Τί χειρόγραφα αντέγραφαν οι μοναχοί?

 

Τι χειρόγραφα αντέγραφαν οι καλόγεροι στα μοναστήρια;

Ποια ήσαν, αλήθεια, τα αντιγραφικά εργαστήρια, μέσα στα οποία οι Άγιοι-αντιγραφείς διέσωζαν την αρχαία ελληνική και βυζαντινή γραμματεία; Διαβάστε τι αποκαλύπτουμε μέσα στο βιβλίο μας: «Ο Κώδικας της Χαμένης Γνώσης»!..
            ΕΙΝΑΙ γεγονός, ότι όλοι οι ειδικοί (1) συμφωνούν πώς έως μιαν ορισμένη εποχή, κυρίαρχη θέση για την ελληνική κοινωνία κατείχε το χειρόγραφο που εξυπηρετούσε ιδίως τις ανάγκες της εκκλησίας.
            Στα μεγάλα μοναστικά κέντρα στο Βυζάντιο λειτουργούσαν από παλιά εργαστήρια όπου μοναχοί αντιγραφείς δούλευαν αναπαράγοντας χειρόγραφα για τον εμπλουτισμό των βιβλιοθηκών. Η απασχόληση αυτή, μαζί με άλλες ασχολίες, πνευματικές, καλλιτεχνικές, χειρωνακτικές, συνιστούσε μέρος της μοναστικής ζωής μέσα στον κύκλο της καθημερινής εναλλαγής προσευχής και εργασίας. Με τον καιρό στα μοναστήρια συγκεντρώνονται και αντιγράφονται, εκτός από λειτουργικά και θεολογικά, επίσης χειρόγραφα κοσμικά. Ένα από τα πιο λαμπρά παραδείγματα, η μονή Στουδίου, που ήταν ένα μεγάλο κέντρο μιας σημαντικής μεταρρυθμιστικής, ασκητικής και πνευματικής κινήσεως, στην οποία ο Θεόδωρος Στουδίτης τον 9ο ήδη αιώνα είχε φροντίσει να συγκεντρώσει τέτοιας λογής κείμενα.
             Διαθέτοντας, λοιπόν, πείρα και εθισμό πολλοί βυζαντινοί λόγιοι βρέθηκαν αμέσως ύστερα από την Άλωση προετοιμασμένοι να ασκήσουν για βιοπορισμό το επάγγελμα του αντιγραφέα έξω από τη Βασιλεύουσα, σε άλλες ελληνικές περιοχές η σε δυτικές πόλεις. Δεν είναι συνεπώς παράδοξο ότι ο μεγαλύτερος αριθμός από κώδικες με κείμενα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων ανήκει στον 15ο και στον 16ο αιώνα, αφού είναι γνωστό πως τότε τα ελληνικά αντιγραφικά εργαστήρια στον ελληνικό χώρο (Κρήτη, Κύπρος) η σε πόλεις της Δύσης λειτούργησαν με εντατικό ρυθμό.
            Η δημιουργία αυτών των εργαστηρίων που είχε αρχίσει και πριν από την Άλωση, σχετίζεται άμεσα με τις πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές εξελίξεις στο Βυζάντιο• και, φυσικά, τις θρησκευτικές.
            Χωρίς αμφιβολία τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η αυτοκρατορία ιδίως τους τελευταίους δύο αιώνες πριν από την Άλωση ήσαν δυσεπίλυτα και ενώ η «εσωτερική κρίση» είχε αρχίσει στο Βυζάντιο πολύ προτού εμφανιστεί ο τουρκικός κίνδυνος, οι εσωτερικές αντιθέσεις, εμφύλιες διαμάχες και έριδες που οφείλονταν σε ποικίλες αφορμές συνταράζανε το κράτος.
