκι στα μικρά μπακάλικα.
25
Το κωμικό σ’ αυτή την υπόθεση (αν μπορεί να λεχθεί κωμικό) ήταν, ότι το Σαββατόβραδο οι μικρό-μπακάληδες, που συνήθως δεν είχαν δουλειά, στέκονταν στην εξώπορτα του μαγαζιού τους και παρακολουθούσαν τις νοικοκυρές που πήγαιναν στον Κίκιζα να ψωνίσουν και σ’ όποια έπαιρνε το μάτι τους φώναζαν, «κυρά-Πηνειώ, απόψε που ‘χεις λεφτά πας στον Κίκιζα, αλλά έλα τη Δευτέρα με το βιβλιαράκι, δε θα σου δώσω τίποτα βερεσέ».
26
Οι νοικοκυρές χαμογελούσαν αλλά δεν έπιανε η απειλή και πήγαιναν να ψωνίσουν στον Κίκιζα.
27
Το μπακάλικο λειτούργησε μέχρι το 1972 οπότε και έκλεισε. Ήταν ο πρόδρομος των σημερινών σούπερ μάρκετ.
28
Ένα επίσης πολύ γνωστό μπακάλικο
«Απότσος»
«Ακαδημία», «Ναός ευζωίας» ή «Μεγάλη Βρετανία του ουζάδικου», ο «Απότσος» παρακολούθησε πίσω από τη βιτρίνα του όλη τη σύγχρονη ελληνική ιστορία.
29
Το μπακάλικο που έγινε delicatessen, ουζερί, μπαρ και στο τέλος θρύλος φιλοξένησε στα τραπέζια του από πολιτικούς και βασιλιάδες, πρωθυπουργούς και διανοούμενους ως και τσαγκάρηδες που άφηναν για λίγο το κασελάκι τους στο πεζοδρόμιο της Σταδίου – και αργότερα της Πανεπιστημίου – για να πιουν ένα ουζάκι.
30
Και αν σήμερα, μετά το οριστικό κλείσιμο του «Απότσου» το 1997 λόγω λήξης μισθώματος, οι διηγήσεις των αλλοτινών θαμώνων του κρατούν ένα κομμάτι της ιστορίας του ζωντανό, οι αφίσες των εκλεκτών προϊόντων του καταστήματος που από τις αρχές του 20ού αιώνα κοσμούσαν τους χώρους του αποτελούν αδιάψευστη μαρτυρία ποιότητας.
31
Μιας ποιότητας που χαρακτήριζε τόσο το κατάστημα όσο και την εποχή του, τότε που ακόμη και ο γυρολόγος – ο οποίος πουλούσε από τσιγάρα ως και ποδήλατα – φερόταν με σεβασμό και εισέπραττε σεβασμό.
32
«Και οι τοίχοι… Ω! Αυτοί οι τοίχοι τού τόσο επιβλητικού για μένα εκείνου κέντρου. Αβαφοι, λερωμένοι, που κατέληγαν σ’ ένα ψηλό ψηλό ταβάνι και που ήταν όλοι στολισμένοι με πολύχρωμες ρεκλάμες, πολύχρωμα μικρά “πανό” που διαφήμιζαν τα προϊόντα μεγάλων οίκων του εξωτερικού – ιδιαίτερα προϊόντα Αγγλίας και Γαλλίας.
33
Θυμάμαι πάντα έναν παλιάτσο γραφικότατο-διαφήμιση του “Κουαντρώ”, κάποιες μαϊμούδες παιχνιδιάρικες που ξερογλείφονταν μπροστά σε μπουκάλια της σαμπάνιας, ρεκλάμες για σκωτσέζικα ουίσκια, τα γάλατα “Νεστλέ”, οβομαλτίνες, μπισκότα, εδώδιμα προϊόντα κάθε είδους, πασίγνωστα έξω από την Ελλάδα» έγραφε ο Αλέκος Λιδωρίκης στις 19.5.1969.
34
Με την πρώτη ματιά φαινόταν για μπακάλικο. Ο προσεκτικός παρατηρητής όμως έβλεπε ότι τα ράφια ήταν γεμάτα λιχουδιές, γλυκές και αλμυρές, απ’ όλη την Ελλάδα, με προεξάρχουσα φυσικά τη μαστίχα Χίου.