           Παρά ταύτα, στα ίδια χρόνια, παρατηρείται μια χωρίς προηγούμενο άνθηση της πνευματικής ζωής• η «τελευταία βυζαντινή αναγέννηση» δεν είναι απλό σχήμα λόγου —αντιστοιχεί σε μια πραγματικότητα, και μάλιστα πολύ απτή.
ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑ ΓΑΡ…

           Εξυπακούεται ότι δεν θα αναφερθούν εδώ οι αιτίες που την προκάλεσαν• φθάνει να σημειωθεί η αισθητή στροφή προς την ελληνική παιδεία που επακολούθησε τη φραγκική κατάκτηση• προς τον ελληνικό πολιτισμό, που τον καλλιέργησαν τα ελληνικά, στη σύσταση τους, κράτη που δημιουργήθηκαν όταν η αυτοκρατορία υπέκυψε στους Φράγκους. Έκτοτε ο ελληνικός πολιτισμός διέπει τη ζωή της αυτοκρατορίας, που ξαναβρίσκει η απλώς βρίσκει μέσα από μακραίωνες αναζητήσεις την ελληνικότητα της την ώρα που είναι πια πολύ κοντά στην οριστική κατάρρευση.
          Αληθές είναι ότι μέσα απ’ αυτό το πλέγμα θα πρέπει ίσως να θεωρούνται τα διάφορα κριτήρια που δέσποσαν κατά καιρούς για τη διάσωση της αυτοκρατορίας και οι διάφορες λύσεις που εναγώνια αναζητήθηκαν από μια εποχή κι υστέρα για να αποφευχθεί το τέλος. Γιατί κοντά στην σταθερή πορεία της αυτοκρατορίας σ’ ένα εθνικό ελληνικό κράτος έτσι που εμφανίζεται στην εποχή των Παλαιολόγων, η ιδέα της βυζαντινής αυτοκρατορίας και η ιδέα της ορθοδοξίας εξακολουθούν να αποτελούν κυριαρχικές έννοιες.
         Μη λησμονήσουμε να πούμε, ότι στους αιώνες πριν από την Άλωση και έπειτα απ’ αυτήν το σχήμα αυτό κυριαρχούσε αποτελώντας την υποδομή πάνω στην οποία στηρίχθηκε, με όλες τις θεμιτές η όχι αποκλίσεις, η κατά καιρούς εθνική ιδεολογία. Κάτω από αυτό το πρίσμα, οι στάσεις και συμπεριφορές μπορούν να ερμηνευθούν ασφαλέστερα ώστε να διαγραφούν με μεγαλύτερη σιγουριά οι γραμμές που τις κατηύθυναν και τις επέβαλαν. Έτσι το θρησκευτικό πρόβλημα, η καλύτερα το πρόβλημα της ορθοδοξίας, καθόρισε τις τύχες της αυτοκρατορίας, καθώς προκρίθηκε εν τέλει η λύση η αντίθετη στην ένωση των εκκλησιών. Και η τύχη του Βυζαντίου αποφασίστηκε με γνώμονα το ορθόδοξο πλήρωμα, τουλάχιστον στο θεωρητικό πεδίο αφού στο πολιτικό και στο στρατιωτικό είχε κριθεί από πολύ πριν.

Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΚΑΙ ΔΥΣΗΣ
           Αναμφισβήτητα, όπως τουλάχιστον υποστηρίζουν οι ειδικοί (2), η προσέγγιση με τη Δύση στάθηκε εμπειρία οδυνηρή για τη βυζαντινή αυτοκρατορία-άλλα και η Λυδία λίθος που πάνω της δοκιμάστηκαν τρόποι ζωής, πολλοί από τους θεσμούς με τους οποίους είχε για αιώνες λειτουργήσει: προβλήματα πολιτικά, οικονομικά και άλλα ανέκυψαν οξύτατα εξαιτίας της παρουσίας των Φράγκων στο χώρο της Ανατολής, ενώ άλλα έγιναν πλέον αισθητά μετά την αποχώρηση των Φράγκων, όταν η αυτοκρατορία —πιο σωστά, τα λείψανα της— στην προσπάθεια να ανασυντάξει τις δυνάμεις της χρειάστηκε να κάνει τις επιλογές της.14 Περιορισμένες κι αυτές, όπως περιορισμένες θα ήταν από δω και μπρος οι δυνατότητες της, συγκρινόμενες μάλιστα με όσα κατέγραφε κιόλας στο ενεργητικό της η «μισητή σχισματική Δύση». Η ορθοδοξία γίνεται για μια ακόμη φορά, για πολλούς, το σωσίβιο, παλαιό και ξεπερασμένο, από το όποιο αρπάχτηκαν με φανατική επιμονή πιστεύοντας πως θα μπορούσε να επενεργήσει ως φάρμακα «αλεξίκακο» για να εξουδετερώσει τις δυτικές επιρροές.
           Τι γίνεται, λοιπόν, εδώ;
           Μέσα από αυτές τις αντιθέσεις θα χρειαστεί να ορίσουν και οι λόγιοι τις δικές τους προτεραιότητες, ενδεικτικές τις πιο πολλές φορές των θεωρητικών τους προβληματισμών.
           Κοντολογίς, κοντά στις βιοποριστικές ανάγκες που παίζουν ασφαλώς ρόλο καθοριστικό στις αποφάσεις, οι τελικές επιλογές θα γίνουν με γνώμονα ροπές και κλίσεις πνευματικές, στάσεις απέναντι στα καινούρια σχήματα, πολιτικά, κοινωνικά, πολιτισμικά, που διαγράφονται για τον άνθρωπο σε τούτη την εποχή.
           Δεν είναι λίγοι εκείνοι που αποφασίζουν να εγκατασταθούν σε περιοχές ελληνικές που βρίσκονται κάτω από την κυριαρχία των δυτικών συνδυάζοντας μ’ αυτό τον τρόπο την ελληνική τους υπόσταση και την επαφή με τον δυτικό κόσμο, ικανό να τους εξασφαλίσει το βιοπορισμό αλλά και τις απαιτήσεις παιδείας πλέον συγκροτημένης.
          Χωρίς αμφιβολία, υπάρχουν και οι άλλοι που «κόβουν τις γέφυρες», φεύγουν και εγκαθίστανται οριστικά στη Δύση, όπου θα εργαστούν και θα σταδιοδρομήσουν. Μισό Έλληνες, μισό Λατίνοι, εντούτοις είναι αυτοί που συχνά προώθησαν με τρόπο αποτελεσματικό τις ελληνικές σπουδές στη Δύση.
         Τέλος, μια άλλη μερίδα θα προκρίνει την παραμονή μέσα στην αυτοκρατορία, έστω και αν αυτή δεν υπάρχει πια, εξουθενωμένη από τη δύναμη και την ορμή του Τούρκου• ετούτοι θα συνεχίσουν την παράδοση και θα αποτελέσουν τον πυρήνα που από μέσα θα προσπαθήσει να επιτύχει την αναβίωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Η ΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΓΡΑΦΕΙΣ
          Λέγεται (3) ότι στις ενετοκρατούμενες περιοχές, στην Κρήτη, στην Κύπρο, ασκούν την τέχνη του αντιγραφέα πολλοί από τους λόγιους που εγκαταστάθηκαν εκεί φεύγοντας τον τουρκικό ζυγό. Καινούρια εργαστήρια ιδρύονται, που με τον καιρό αποκτούν φήμη καθώς συγκεντρώνουν γύρω τους αντιγραφείς καλούς και συστηματοποιούν την παραγωγή των χειρογράφων. Πολλοί ταξιδεύουν συχνά ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Ιταλία, στη Γαλλία και στην Ισπανία, ασχολούμενοι κοντά στ’ άλλα και με το εμπόριο των κωδίκων. Πολύτιμα χειρόγραφα μεταφέρονται στη Δύση και προσφέρονται σε ηγεμόνες πρόθυμους να τα αγοράσουν για να πλουτίσουν τις προσωπικές τους συλλογές.