35
Πολύ σύντομα ο Απότσος έγινε γνωστός για τις εκλεκτές λιχουδιές του, όπως ένα ιδιαίτερο τυρί και η λακέρδα. Την ώρα που οι πελάτες περίμεναν στον πάγκο να εκτελεστεί η παραγγελία τους ο πολυμήχανος ιδιοκτήτης έβρισκε την ευκαιρία να τους κεράσει, εκεί πάνω στη λαδόκολλα, ένα ουζάκι με μεζέ.
36
Εν τω μεταξύ είχε ήδη απλώσει το δίχτυ των παραγγελιών του προς την Ευρώπη εισάγοντας ό,τι πιο εξαιρετικό. Και όπως έφθαναν οι κούτες από τα κατάφορτα εμπορικά πλοία της εποχής, ο νεαρός δημιουργός του πρωτόγνωρου για τα δεδομένα της εποχής delicatessen έβαζε στις άκρη τις ρεκλάμες που συνόδευαν τα προϊόντα. Ήταν αυτές οι σπάνιες αφίσες που συνέθεσαν σιγά-σιγά την περίφημη 37συλλογή του.

Η φήμη του μικρού μαγαζιού της οδού Σταδίου ταξίδεψε σύντομα ως το Παλάτι: ο βασιλιάς αναγόρευσε τον «Απότσο» επίσημο προμηθευτή του.
38
Έτσι τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα οι κάτοικοι, οι καταστηματάρχες και οι περαστικοί των παρυφών της πλατείας Συντάγματος παρακολουθούσαν με δέος τη βασιλική άμαξα να σταθμεύει στην πόρτα του «Απότσου». Επρόκειτο για την ίδια άμαξα που θα κοσμούσε για πολλά χρόνια το εξώφυλλο του καταλόγου του.
39
«Οι δεκαετίες του 1950 και του 1960 ήταν οι “χρυσές” δεκαετίες του “Απότσου. Κάθε φορά που βρίσκονταν στην Αθήνα περνούσαν ανελλιπώς δυο-τρεις φορές την εβδομάδα τουλάχιστον ο Σταύρος Νιάρχος και ο Αριστοτέλης Ωνάσης.
40
Μοναδικός κοινός παρονομαστής, ότι έπιναν ούζο, έστω κι αν ο καθένας προτιμούσε διαφορετική μάρκα». Όσο για την Τζάκι Ωνάση, αναφέρει η εφημερίδα «Απογευματινή» στις 27 Μαΐου του 1970:
41
«Η Τζάκυ κυκλοφορούσε χθες στους αθηναϊκούς δρόμους συνοδευόμενη από την κόρη του καθηγητού κυρίου Γεωργάκη. Αφού επεσκέφθη διάφορα καταστήματα λαϊκής τέχνης και αγόρασε πολλά δώρα, κατέληξε στου “Απότσου” και ήπιε με τη συντροφιά της τα μεσημεριανά ουζάκια της».
42
Ο «Απότσος», που λειτουργούσε σαν μικρή Βουλή για χιλιάδες γνωστούς και αγνώστους, είδε δημοσιεύματα στους «Times» της Νέας Υόρκης, στο «Paris Match» αλλά και σε ξένα περιοδικά γεύσης και πολιτισμού.
43
Η ιστορία του «Απότσου» έληξε απότομα και μάλλον άδοξα. Το 1997 ήρθε μήνυμα από την πλευρά της ιδιοκτησίας του καταστήματος ότι τυχόν ανανέωση του συμβολαίου θα προϋπέθετε πολλαπλασιασμό του μισθώματος, κάτι που η επιχείρηση δεν μπορούσε να αντέξει.
44
Έτσι το κατάστημα κατέβασε οριστικά ρολά διότι, παρά τα δημοσιεύματα των εφημερίδων και τις διαβεβαιώσεις της Πολιτείας, δεν βρέθηκε ο κατάλληλος χώρος με το κατάλληλο τίμημα για να μπουν ξανά τα περίφημα κεφτεδάκια στο τηγάνι του «Απότσου», οι «γκαζοκεφτέδες», όπως τους είχε βγει το όνομα – από το πετρογκάζ.
45
kayto_pantopoleion
Ριζοσπάστης
Πίσω στα παλιά
Lifo
Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία
«Μεταξουργείο-Κολωνός:
Νοσταλγία και πραγματικότητα»/
Βασίλης Αγγελίδης
Βήμα
lolanaenaallo.blogspot.gr