        Από τους ονομαστούς αντιγραφείς χειρογράφων στάθηκε ο Μιχαήλ Αποστόλης. Το εργαστήρι που είχε δημιουργήσει στην Κρήτη ήταν από τα πιο γνωστά. Κοντά του εργάστηκε μια ομάδα από λόγιους αντιγραφείς, που αργότερα αναγνωρίστηκαν, οι περισσότεροι τουλάχιστον, στη Δύση για την επίδοση τους στα γράμματα και για την ενασχόληση τους με την τέχνη της τυπογραφίας. Ενωτικός, στην Κωνσταντινούπολη όπου ζούσε στα αμέσως πριν από την Άλωση χρόνια, αναμείχθηκε ενεργά στη διαμάχη που χώριζε τον πληθυσμό της Βασιλεύουσας και που έκρινε τελικά την τύχη της αυτοκρατορίας.
         Ωστόσο, η αιχμαλωσία του Μιχαήλ Αποστόλη από τους Τούρκους την εποχή της πολιορκίας, όσο κι αν ήταν σκληρή, δεν κράτησε πολύ. Φεύγοντας από την τουρκοπατημένη πατρίδα του ταξίδεψε στην Ιταλία προτού να εγκατασταθεί οριστικά στην Κρήτη. Προστατευόμενος του Βησσαρίωνα, θαυμαστής του Πλάτωνα και του Γεμιστού, άσκησε με επιτυχία, κοντά στις άλλες λόγιες ασχολίες του, την τέχνη του αντιγραφέα• από το εργαστήρι του προέρχονται πολλά χειρόγραφα της κλασικής γραμματείας που βρίσκονται σε δυτικές βιβλιοθήκες!
ΣΥΜΒΙΩΣΗ Ή ΕΠΙΒΙΩΣΗ;
       Θα πρέπει να πούμε εδώ ότι την εποχή της Αναγέννησης, όταν το βιβλίο είχε αρχίσει να αναπαράγεται με την καινούρια τεχνική της τυπογραφίας, δεν έχει πάψει να αναγνωρίζεται η σημασία των αντιγραφικών εργαστηρίων. Το χειρόγραφο εξακολουθούσε να αντιγράφεται και να κυκλοφορεί παράλληλα με το έντυπο βιβλίο, που δεν είχε βρει ακόμη τη δική του φυσιογνωμία και ήταν, στην εμφάνιση του, σχεδόν πανομοιότυπο με το χειρόγραφο.
       Σ’ αυτές τις πρώτες δεκαετηρίδες, οι τυπογράφοι δεν πρωτοτυπούν, μιμούνται χωρίς να εισάγουν νεωτερισμούς. Σ’ αυτήν άλλωστε την περίοδο των αρχετύπων εργάστηκαν στα τυπογραφικά εργαστήρια πολλοί από όσους είχαν ασκήσει ως τότε το επάγγελμα του αντιγραφέα και ήταν φυσικό να μένουν πιο κοντά σε τρόπους εργασίας τους οποίους είχαν εφαρμόσει, και μάλιστα με επιτυχία. Έπειτα, έπρεπε να λογαριάζουν και τις αντιδράσεις του κοινού, είτε αυτοί ήταν οι συλλογείς η οι απλοί χρήστες.
        Κατά τους ιστορικούς ερευνητές (4), οι περισσότεροι συλλέκτες άνηκαν σε περιβάλλοντα αριστοκρατικά και είχαν αξιώσεις που απέβλεπαν, περισσότερο από κάθε άλλο, στην άρτια και καλλιτεχνική εμφάνιση των βιβλίων με τα όποια θα κοσμούσαν τις συλλογές τους. Έπρεπε συνεπώς και οι τυπογράφοι να εναρμονίζουν προσεκτικά την καινούρια τεχνική με τις απαιτήσεις ενός κοινού εκλεπτυσμένου και απαιτητικού, όπως ήταν το περιορισμένο αριθμητικά άλλα υπολογίσιμο κοινό που, σ’ αυτή την πρώιμη τουλάχιστον φάση, ενθάρρυνε και συντηρούσε την αναπαραγωγή των βιβλίων.
        Συνεπώς, η εμφάνιση της τυπογραφίας δεν προϋποθέτει και άμεση επανάσταση στην εμφάνιση του βιβλίου. Η διαδικασία για να αποδεσμευτεί το έντυπο από το αρχικό του πρότυπο, το χειρόγραφο βιβλίο, υπήρξε αρκετά μακρόχρονη.
        Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι μόλις στα μέσα του 16ου αιώνα, αφού είχαν κυλήσει κιόλας εκατό περίπου χρόνια από τη στιγμή που η καινούρια τέχνη αποτέλεσε μέρος της παραγωγής, το βιβλίο άρχισε να παρουσιάζεται με τη μορφή με την οποία ζει ως σήμερα (5).
        Αυτός και ο λόγος που η εξάρτηση από τα χειρόγραφα πρότυπα εξακολουθεί να παραμένει πολύ στενή τουλάχιστον στις πρώτες δεκαετηρίδες από την εμφάνιση της τυπογραφίας όταν το έντυπο κείμενο τείνει, όχι άπλα να αντιγράψει και να μεταφέρει ορισμένα στοιχεία της γραφής του χειρογράφου, άλλα την ίδια, αυτούσια. (6)
        Ο Βεργίκιος, για όσους δεν το γνωρίζουν, είναι ο δημιουργός μιας σειράς από σπάνια χειρόγραφα, εξαίσια για τη γραφή και για τις όμορφες απεικονίσεις που τα κοσμούν! Δίκαια λοιπόν το εργαστήριο του είχε τη φήμη του καλύτερου στη Γαλλία. Ο βασιλιάς άλλωστε, που ευνοούσε τη σπουδή της αρχαίας γραμματείας, είχε συμβάλει αποτελεσματικά στη διάσωση πολλών αρχαίων κωδίκων, άλλοτε αγοράζοντας για τη βασιλική συλλογή του άλλοτε παραγγέλλοντας την αντιγραφή τους.
       Λένε πώς όταν ο Νίκανδρος Νούκιος, πήγε στο Παρίσι, το 1546, είχε την ευκαιρία να επισκεφθεί το παλάτι του Fontainebleau, της «Καλλιρρόου Πηγής», όπως αποκαλεί το βασιλικό ανάκτορο όπου και η βασιλική βιβλιοθήκη.
ΚΑΙ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΔΥΤΙΚΕΣ ΧΩΡΕΣ!
       Ευνόητο είναι ότι οι Έλληνες αντιγραφείς εκτός από τη Γαλλία και την Ιταλία δούλεψαν και σε άλλες δυτικές χώρες μέσα στον 16ο αιώνα.
        Στην Ισπανία, για παράδειγμα, ξεχώρισε για την εξαίρετη δεξιοσύνη του ο Νικόλαος De la Torre, «βασιλικός αντιγραφεύς» στη βιβλιοθήκη της Μονής De San Lorenzo el Real στο Escurial, από το 1573 και ως τα τέλη του αιώνα.
        Ένας άλλος Κρητικός, ο γιατρός Αντώνιος Καλοσυνάς, βοηθός για ένα διάστημα του εγκαταστημένου στη Μαδρίτη γνωστού κωδικογράφου Ανδρέα Δαρμαρίου, εργάστηκε στο Τολέδο γύρω από τα 1577, στα ίδια χρόνια που έζησε εκεί ο Γκρέκο.
       Το χειρόγραφο, εντούτοις εξακολουθούσε να αναπαράγεται και να κυκλοφορεί παράλληλα με το έντυπο βιβλίο, προορισμένο να στολίζει τις βασιλικές και ηγεμονικές βιβλιοθήκες, να ικανοποιεί με την τέχνη και την ομορφιά του το πάθος του απαιτητικού συλλέκτη.
        Βέβαια, τα εργαστήρια αντιγραφής ατόνησαν με τον καιρό όταν η τέχνη της τυπογραφίας καθιερώθηκε ως το μέσο για την αναπαραγωγή των κειμένων. Τα τυπωμένα βιβλία των ηγεμονικών συλλογών, πολλά από τα όποια τυπώνονταν σε ειδικά τραβήγματα χρησιμοποιώντας χαρτί πολυτελείας η και δέρμα, εξωραΐζονται και με τα πολυτελή δεσίματα, περίτεχνα στολισμένα σύμφωνα με το ιδιαίτερο γούστο της κάθε εποχής, άλλοτε δερμάτινα, άλλοτε καμωμένα από υφάσματα πολυτελή η από μέταλλα καλοδουλεμένα.!..
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. Βλ. ««Το Ελληνικό Βιβλίο 1476-1830», Αθήνα 1986, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος..
1. Όπως παραπάνω.
2. Όπως παραπάνω
3. Όπως παραπάνω
4. Μια ακόμη ένδειξη για την επίδραση των αντιγραφικών εργαστηρίων στην τέχνη της τυπογραφίας –πάντα κατά τους μελετητές- βρίσκουμε στους τυπογραφικούς χαρακτήρες. Γύρω στα 1450, εποχή που μόλις γεννιόταν η τυπογραφία, στα χειρόγραφα χρησιμοποιούσαν διαφορετικούς τύπους γραφής ανάλογα με το είδος και τον προορισμό τους. Μια απ’ αυτές, καθιερωμένη από τους ουμανιστές, θα αποτελέσει στο μέλλον τη φυσική, καθιερωμένη γραφή των έντυπων κειμένων, ενώ μια άλλη, που τη χρήσιμο- ποίησε το Βατικανό την ίδια περίπου εποχή, πλάγια αυτή, θα αποτελέσει τη βάση για τα στοιχεία που αργότερα ονομάστηκαν «ιταλικά». Ανάλογη στάθηκε η διαδικασία για τη χάραξη των πρώτων ελληνικών τυπογραφικών στοιχείων• το χειρόγραφο αποτέλεσε το πρότυπο για τη δημιουργία τους.
5. Κλασικό παράδειγμα οι ελληνικοί τυπογραφικοί χαρακτήρες του Άλδου, βασισμένοι στα ελληνικά χειρόγραφα. Επίσης του Γάλλου χαράκτη Garamont, τους όποιους φιλοτέχνησε έπειτα από παραγγελία του Φραγκίσκου Α’: έμειναν στην ιστορία της τυπογραφίας με την επωνυμία «grecs du roi» και είναι πιστή απομίμηση, αντιγραφή θα ήταν ο σωστότερος προσδιορισμός, της γραφής του Άγγελου Βεργίκιου, ο οποίος, ως γνωστόν, ήταν ένας Κρητικός καλλιγράφος – αντιγραφέας υπεύθυνος στο βασιλικό εργαστήρι του Fontainebleau για την αντιγραφή κωδίκων που προορίζονταν να πλουτίσουν τη βασιλική βιβλιοθήκη, ο Βεργίκιος είναι ο δημιουργός μιας σειράς από σπάνια χειρόγραφα, εξαίσια για τη γραφή και για τις όμορφες απεικονίσεις που τα κοσμούν! Δίκαια λοιπόν το εργαστήριο του είχε τη φήμη του καλύτερου στη Γαλλία. Ο βασιλιάς άλλωστε, που ευνοούσε τη σπουδή της αρχαίας γραμματείας, είχε συμβάλει αποτελεσματικά στη διάσωση πολλών αρχαίων κωδίκων, άλλοτε αγοράζοντας για τη βασιλική συλλογή του άλλοτε παραγγέλλοντας την αντιγραφή τους.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s